Allons! Ο δρόμος ανοίγεται μπροστά μας! Είναι ασφαλής – τον έχω δοκιμάσει, τον έχω δοκιμάσει για τα καλά με τα ίδια μου τα πόδια – μη διστάζεις! Άσε το χαρτί πάνω στο γραφείο άγραφο και το βιβλίο στο ράφι αδιάβαστο! Άσε τα εργαλεία στο εργαστήριο! Άσε τα λεφτά ακέρδιστα! Άσε το σχολείο εκεί που είναι! Μη δίνεις σημασία στις φωνές του δάσκαλου! Άσε τον ιερέα να κηρύττει στον άμβωνά του! Άσε τον δικηγόρο να αγορεύει στο δικαστήριο και τον δικαστή να αναλύει τους νόμους. Camerado, σου δίνω το χέρι μου! Σου δίνω την αγάπη μου, που είναι πιο πολύτιμη από τα λεφτά, Σου δίνω τον εαυτό μου πάνω από κήρυγμα και νόμο, Θα μου δώσεις κι εσύ τον εαυτό σου; Θα έρθεις να ταξιδέψουμε μαζί; Θα μείνουμε στο πλευρό ο ένας του άλλου όσο ζούμε;
Τραυματισμένο φως, Σπάστε τα χείλη μου Σπάστε τα μάτια μου -Τραυματισμένο φως -φυτεύτε μια κληματαριά μες στην καρδιά μου. -Τραυματισμένο φως -Είπαμε: τον Αύγουστο θα γιάνεις.
-Χύστε μια θάλασσα στο στήθος μου, βγάλτε τα χέρια απ’ τις τσέπες μου βγάλτε απ’ τα χαρτιά μου την καρδιά μου
-Τραυματισμένο απαρηγόρητο μικρό, τρελό μου φως
1942
*
ΕΤΣΙ Σ’ ΕΧΑΣΑ
Κάτι δεν επήγε απ’ την αρχή καλά. Το ευμετάβολο κι αόριστό σου ενδιαφέρον; Η έπαρση η δική μου; Το δήθεν αυστηρό μου βλέμμα; ή το ξερό μου «ευχαριστώ» στην κίνησή σου να μ’ ανάψεις το τσιγάρο που τ’ άφηνα άναφτο τάχα μου αφηρημένος στα μισάνοιχτά μου χείλη; Τι ’ταν, επιτέλους, που ‘σπασε κείνη τη χρυσή λεπτότατη κλωστή που ξαφνικά μας έδεσε;
Ποιος άραγε το ξέρει, ποιος θα μου το πει αυτό το κάτι που όλα θρύψαλα τα ‘κανε κομάτια απ’ την αρχή.
*
ΠΕΡΙ ΑΥΤΟΥ
Πάνω απ΄τον ώμο του έν’ άστρο τον έδειχνε, τον δαχτυλοδειχτούσε. Εωσφορικά φωτίζοντας όλα τα βήματά του όλες του τις κινήσεις όλα του τα σκιρτήματα
Κι εκείνα ακόμα που αδηρίτως πάση θυσία αγωνιζόταν κι έπρεπε να κρατήσει μυστικά μέχρι θανάτου απαρατήρητα.
Μια ζεστή βροντή και καταιγίδα με αστραπές απόψε στο Τόκιο με πολλή βροχή και ομπρέλες γύρω στις 10 το βράδυ. Προς το παρόν αυτή είναι μια μικρή λεπτομέρεια αλλά θα μπορούσε να αποδειχθεί πολύ σημαντική μετά από ένα εκατομμύριο χρόνια όταν αρχαιολόγοι θα ψάχνουν στα ερείπιά μας, προσπαθώντας να μας κατανοήσουν.
Τόκιο, 5 Ιουνίου 1976
*
ΣΤΑΜΑΤΗΣΑΜΕ ΣΤΙΣ ΥΠΕΡΟΧΕΣ ΜΕΡΕΣ Σταματήσαμε στις υπέροχες μέρες και βγήκαμε από το αυτοκίνητο. Ο αέρας έριξε μια γρήγορη ματιά στα μαλλιά της. Ήταν τόσο απλό. Γύρισα να πω κάτι-
*
ΖΩ ΣΤΟΝ ΕΙΚΟΣΤΟ ΑΙΩΝΑ Ζω στον εικοστό αιώνα και ξαπλώνεις δίπλα μου. Ήσουν θλιμμένη όταν ξάπλωσες. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτα για αυτό. Ένιωσα απελπισία. Το πρόσωπό σου είναι τόσο όμορφο που δεν μπορώ να σταματήσω να το περιγράφω, και δεν μπορεί τίποτα να γίνει για να σε κάνω ευτυχισμένη ενώ κοιμάσαι.
