
Μετάφραση Ζ. Δ. Αϊναλής —
Αισθάνθηκα τότε και πραγματικά ότι ανακόπτετε την ατμόσφαιρα γύρω μου, ότι παριστάνετε το κενό ώστε να μου επιτρέψετε να προχωρήσω, ώστε να δοθεί ένας χώρος σε κάτι εντός μου που υπήρχε δυνάμει μόνο ακόμα, σε μια ολάκερη εικονική βλάστηση, και που όφειλε να γεννηθεί, χάρη στην επιθυμία που ο χώρος που της δινόταν της γεννούσε.
Πολλές φορές βρέθηκα σ’ αυτήν την κατάσταση του απίθανου παράλογου, ώστε να δοκιμάσω να γεννήσω εντός μου τη σκέψη. Δεν υπάρχουμε πολλοί σ’ αυτήν την εποχή που θελήσαμε να κακοποιήσουμε τα πράγματα, να δημιουργήσουμε εντός μας διαστήματα ελεύθερα για τη ζωή, διαστήματα που δεν ήταν και δεν φαίνονταν να έπρεπε να βρουν τη θέση τους στο χώρο.
Κι όμως πολλές φορές εξεπλάγην από τούτη την ισχυρογνωμοσύνη του πνεύματος να επιθυμεί να στοχάζεται σε διαστάσεις και σε διαστήματα, και να συγκεντρώνεται σε καταστάσεις αυθαίρετες πραγμάτων ώστε να στοχάζεται, να στοχάζεται με θραύσματα, με κρυσταλλοειδή, έτσι ώστε κάθε τρόπος του όντος να παραμένει στερεοποιημένος σε μιαν έναρξη, έτσι ώστε η σκέψη να μην είναι σε άμεση και αδιάκοπη επικοινωνία με τα πράγματα, αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε αυτή η εμμονή, αυτή η συγκέντρωση, ετούτο το ψύχος, αυτό το είδος της μνημειοποίησης της ψυχής να παράγεται κατά κάποιον τρόπο ΠΡΙΝ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. Πρόκειται προφανώς για την απαραίτητη προϋπόθεση της δημιουργίας. Αλλά εξεπλάγην ακόμα περισσότερο από αυτήν την ακαταπόνητη, μετεωρική ψευδαίσθηση, που φυσά εντός μας αυτές τις καθορισμένες, περιγεγραμμένες, στοχασμένες αρχιτεκτονικές, αυτά τ’ αποκρυσταλλωμένα θραύσματα ψυχής, σαν να μην ήταν αυτά παρά μια μεγάλη σελίδα, εύπλαστη και σε όσμωση με το υπόλοιπο της πραγματικότητας. Και η υπερπραγματικότητα[2] είναι σαν μία πύκνωση, σαν μία ξαφνική συγκέντρωση σε ένα και μόνο σημείο της όσμωσης αυτής, ένα είδος ανταποδομένης επικοινωνίας. Αδυνατώντας να διακρίνω έναν περιορισμό του ελέγχου, βλέπω αντίθετα έναν ακόμη στενότερο έλεγχο, έναν έλεγχο όμως που αντί να δρα, δυσπιστεί, έναν έλεγχο που εμποδίζει τα συναπαντήματα της καθημερινής πραγματικότητας και επιτρέπει τα πλέον εκλεπτυσμένα και τα πλέον σπάνια συναπαντήματα, συναπαντήματα τόσο εξαίρετα λεπτεπίλεπτα ίσαμε τη χορδή, που παίρνει φωτιά και που ποτέ δεν σπα. Οραματίζομαι μια κατεργασμένη ψυχή που ν’ αναδίνει το θειάφι και το φώσφορο από τούτα τα συναπαντήματα ως την αποκλειστικά αποδεκτή επικράτεια της πραγματικότητας. Είναι όμως κι εγώ δεν ξέρω ποια ακατονόμαστη, άγνωστη διαύγεια που μου δίνει τον τόνο και την κραυγή και τα κάνει ν’ αντηχούν μέσα μου. Τα αισθάνομαι σε μια συγκεκριμένη ολότητα αδιάλυτη, θέλω να πω στην αίσθηση εκείνη που καμιά αμφιβολία δεν δύναται να δαγκώσει. Κι εγώ σε σχέση μ’ αυτά τα διεγερτικά συναπαντήματα, βρίσκομαι σε μια κατάσταση ελάσσονος δόνησης· θα ήθελα για μια στιγμή να φανταστείτε ένα μη-είναι ακινητοποιημένο, μία μάζα πνεύματος να δραπετεύει για κάπου, να γίνεται εικονικότητα.
***
Continue reading →