Οι δικοί μου σύντροφοι

Ηλιοκύματα γέρνουν ανάλαφρα στη δύση τους,
πάθη σύγκορμα που λαμπαδιάζουν.
Δέσμες φωτός χρυσίζουν στις αφρισμένες δίνες
και πλένονται στην αρμύρα τους.
Οι σκέψεις μου με τέτοια διάχυτη πανδαισία
ξέφρενες σαν άτια,
αγωνιούν ν’ αγγίξουν αυτές τις εικόνες.
Ακόμα κι ο χρόνος δεν ξεπερνιέται εδώ
με το να χάσεις την αίσθησή του.
Αυτός ο ήλιος που φεύγει
είναι οι δικές μου σκέψεις,
αυτά τ’ αφρισμένα κύματα
είναι οι δικές μου ερμηνείες για το απέραντο,
είναι οι δικοί μου σύντροφοι
κρυμμένοι πίσω από μοναχικούς ορίζοντες
κι οι τελευταίες ματιές τους ακολουθούν
αυτή τη δύση που θα εκραγεί
από στιγμή σε στιγμή.
Καθετί το τελευταίο έχει μια δόση μελαγχολίας
όπως οι τελευταίες ελπίδες που στερεύουν,
ο τελευταίος ασπασμός μιας αγάπης.
Ίσως και να χαθώ απρόσμενα
έτσι όπως απρόσμενα βρέθηκα
σ’ αυτούς τους δρόμους.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Οι ευγενικοί ξένοι της οδού Καραολή

Μπαίνουν και βγαίνουν πάντα αθόρυβα
δεν ενοχλούν κανένα.
Βρίσκω πολλές φορές μια τούφα από μαλλιά
σε μία βούρτσα μες στο μπάνιο
ή υγρά χνάρια στον διάδρομο.
Πιάτα με αποφάγια στην κουζίνα
αποτυπώματα στο πόμολο μιας πόρτας,
ρούχα που σκόρπισαν στο πάτωμα
ένα ραδιόφωνο που κάποιος άνοιξε για λίγο
και το ξέχασε θαρρείς να παίζει αιώνια.
Ω, πόσο αγαπώ τους ξένους της οδού Καραολή.
Χρόνια τώρα ζω μαζί τους.
Κάποιες μέρες σχεδόν τους νιώθω.
Κάθονται απέναντι μου όταν γράφω.
Είναι σαν να με κοιτούν μέσα από γυαλί.
Σαν να απλώνουν το χέρι να χαϊδέψουν.
Σχεδόν σαν κάποιος κάποτε λίγο να με αγάπησε
και ξέχασε μετά τον δρόμο και το νούμερο.

Πόσο διακριτικοί είναι οι ξένοι της οδού Καραολή.
Αφήνουν πάντα το κλειδί κάτω απ’ την ψάθα.
Και μία μπαλκονόπορτα ανοιχτή
μήπως κάποιος θελήσει να πηδήξει.

* Δημοσιευμένο στο περιοδικό “Πάροδος”. Εδώ το ποιημα και η φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκαν από το http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com

Θωμάς Γκόρπας, Αγριότης έρωτος

Κοίτα το κατσίκι πώς ανεβαίνει
κοίτα το κατσίκι πώς κατεβαίνει!
Θα σε λέω κατσίκι!
Δεν ξέρω καμιά τάδε
ν’ ανεβοκατεβαίνει στο κεφάλι μου
καθώς το αίμα μου στο κάτω κεφάλι μου!
Τέτοιες ώρες εγώ τ’ απάνω κεφάλι μου
το στέλνω να κάνει τουρισμό!
Είναι να κρυβόμαστε;
Είσαι κατσίκι ελληνικό          
κ’ εγώ             
ελ-              
ληνικό κατσάβραχο!

* Από το βιβλίο: Θωμάς Γκόρπας, «Τα ποιήματα [1957-1983], Κέδρος, Αθήνα 2006, σελ. 79.

