Κλείτος Κύρου, Κυριακή απόγευμα

Παραθαλάσσιο κέντρο
καρέκλες και τραπέζια ξέχειλα από κόσμο
μουσική χειροκροτήματα
ο μαέστρος υποκλίνεται ευγενικά
τα παιδιά τρέχουν
στη θάλασσα σέρνονται φώτα
τραγούδια
(Σκέφτεσαι αμέσως Καρυωτάκη)
Στους δρόμους διαβαίνουν κορίτσια
βραδιάζει
οι εκδρομείς επιστρέφουν
με λουλούδια
με λιοκαμένα πρόσωπα
χαρούμενοι
(θλίβεσαι που έχασες μια Κυριακή)
Άγγλοι αντιπαθητικοί
ένα ζευγάρι όμορφες γάμπες
μέσα σ’ ένα βιαστικό λεωφορείο
Άλλος και φεύγουμε!
Λάμπες ασετυλίνης
οι δρόμοι αδειάζουν
κορμιά κολλημένα στους τοίχους
λαχανιασμένοι ψίθυροι
(νιώθουμε ξένοι, μόνοι πολύ μόνοι)
Ποιος θα μας σώσει
ποιος θα μας ξεκουράσει
κατά πού να γυρίσουμε (είμαστε νικημένοι
και τόσες Κυριακές μπροστά μας)

Β, Κουστούδας, Του έρωτα

Ο έρωτας
και η λύπη της
και η θλίψη των ματιών της…

Ο έρωτας και οι σιωπές
στις μνήμες των πνιγμένων

ψυχές που σέρνονται βουβές
σκιές αγαπημένες

ανάσες που έρχονται απ’το χθες
του σκοταδιού τις ώρες

και αφήνουνε στα χείλη μου
την γεύση των χειλιών της

κι εικόνες στο νου μου τρυφερές

του έρωτα
της λύπης της
της θλίψης των ματιών της…

*Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του Jean Jacques Henner

«Αντιλαϊκισμός», το ανώτατο στάδιο του λαϊκισμού

ΤΟΥ ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΛΥΚΙΑΡΔΟΠΟΥΛΟΥ

«Ο προοδευτικός είναι εκείνος που κάνει τα πιο “εξτρεμιστικά” (φιλελεύθερα) πράγματα με το μειλίχιο και γλυκανάλατο τρόπο μιας μπαλάντας του Έλτον Τζον…» Νικόλας Σεβαστάκης

Τελευταία, και ιδίως μετά το ξέσπασμα της τρέχουσας κρίσης, έχει αρχίσει να παίρνει όλο και πιο ξεκάθαρη μορφή ένα καινούριο ιδεολογικό ρεύμα προωθούμενο από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και συνεπικουρούμενο από ένα μέρος του ακαδημαϊκού κόσμου καθώς και από κάποιους τριτοκοσμικά μοντερνίζοντες λογοτέχνες και «οργανικούς» –ου μην αλλά και «ελευθέρας βοσκής»– διανοούμενους.

Κύριο χαρακτηριστικό αυτού του ρεύματος είναι μια τάση να αντιμετωπίζεται, αντανακλαστικά σχεδόν, κάθε εκ των κάτω διαμαρτυρία με μια ηθικολογική ρητορεία η οποία, εν ονόματι του πολιτικού ρεαλισμού, της ευθύνης και της ευταξίας, επιθέτει σε κάθε κοινωνική διεκδίκηση, κριτική ή καταγγελία το στίγμα της ανευθυνότητας και του λαϊκισμού.