*
ΣΤΟ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΤΗΣ ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑΣ Δεν με νοιάζει πόσο γαμημένα έξυπνοι είναι αυτοί οι τύποι: βαριέμαι. Όλη μέρα βρέχει απαίσια και δεν έχω τίποτα να κάνω.
*
Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ Μ’ αρέσει αυτός ο ταξιτζής, τρέχει στους σκοτεινούς δρόμους του Τόκιο λες κι η ζωή δεν έχει νόημα. Νιώθω, ακριβώς, το ίδιο.
Τελικά έπρεπε να πιω πολύ για να καταλάβω πως η θλίψη είναι ένα πράγμα με φτερά όπως έγραψε ο Max Potter πως η αγάπη είναι ένας σκύλος από την κόλαση όπως άκουσα να λέει ο Bukowski.
Τελικά έπρεπε να πιω πολύ για να καταλάβω γιατί εκείνο το κορίτσι που ορφάνεψε νωρίς από μάνα κοιμόταν κάθε βράδυ με τον πατέρα της
*
Μαρία
Δυο μαύρες τρύπες τα μάτια Της Κάθε νύχτα έρχονται οι κίσσες του θανάτου σκάβουν και τα γεμίζουν νερό Το πρωί βγαίνει και τ’ αδειάζει στον κήπο Πώς νομίζεις ποτόζονται οι κρίνοι;
Προτού πλαγιάσει πηγαίνει στην κλίνη Του Κοιμάται ο Αμνός. Έναν ύπνο όμορο του τέλους, μα χαμογελάει Μη βγεις από τ΄όνειρο γιέ μου· είναι νωρίς ακόμα
*
Από αλάτι
Έφιαξα ένα ποίημα από αλάτι Είναι υπέροχο! είπες Μα προτού προλάβω να το τραβήξω αναλύθηκεε σε κλάματα.
Μια κουρτίνα. Ούτε καν μια ατσάλινη πόρτα ή μια τάφρος με κροκοδείλους όπως βλέπαμε παλιά στο σινεμά ή, έστω, μια δέσμη με υπέρυθρες ακτίνες. Μια απλή κουρτίνα χωρίζει τα υποψήφια «αθώα θύματα» από τους «τυχερούς επιζώντες» Και βέβαια, ένα ποτήρι σαμπάνια, καλό φαγητό κι αναπαυτικά καθίσματα. Η ταξική διαστρωμάτωση, αν και πυραμιδοειδής επεικονίζεται ορίζοντας Μια παράξενη ομοιότητα με τα νεκροταφεία. Πλησιάζει η σειρά μου Η επιλογή μοιάζει προδιαγεγραμμένης «Business ή economy;»
*
OBSESSIVE COMPULSIVE DISORDER
Αναρωτιέμαι αν έσβησα το φως πριν κλείσω την πόρτα. Όμως είδα το σκοτάδι όταν μέτρησα τρεις φορές πριν κλειδώσω. Κι αυτή η ενοχλητική φαγούρα δεν λέει να μ’ αφήσει. Ανοίκειες σκέψεις βασανίζουν το μυαλό μου. Ίσως να μπορούσα να τις διώξω βάζοντας τα βιβλία σε τάξη Μα πρώτα πρέπει να πλύνω τα χέρια μου Τα έχω πλύνει πενήντα φορές από το πρωί αλλά δεν λένε να καθαρίσουν. Αισθάνομαι μια αδιόρατη απειλή. Έχω μαζέψει τόσο πράγματα εδώ μέσα, τι θα τα κάνω; Θα κάνω τέσσερα βήματα μέχρι την κουζίνα. Είναι η ώρα Χλωμιπραμίνη.
*Από τη συλλογή “Ο ήχος της απώλειας”, εκδ. Βαχικόν, 2024.