Στρατής Παρέλης, Θα πάρω την ομπρέλα μου, τον ενικό μου

Θα πάρω την ομπρέλα μου, τον ενικό μου
τα παλιά μου παπούτσια την μαύρη πέτρα μου
τον ήλιο που φόρεσα, το φεγγάρι
που επιθυμούσα
και θα φύγω για άλλον παράδεισο…

Και θα σε συναντήσω εκεί που οι ορτανσίες
πάλι επαναστατούν και χρώματα κι αισθήματα σημαίνουν.

Έλα πίσω από τον τοίχο του παλιού σπιτιού- έλα να πάρω
τα φιλιά σου
και ξέγραψε κάθε που είπα λόγο που δεν σ’ άρεσε.

Όταν γευτείς την μοναξιά που ξέρω
θα θέλεις να συνομιλείς μ’ αυτόν τον άγγελο
που σου προσφέρει τώρα ανθοδέσμη εφτά πολύχρωμων
δακρύων…

* Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης από το http://stratisparelis.blogspot.com

Ιάσωνας Σταυράκης: «Το τσίρκο των στοχασμών»

Δεύτερο βιβλίο στη σειρά «Ποιητικές φωνές»
των Εκδόσεων Ακτίς

Με τη δεύτερη ποιητική συλλογή του Ιάσωνα Σταυράκη, «Το τσίρκο των
στοχασμών», ανανέωσαν την εκδοτική τους δραστηριότητα οι νεοσύστατες
Εκδόσεις Ακτίς.

Τα 46 ποιήματα του βιβλίου εκφέρονται με την ορμητικότητα της ιδιαίτερης
ποιητικής γλώσσας του Σταυράκη, εμφανής ήδη από την πρώτη ποιητική του
συλλογή «Delirium Tremens», που δημοσιεύθηκε το 2010. Αιρετικός, σύγχρονος,
νεωτερικός, ο Σταυράκης αξιοποιεί τους μύθους της παγκόσμιας λογοτεχνίας για
να συνθέσει το ποιητικό του σχέδιο.

Οι γλωσσικές του αναζητήσεις φανερώνουν το πλούσιο θεωρητικό υπόβαθρο του δημιουργού, που αξιοποιεί την παράδοση των Γάλλων συμβολιστών και υπερρεαλιστών, ή ακόμα και των ισπανόφωνων μετα-αναρχικών, για να αποκαλύψει την απόλυτα δική του προοπτική πάνω στον έρωτα, την απώλεια ή το πένθος των μικρών καθημερινών θανάτων. Παράλληλα, οι γλωσσικοί δρόμοι που ακολουθεί ο Σταυράκης καθιστούν τον αναγνώστη κοινωνό της υπαρξιακής αγωνίας του καλλιτέχνη στη δημιουργική πορεία του ανάμεσα στις λέξεις και την έμπνευση. Το εξώφυλλο του βιβλίου, καθώς και τους πίνακες που κοσμούν τις σελίδες της συλλογής φιλοτέχνησε ο Ανδρέας Μακαρίου.

Ο Ιάσωνας Σταυράκης γεννήθηκε στην Πάφο το 1982 και εργάζεται στη Μέση Εκπαίδευση. Συνεργάζεται με εφημερίδες, λογοτεχνικά περιοδικά και ιστοσελίδες, όπου κατά καιρούς δημοσιεύει ποιητικά και πεζά κείμενά του. Είναι ενεργό μέλος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου και της Εταιρίας Λογοτεχνών Πάφου.

«Το τσίρκο των στοχασμών» μπορείτε να το παραγγείλετε από τις Εκδόσεις Ακτίς (Γρίβα Διγενή 117, Τ.Κ. 3101 – Λεμεσός) στα τηλέφωνα 25587071 και 99313889 ή στην ηλεκτρονική διεύθυνση ekdoseis.aktis@hotmail.com. Το βιβλίο είναι επίσης διαθέσιμο στα βιβλιοπωλεία: Μετροπόλιταν (Λευκωσία), Μόρφωση (Λεμεσός), Academic and General (Λάρνακα) και Ιφιγένεια (Πάφος).