Στην ουσία, θα λέγαμε ότι πρόκειται για μια πραγματιστική μετάλλαξη ή αντιστροφή του λαϊκισμού ο οποίος είχε επικρατήσει στη χώρα κατά τις προηγούμενες χαρισάμενες δεκαετίες. Φαίνεται μάλιστα να ξεκινάει, κατά τραγική ειρωνεία, από μια εύλογη κατ’ αρχήν κριτική του λαϊκισμού εκείνης της περιόδου, μεταστρέφοντας τώρα τις αιχμές της από τον παρωχημένο και παροπλισμένο πλέον πασοκικό «εθνολαϊκισμό» στα σημερινά δεδομένα. Και λέμε «φαίνεται», διότι στην πραγματικότητα κάποια συστατικά εκείνης της φανφαρόνικης λαϊκίστικης ιδεολογίας έχουν μεταφερθεί και ενσωματωθεί στον πνευματικά νεοπλουτίστικο ρητορικό κορμό του «προοδευτικού» ρεύματος και της «υπεύθυνης» πολιτικής σκέψης. Ένα από τα συστατικά που αναβιώνουν σ’ αυτό το (νέο) φιλελεύθερο «αντιλαϊκιστικό» λαϊκισμό είναι, «εκσυγχρονιστικά» μεταποιημένος, και ο αλλοτινός βαρβάτος αντιδιανοουμενισμός – θυμηθείτε τους χλευαζόμενους «κουλτουριάρηδες» και τους «λαπάδες ποιητές». Ιδού μια τυπική σημερινή αναβαθμισμένη εκδοχή της ίδιας απαξιωτικής θεώρησης:

«Το κλασικό μοντέλο του διανοούμενου υπήρξε αυτό του οραματιστή της ουτοπίας. Παλιότερα τους αποκαλούσαν προφήτες. Αθεράπευτα ρομαντικοί, αιώνια απαισιόδοξοι, πάντοτε θυμωμένοι, με δραματικό οίστρο και ατράνταχτη γνώμη περί παντός του επιστητού, αναφέρονται και προσβλέπουν σ’ έναν τέλειο κόσμο, η σύγκριση του οποίου με την καθημερινή πραγματικότητα αποβαίνει αναπόφευκτα καταλυτική σε βάρος της δεύτερης. Ρέπουν λοιπόν προς τη μεγαλόσχημη καταγγελία στο όνομα κάποιας, παρελθούσας ή μελλοντικής, αλλά πάντα ασαφούς, ουτοπίας θεωρώντας ταυτόχρονα πως κατέχουν την απόλυτη αλήθεια». (* Στάθης Καλύβας, «Διανοούμενοι και προφήτες» εφ. Καθημερινή 22/8/2010)

Στο σημείο αυτό, αν ρωτούσε κανείς ποιος είναι άραγε ο στόχος τέτοιων ορθοπολιτικών καταγγελιών του (ανυπόστατου στη σημερινή πραγματικότητα) ουτοπιστικού «αρχαϊσμού», θα έθετε ένα μάλλον ρητορικό ερώτημα: ο στόχος αναδύεται εκ των εντός και εκτός κειμένου συμφραζομένων: στο βάθος διακρίνονται ήδη τα υλικά με τα οποία στήνεται το νέο σκηνικό: η απομυθοποίηση των μεγάλων «αφηγήσεων» υπό τη μορφή μιας «ψύχραιμης» (ανα)θεώρησης του παρελθόντος λειτουργεί ως άλλοθι ακριβώς του παρόντος κακού. Από αυτήν τη σκοπιά, όσοι μέσα στην κρίση που βιώνουμε διαπιστώνουν συμπτώματα, καταδείχνουν αιτίες ή εκφράζουν το ασφυκτικό «μη περαιτέρω» της κατάστασης διαδηλώνοντας ότι δεν πάει άλλο, στοχοποιούνται ως αθεράπευτα ρομαντικοί, γκρινιάρηδες, αρχαϊστές, ουτοπιστές-λαϊκιστές μ’ ένα λόγο.