Το αποτέλεσμα της ψυχραιμίας έχει Αποχωρήσει οριστικά από την τράπεζα Της στρογγυλής συζήτησης γύρω από μια γραφή Που γίνεται ολοένα και πιο σκοτεινή Των ανθρώπων που κυκλοφορούν με μπότες Δίνοντας πού και πού καμιά βιτσιά Για να θυμίσουν στον αέρα πως υπάρχουν Και τους εμβρόντητους να εντυπωσιάσουν Δεν θα έχετε ξεχάσει ελπίζω ακόμα Το ανέκδοτο με τα νερά του Ελλησπόντου Που τ’ αφηγήθηκε της Ιστορίας ο πατέρας Συνδέοντας μύθους με μάχες και συνομωσίες Μα οι ωραίες μέρες δεν θα ξανάρθουνε εύκολα Να συνδεθούνε μεταξύ των άλλων Οι παραθερίζοντας με τις παρθένες Λίγα βήματα απ’ τη θάλασσα σ’ εξοχικές επαύλεις Ντυμένες με πολύχρωμα εμπριμέ φορέματα Χαμογελώντας σε χρωματιστά στιγμιότυπα Βάλτε μπαρούτι στη φωτιά του έρωτα Να σκάσει ν’ ανατιναχτούμε όλοι Με τον Παπαφλέσσα τον αρχαίο φαλλό Κομμάτια να γίνει – στην αναβροχιά Καλό και το χαλάζι του καταιγισμού πυρός Γυρίστε παρακαλώ σε κάποια επόμενη σελίδα Να βεβαιωθούμε περί τίνος πρόκειται Κι ενώ εδώ η αφήγηση θα ‘πρεπε να πάρει θάρρος Να κυλήσει αινιγματικά πιάνοντας την πλοκή απ’ τα μαλλιά Στα βράχια τα παράμερα στερεύει απότομα Σε διακοπή του ρεύματος που η απαρχή του Βρίσκεται στην αστραπή του Δία Και τέλειωσε μ’ ένα κρυολόγημα ανάμεσα Στους δυο μεγάλους ποταμούς της Μεσοποταμίας.
*Από το βιβλίο “Ήλιος ο δήμιος μιας πράσινης σκέψης”, ελληνο-σανική έκδπδη, Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Μετάφραση: Ξένια Κακάκη.
Ζω ολομόναχη σ’ ένα τεράστιο σπίτι. Δεν υπάρχει κανείς να μου ξεκουμπώσει, στην πλάτη, τα ψηλά κουμπιά. Όταν δένω σφιχτά, το πρωί, την κορδελίτσα που φορώ στο λαιμό μου, δεν υπάρχει κανείς να τη χαλαρώσει το βράδυ. Παλεύω μονάχη μου μπροστά στον καθρέφτη. Τα νύχια μου ανάβουν. Οι κόρες των ματιών μου γίνονται δυο αχινοί. Τότε ο κόμπος, μονάχος του, χαλαρώνει. Γλιστρούν απ’ τα δάχτυλα τα σφιχτά δαχτυλίδια. Μαντίλια, σεντόνια, χαλαρώνουν σε σύννεφα μες στα συρτάρια. Φελλοί σφηνωμένοι στα μπουκάλια πετιούνται με φόρα.
* Το δέντρο
Επειδή ήταν πολύ αγαπημένοι, όλη μέρα μπορούσαν να λεν σαχλαμάρες, χωρίς να πέφτουν απ’ τα κλαριά του πανύψηλου εκείνου δέντρου, όπου είχαν ανεβεί για να ’ναι μόνοι, ανάμεσα στους ωραίους καρπούς που ακίνητοι άκουγαν, με μιαν αμείωτη και συγκινημένη σοβαρότητα. Ύστερα έπαψαν ν’ αγαπιούνται, πιάσαν μια ατέλειωτη σοβαρή κουβέντα. Τότε το δέντρο τούς τίναξε κάτω μαζί με τους άλλους ανθρώπους. Αυτό το δέντρο δεν αστειεύεται, οι καρποί του είναι είρωνες, έχουν ειδικευτεί στη μετάφραση.
*
Το βραχιόλι
Λιγοστεύουν οι άνθρωποι. Μια γάτα νοίκιασε το αποκάτω σπίτι. Ένας κροκόδειλος άνοιξε ψυχιατρική κλινική, θα τις φάει λέει τις φιλίες μου, θα τις γιατρέψει. Σε ποιαν να χαρίσω το χρυσό αυτό βραχιόλι; Στο σπίτι που έμενε κάποτε η Π, εν’ άστρο έρχεται να μ’ ανοίξει την πόρτα, δεν φορώ εγώ βραχιόλια, μου λέει βιαστικά, λαμπυρίζοντας. Στο σπίτι της Π, μια τόση δα πυγολαμπίδα στέκει πίσω απ’ την πόρτα, δωσ’ το μου εμένα, μου λέει τρυφερά, θα το κάνω στεφάνι, θα πηδώ από μέσα καθώς τα λιοντάρια, θα δίνω παράσταση, θα πλουτίσω επιτέλους. Έξω απ’ το σπίτι μου ένας ιβίσκος ψηλώνει, έχει πια φτάσει ως το παράθυρο, κοιτάζει μέσα με απληστία.