Μιχ. Γ. Μπακογιάννης, Το περιοδικό του Μανόλη Αναγνωστάκη “Κριτική” (1959-1961) – Ρήγματα στην εσωστρέφεια

Το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου το 1949 μπορεί να σηματοδοτεί τη στρατιωτική ήττα της αριστεράς και την αποκατάσταση στοιχειωδών κανόνων πολιτικής και κοινωνικής ζωής, ταυτόχρονα, όμως, οριοθετεί και την αρχή μιας περιόδου αντιπαλότητας. Η πνευματική ζωή φάνηκε ιδιαίτερα ευάλωτη στις επενέργειες της ιδεολογικής αυτής διαμάχης και χρειάστηκε να περάσει μεγάλο διάστημα μέχρι να αναδρομολογήσει τον προσανατολισμό της.

Τα δύο άκρα του συγκρουσιακού πνευματικού περιβάλλοντος εξέφραζαν αφενός εκείνοι που, σε γενικές γραμμές, στρατεύονταν σε μια λιγότερο ή περισσότερο ιδεαλιστική άποψη για την τέχνη και τη λογοτεχνία και αφετέρου εκείνοι που θεωρούσαν την τέχνη ως παράγωγο των σχέσεων ή της διαπάλης των κοινωνικών τάξεων. Ιδιαίτερα φιλόξενοι χώροι για την αντιπαράθεση αυτή αποτέλεσαν το περιοδικό Νέα Εστία και η εφημερίδα Η Καθημερινή για την πρώτη ομάδα, το περιοδικό Επιθεώρηση Τέχνης και η εφημερίδα Η Αυγή για τη δεύτερη.

Continue reading

Βασίλης Κουστούδας, Το τελευταίο βήμα

Και στου κορμιού το σπάραγμα
και στων χειλιών το κρίμα

το είναι μου ολάκερο
ζητά να αφεθεί

σέρνει η ζωή μου με στοργή
το τελευταίο βήμα

πριν μέσα μου για πάντοτε
ο χρόνος γκρεμιστεί.

Και στα ερείπια των στιγμών
είναι μαζί μου

μου δίνει θάνατο με ένα της φιλί

έλα ψυχή μου
να πνιγείς στο αγριεμένο κύμα

για του κορμιού το σπάραγμα
για των χεριών το άγγιγμα
για των χειλιών το κρίμα….

22/01/2011

* Ο πίνακας της ανάρτησης είναι του Franz von Stuck και έχει τίτλο “The Kiss of the Sphinx” (1895).

Τα νέα πλάσματα

Τα νέα πλάσματα δονούνται
μέσα από οίστρους ισχυρισμών,
όταν τα φώτα τρεμοπαίζουν
στις αλόγιστες καρδιές τους,
όταν τα τελευταία λεωφορεία
χάνονται τρέχοντας
πίσω απ’ το προπέτασμα καπνού
των άρρυθμων μηχανών τους,
όταν τα τελευταία αστέρια
πέφτουν λαβωμένα
απ’ τα ποτάμια αίματος
στους επτά ουρανούς.
Τα νέα πλάσματα
τα θεριέψαμε με τα χνώτα μας,
τ’ αγαπήσαμε με τα χάδια μας
τα σκοτώσαμε με την αδιαφορία μας.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Απόμακρος από την ποιητική τύρβη

Του Γιώργου Μπαλούρδου

Λευτέρης Πούλιος Η Κρυφή Συλλογή
Εικόνες: Χρόνης Μπότσογλου
Εκδόσεις Κέδρος, σ. 89