Διότι τώρα που ο παλιός λαϊκισμός έχει δύσει στην ανυποληψία του, νέοι αστέρες μεσουρανούν στους τεχνητούς ουρανούς των μίντια που διαφημίζουν νέα είδωλα. Έχουμε περάσει στη λατρεία του «νέου» – «νέα» νέα αρχή, «νέα» Νέα Δημοκρατία, «νέος» νεοφιλελευθερισμός. Όλοι θέλουν να μηδενίσουν το κοντέρ, να ξαναχτιστεί μια νεόκοπη «νοικοκυροσύνη» στον τόπο. Με κάθε θυσία (των άλλων), με το ψαλίδισμα των οραμάτων, με την ισοπέδωση των ερωτημάτων, με την («εξίσου») καταδίκη των «άκρων» και την (επ)ανάκαμψη του φαντασματικού πολιτικού «κέντρου». Σ’ αυτό το κλίμα, λοιπόν, ο πραγματικός στόχος των ρεαλπολιτικών πραγματιστών δεν είναι ο λαϊκισμός του ανύπαρκτου κομμουνισμού αλλά η υπαρκτή κριτική του παρόντος και όζοντος κακού. Έχουν περάσει πλέον οι καιροί του ένδοξου λαϊκισμού που λαφυραγωγώντας κάποτε τα εαμικά κειμήλια οικοδόμησε τα νέα τζάκια της ελληνορθόδοξης παλαιοπασοκικής εθνικοφροσύνης. Στο μεγάλο διάστημα που κύλησε έκτοτε, η πραγματική σύγχρονη δυστυχία, η ξένη, η «άλλη» δυστυχία που γίνεται μέρα με τη μέρα δική μας δυστυχία, η συνακόλουθη Κρίση που έρχεται να μας κρίνει όλους, από τον Άγιο Παντελεήμονα ως τα Κολωνάκια των βορείων προαστίων, έδειξε πλέον, μαζί με τα νύχια της, και τα όρια των παλιών και νέων (λαϊκίστικων και ορθοπολιτικών) ιδεολογημάτων – έδειξε γυμνά τα Κέρδη και τα Συμφέροντα και ξεκαθάρισε την πραγματική διαχωριστική γραμμή.

Τώρα εκείνοι οι χοντροί γαλάζιοι ραψωδοί, αφού ροκάνισαν τ’ αυτιά μας και την αντιεξουσιαστική γραβιέρα τρυπώνοντας από κόμμα σε κόμμα, έρχονται να σιγοντάρουν κι αυτοί τον «αντιλαϊσμό» της λιπαρής εξουσίας, η οποία υποδύεται από τα έδρανά της την «παρρησία»: «Όλοι μαζί τα φάγαμε!». Περιττό να πούμε πως αυτού του είδους ο «αντιλαϊσμός», αυτή η επίδειξη περιφρόνησης του «πολιτικού κόστους» δεν κοστίζει –αλλά ούτε και αξίζει– τίποτα.

37 χρόνια “Σημειώσεις”

Δεν ξέρω αν πρόκειται για πείσμα ή όχι, πάντως οι “Σημειώσεις”, μια περιοδική έκδοση που ξεκίνησε την πορεία της πριν από 37 χρόνια, ως μια συλλογική έκφραση ανοιχτής πολιτικής και πολισμικής ματιάς συνεχίζει τις άτακτες εμφανίσεις της μέχρι τις μέρες μας, με… τακτικές πάντοτε συνεργασίες. Τριανταεφτά χρόνια ιστορίας λοιπόν με 72 τεύχη εν συνόλω. Πιο πρόσφατο αυτό του περασμένου Νοέμβρη απ’ όπου και αποσπάσαμε «αυθαίρετα» το κείμενο του Γεράσιμου Λυκιαρδόπουλου το οποίο δημοσιεύουμε στις παράπλευρες στήλες. Εκτός από το κείμενο αυτό, στο πρόσφατο τεύχος των «σημειώσεων» θα βρείτε ακόμη: κείμενο του Στέφανου Ροζάνη «περί συμβόλων» των Βασίλη Αλεξίου και Παν. Καραγιάννη για τα όρια της μεταφοράς και τις μεταφορές των ορίων, κείμενο του Γιώργου Παπαπαναγιώτου για τον Αντον Πάνενουκ αλλά και του ίδιου του Πάννενουκ με τίτλο «Γιατί απέτυχαν τα προηγούμενα επαναστατικά κινήματα». Τέλος θα βρείτε ένα σημείο συνάντησης του Φρανσουά Βιγιόν με τον δικό μας Μάρκο Μέσκο μέσα από «ποιητικό» πόνημα του δεύτερο που τιτλοφορείται «Οι κλοσάρ των Βοδενών». Αναζητείστε το τεύχος στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της πόλης, αξίζει τον κόπο!.