*Από το βιβλίο «Του Λιναριού τα πάθη – Ο Μέγας Μυρμηκοφάγος» (μικρά πεζά), εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 1993. («Του Λιναριού τα πάθη» πρώτη έκδοση: Άγρα, 1986) **Εμείς τα αναδημοσιεύουμε από εδώ: https://ppirinas.blogspot.com/2016/04/blog-post_12.html
Ουσιωδώς η απόσταση είναι μια τεχνητή έλξη, θυμίζει τη χαριτωμένη ουρά του σκύλου πριν το τσανάκι με την ξηρά τροφή.
Στην άλλη πλευρά του δίσκου ο γέρος θα είχε απλωμένο τον Ριζοσπάστη δίπλα στην αδιάφορη σούπα ενδιάμεσα στις γόπες
πλησίον στις διαταγές πληρωμής.
Κάπου θα ήμουν μετρώντας χρόνο κάπου θα ήσουν σε χρόνο ρεκόρ όποιος προλάβαινε να πηδήξει το παράθυρο, είναι η αίσθηση πως όταν αγαπάς σαλτάρεις τίποτα δεν φυλακίζουν οι εξώστες.
Ουσιωδώς η έλξη είναι μια τεχνητή απόσταση με τα τσιγάρα να κάνουν 350 δραχμές και τα γαμήλια ταξίδια, μια κοπάνα για μεταχειρισμένα βινύλια στο Μοναστηράκι.
Πριν τελειώσει ο δίσκος το πάτημα της γόπας στην άσφαλτο τρεις φορές και δυο αγριάδες βάσανο για το μαξιλάρι, με κάτι φιλιά να θυμίζουν αδιάφορη σούπα, που θα έπρεπε να είναι λίγο πιο λαϊκά, λίγο πιο βαρύτονα, μα εμείς ήμασταν σωστοί Ροκ!
Αυτό το Ροκ που στο τέλος μας ξεμπροστιάζει.
*Από τη συλλογή “Οι αναμνήσεις ενός κωλόπαιδου Άγνοια κινδύνου”, εκδόσεις Τύρφη, 2024.
Κουβάλημα, κόψιμο, γωνίες, σύνδεσμοι, πάσα, αυλάκια, κόλλημα… Σαν φίδι ξεδιπλώνεται στο εργοστάσιο η ιστορία της σωλήνας από χέρια φτιαγμένη και από μυαλά εργατών τον Μπουντούρ και τον Αλαϊτίν και τους άλλους εκεί τον Τάσο με το τσιγάρο στο στόμα και τον Βάσια, τον Ρωσοπόντιο. Κανείς δε μιλά τη γλώσσα μου εδώ.
Ανεπρόκοπος χρόνος κι αυτός 27 χρονών στο παιδικό δωμάτιο. Δεν τέλειωσα την πτυχιακή δεν πήγα στρατό η δημιουργικότητά μου σκοτώνεται κάθε μέρα. Τρία χρόνια εντατικής αφομοίωσης μηδενική προοπτική καπιταλιστικός ρυθμός στο χέσιμο, τη στύση μου και παντού χαμαλίκι, μικρό διάλειμμα για εκτόνωση, πτώση.
Δε σηκώνω άλλη αφομοίωση γιατί είμαι σε μια σωλήνα και περπατάω χιλιόμετρα κι έχω κουραστεί και δεν είναι απ’ τη δουλειά. Κι η σωλήνα είναι φτιαγμένη από μυαλά και χέρια εργατών για να περνάει αέρας και νερό κι εγώ δεν είμαι αερικό.
Δε σηκώνω άλλη αφομοίωση λέω.
Γκέγκε;
*Από τη συλλογή “τριάντα σημειώματα”, ΑΩ Εκδόσεις, 2024.
Και μένει το κενό Και των σωμάτων η παλιά ακρίβεια Αναλωμένη σ’ υστερόγραφα εγχρώμων καρτ ποστάλ Κι αρνητικά φακών Που ξεψυχάνε στα υπαίθρια αναψυκτήρια Των θερινών ερώτων Σιγά σιγά Όπως οι μέρες μας Στ’ αναρρωτήρια της ποίησης μετακομίζουν Σιγά σιγά Και μένει το κενό Και μένει άδειος ο ουρανός Από πουλιά και σύννεφα και σύνθετες εικόνες Ποίηση