Ο Λευτέρης Πούλιος είναι μια ιδιαίτερα χαρακτηριστική και άκρως ενδιαφέρουσα ποιητική παρουσία της Γενιάς του 1970. Της Γενιάς της αμφισβήτησης, όπως την έχουν ιστορικά αποκαλέσει. Από τη στιγμή της εμφάνισής του στα λογοτεχνικά γράμματα το 1969 -αρχές της δικτατορίας της 21ης Απριλίου- με τη συλλογή του «Ποίηση 1» έως την τελευταία του, με τίτλο «Η Κρυφή Συλλογή» από τις εκδόσεις Κέδρος, δεν παύει να μας εκπλήσσει, να μας εντυπωσιάζει, να μας χαροποιεί, παρά το βαθύ αίσθημα ναυτίας που προκαλούν η ανάγνωση του ποιητικού του έργου, ο φοβικός και διακριτικά λυγμικός λόγος του, η εριστική και νηπτική γραφή του. Ο ίδιος δεν υπήρξε καριερίστας ποιητής, κρατήθηκε μακριά, αλλά όχι απόμακρα από την ποιητική τύρβη.

Έχει εκδώσει μέχρι σήμερα δώδεκα ποιητικές συλλογές που δεν πέρασαν απαρατήρητες, τόσο από το μικρό αναγνωστικό ποιητικό κοινό όσο και από τους κριτικούς. Μας υποβάλλει η διαπλαστική λεκτικοποίηση του ενοραματικού κόσμου που με ενάργεια αποτυπώνει. Μας έλκει η ισόθερμη εφιαλτική ατμόσφαιρα των ποιητικών του συνθέσεων. Μας πλημμυρίζουν ελπιδοφόρα αίσθηση οι αγαπητικοί δίαυλοι κοινωνικής αισιοδοξίας, όποτε τους συναντάμε στο έργο του. Η φωνή του, συνήθως πένθιμη, αν και θρυμματισμένη, είναι αδρή, ρωμαλέα, εξαντλητική όσον αφορά την κοινωνική παθογένεια και τις επιμέρους στα άτομα ξεχωριστά επιδράσεις της.

Το ύφος, πάντα μάλλον στρατευμένο προς την καθολική άρνηση, εκρηκτικό και σπινθηροβόλο, απελπισμένο αλλά και ευσπλαχνικό, σηματοδοτεί μια πορεία σταθερής αυθεντικότητας. Συνταράσσει η άσπιλη γοητεία του υπαρξιακού του σπαραγμού. Η φωτοσκιασμένη θεουργική του γλώσσα που εικονογραφεί με καθαρότητα την ταραγμένη ιδιοσυγκρασία του. Θέλγει η λειτουργικά προσοδοφόρα δημουργική του δυσαρμονία που ανακαλύπτουμε στο ποιητικό νόημα των στίχων του. Προκαλούν οι βιωματικοί, λεκτικοί του κώδικες που υιοθετεί για να αποδώσει το ψυχικό του αδιέξοδο. Η ερεθιστική, αν και σκόρπια πολυμορφία των εικονοποιητικών του προτάσεων (παραπέμπουν άμεσα στην αμερικανική γενιά των Μπιτ).

Ξαφνιάζει, αλλά δεν ξενίζει η αναμενόμενη ένθεση ποιητικών «ρήσεων» για το τετελεσμένο και απερίγραπτα αναπότρεπτο της ανθρώπινης μοίρας. Ο Πούλιος εκφράζει μια ποιητική ακοσμία, η οποία προέρχεται από την ανθρωπολογική που τον περιστοιχίζει και του προκαλεί ένα αβάσταχτο αίσθημα ασφυξίας και αφόρητης μοναξιάς. Μια ακοσμία που το ειδικό βάρος των λέξεων και οι νοηματικές μεταφορές που την ιχνηλατούν δεν την κατηγοριοποιούν κοινωνικά. Δεν την ταξινομούν ιδιελογικά. Δεν την προβάλλουν αισθητικά. Αλλά κραυγάζουν σπαρακτικά με τον στεγνό λυρισμό τους, την αδιόρατη μουσικότητά τους το τέλος της Κοσμικής συμμετρίας.