* Από το e-dromos.gr

Jesús Lizano, Η μπαλάντα του γνωστού στρατιώτη

Είναι ο γνωστός στρατιώτης.
Ήταν πολύ γνωστός.
Τον γνώριζαν πολύ καλά
αυτοί που τον έχασαν.
Τι να σημαίνουν
όλα αυτά τα αγάλματα
στον άγνωστο
στρατιώτη;
Ήταν πασίγνωστος.
Όλοι ήταν πολύ γνωστοί.
Σταματάτε να στέλνετε λουλούδια
εσείς οι ίδιοι
που τον έχετε καταστρέψει.
Εσείς τον μετατρέψατε
σε στρατιώτη και σε άγνωστο.
Τον γνωστό μας στρατιώτη.

Μετάφραση: Ι.Σ

Χλόη Κουτσουμπέλη, Παρτίδα σκάκι

Καθίσαμε απέναντι.
Τα δικά μου πιόνια ήταν σύννεφα.
Τα δικά σου σίδερο και χώμα.
Αυτός είχε τα μαύρα.
Σκληροί, γυαλιστεροί οι πύργοι του επιτέθηκαν με ορμή
ενώ η βασίλισσά μου
ξεντύνονταν στο σκοτάδι.
Ήταν καλός αντίπαλος,
προέβλεπε κάθε μου κίνηση
πριν καλά καλά ακόμα την σκεφτώ,
κι εγώ παρ’ όλα αυτά την έκανα,
με την ήρεμη εγκατάλειψη αυτού
που βαδίζει στο χαμό του.
Στο τέλος τέλος ίσως με γοήτευε
το πόσο γρήγορα εξόντωσε τους στρατιώτες,
τους αξιωματικούς, τους πύργους, τα οχυρά
τις γέφυρες, τον βασιλιά τον ίδιο
πόσο εύκολα διαπέρασε, εισχώρησε και άλωσε
βασίλεια ολόκληρα αρχαίας σιωπής
και πώς τελικά αιχμαλώτισε εκείνη τη μικρή βασίλισσα
από νεραϊδοκλωστή
που τόσο της άρεσε να διαφεύγει
με πειρατικά καράβια
στις χώρες του ποτέ.
Ναι, ομολογώ ότι γνώριζα από πριν πως θα νικήσει.
Άλλωστε γι’ αυτό έπαιζα μαζί του.
Γιατί, έστω και μία φορά, στη ζωή
αξίζει κανείς να παίξει για να χάσει.

*Από την ποιητική συλλογή “Η αλεπού και ο κόκκινος χορός”, Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2009
** Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης από το http://yperopsiakaimethi.blogspot.com.au/2011/10/blog-post_15.html

Κική Δημουλά, Ασυμβίβαστα

Ὅλα τὰ ποιήματά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
ἀτέλειωτα μένουν.

Φταίει ποὺ πάντα βιάζεται ἡ ἄνοιξη,
φταίει ποὺ πάντα ἀργεῖ ἡ διάθεσή μου.

Γι᾿ αὐτὸ ἀναγκάζομαι
κάθε σχεδὸν ποίημά μου γιὰ τὴν ἄνοιξη
μὲ μιὰ ἐποχὴ φθινοπώρου
ν᾿ ἀποτελειώνω.

Άννα Ιωαννίδου, Αδούλωτες ψυχές (Έξι χαϊκού)

Η αντίσταση,
αγώνας δίχως τέλος.
Τίμημα ζωής.

Οι αγωνιστές
προτάσσουν τα κορμιά τους.
Δεν γονατίζουν.

Η νεολαία,
η δύναμη του λαού.
Θα θυσιαστεί.

Αδούλωτη και
σεμνή, δίνει μάθημα
αυτοθυσίας.

Αθώες ψυχές
πέταξαν στον ουρανό.
Με τους αγγέλους.

Ποιο ανθρώπινο
χέρι θα σκουπίσει τα
καυτά δάκρυα;

Τη νύχτα

Όλοι οι πόνοι έχουν
τους ίδιους ρυθμούς
ιδίως τη νύχτα.

Όλα τα ουρλιαχτά έχουν
τα ίδια ντεσιμπέλ
ιδίως τη νύχτα.

Όλες οι πληγές έχουν
το ίδιο χρώμα
ιδίως τη νύχτα.

Όλοι οι άνθρωποι έχουν
τις ίδιες φιγούρες
ιδίως τη νύχτα.

Όλες οι αγάπες έχουν
την ίδια θερμότητα
ιδίως τη νύχτα.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Νίκος Α. Νομικός, Τρία ποιήματα

Πικροδάφνες

Χθες τα μεσάνυχτα με ξύπνησε αγριεμένη η μεγάλη
μου μέγαιρα, για να μου παραδώσει στα χέρια μου
τα καλύτερα της δώρα, ένα χρυσό δισκοπότηρο,
απ’ αυτό που δίνουν στους φτωχούς για την έξοδο,
μια μεγάλη πυρκαγιά κάποιου πικρού Αυγούστου,
γι’ αδελφικό ενθύμιο κι ένα ζευγάρι αρβύλες ολοκαίνουριες,
απ’ το εργοστάσιο της κατανάλωσης,
τις χρειάζεσαι, μου είπε,
για τις μεγάλες ανηφόρες.
1997

Πελαγίσια όραση

Μεγάλος φανερώθηκε ο λόγος σου
σ’ αυτή την κουρασμένη οδοιπορία.

Πώς να ξεχάσω και τις τέσσερις κατά σειρά
απανωτές εμπειρίες που χαράκωσαν βαθιά
την ψυχή με τα από μέσα μάτια.

Αν είναι πεσμένος, όπως λες, είν’ επικίνδυνο
μόνο τα σύννεφα του χρόνου τρέχουν
στα μάτια του σίφουνας.

Αν είσαι ξύπνιος, μετανιώνεις την ώρα
που σηκώθηκες όρθιος και ξεδιακρίνεις
ένα προς ένα τα απάνθρωπα σκοτάδια.
2010

Ορφικά μυστήρια

Περασμένων αιώνων
μνημονεμένες εποχές
στις ανοξείδωτες ακτίνες
του πνεύματος.
Φαντασία αχνοδιάφανα πλασμένη
προγόνων μας ιερά μυστήρια
μιας ξένης φευγαλέας μουσικής
οι απόηχοι.
Αιώνια ανανεωμένη θάλασσα
το νου πλημμυρίζοντας η άμπωτις
σ’ ανεξερεύνητες βιωμένες πηγές
τα ορφικά μυστήρια
λησμονημένα στ1 απέραντο
διάστημα του χρόνου,
Σέρνοντας παντοτινό χορό
πιασμένα σφιχτά,
στις αδελφές μας,
τις πνευματικές ερμηνείες.
1981

*Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στο ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό «Ο Λόγος» (Νο 24, 2011) που εκδίδεται στη Μελβούρνη από το Σύνδεσμο Ελλήνων Λογοτεχνών και Συγγραφέων Αυστραλίας.

Μίλτος Σαχτούρης, Κοιτάμε με τα δόντια

Δε φταίει το φεγγάρι για την πίκρα μας
καθώς στριφογυρνάει δαιμονισμένα μέσα στο φωσφόρο
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά του
καθώς και μεις στριφογυρνάμε στο σκοτάδι μας
σκορπώντας δεξιά κι αριστερά τα κόκαλά μας
δε φταίει το φεγγάρι για τους λεμονανθούς
δε φταίει το φεγγάρι για τα χελιδόνια
δε φταίει το φεγγάρι για την Άνοιξη και τους σταυρούς
δε φταίει αν πάνω στα μάτια μας φύτρωσαν δόντια

* Από τη συλλογή “Σφραγίδα ή Η όγδοη σελήνη” (1964)