Το σταδιακό απανθρωπισμό ενός καταρρέοντος Πολιτισμού. Το αγωνιώδες ψυχομαχητό ενός Κόσμου που ξέμαθε ή δεν γνωρίζει πλέον πώς να πεθάνει. Την οριστική, μάλλον, ασυμβατότητα συνύπαρξης μεταξύ του ανθρώπινου όντος και του περιβάλλοντος. Που εδώ και αρκετές δεκαετίες αργά και ανοδικά έχει αρχίσει η συνύπαρξη αυτή να κακοφορμίζει. Αφού χάθηκε αυτή η πρωταρχική συναλληλία. Τα τραχύ ποιητικό έργο του Πούλιου έχει μια εσωτερική σπονδυλωτή οργανική συνέχεια που πυκνώνεται γύρω από έναν θρησκευτικό μηδενισμό. Αυτή την ανθρωπολογική παθογένεια μνημειώνει και στη νέα του ποιητική συλλογή. Ενός Κόσμου που είναι «αυθάδης» είναι «ανέκφραστος», είναι «διαλυμένος», είτε σποραδικά «καλός» είτε, τέλος, «παρωχημένος» και «κουρασμένος», ιχνογραφείται με τραγικό τρόπο για να εκθεωθεί σε μια ιερή πραγματικότητα του μηδενός. Μια γυμνή πραγματικότητα απομυθοποιημένη και εφιαλτική χωρίς σωστικά ψεύδη. Χωρίς τα κατά συνθήκη ψεύδη της που της αξονοποιούσαν τους στόχους της, την παράδοσή της, τον κοινωνικό της λειτουργισμό. Αποτροπιαστική, άμορφη, άγρια αποκρουστική, είναι η όψη της, όπως η σκοτεινή όραση του μυαλού του την αντιλαμβάνεται. Μια προβληματική για τον κόσμο συνειδητή, ειλικρινής, άμεση. Που οδηγεί προς μια αφηγηματική ροπή υπαρξιακών αποχρώσεων προς την απόγνωση. Που αποφέρει λεκτικά ποιητικά παραθέματα συνήθως, παρά μια ενιαία συμπαγή θεματογραφική εικονογραφία, αν τον μελετάω σωστά.

«Η κρυφή Συλλογή», με τα τριάντα ένα (να είναι άραγε τυχαίος ο αριθμός τους;) μικρά ποιητικά της κομψοτεχνήματα, που συμπληρώνεται το ειδικό τους βάρος από τη σκοτεινή και μουντή εικονογράφηση από τον Χρόνη Μπότσογλου – ανακαλεί έντονα στη μνήμη το έργο του Φράνσις Μπέικον- είναι το τελευταίο Crescendo της ποιητικής του αυτοπαρουσίασης. Εντονα «επισημασμένη» από τις κυματώδεις τρικυμίες του μυαλού τού ποιητικού υποκειμένου.

Εκφραστικά αρμονική, χωρίς εξανθηματικές λεκτικές κορόνες λύτρωσης, χωρίς νοηματικούς αποπροσανατολισμούς από τον κυρίαρχο στόχο του, δίχως ρομαντικές βινιέτες εξιλέωσης του ποιητικού συναισθήματος. Με ευανάγνωστους υπαρξιακούς τόνους και επιτονισμούς. Καθώς «Αιχμηρές σκέψεις τρυπούν το μυαλό μου. / Στην ανυπαρξία και στη λήθη φεύγει η ζωή και χάνεται καθώς ρέει αιώνια». Η αφυπνιστική αφήγηση γίνεται συνήθως σε πρώτο πρόσωπο, όπως αρμόζει σε κάθε προσωπική εξομολογητική φωνή, στα μικρής φόρμας ποιήματα της συλλογής. Και υαλογραφεί πρωτίστως τη φθορά και την παγίδευση του εσωτερικού του κόσμου. Καθώς «κάνοντας έρωτα στον εαυτό του/ ρουφήχτηκε απ’ το μυαλό του/ και τώρα τρελός/ ψάχνει για μια διέξοδο». Αλλά και οι άλλοι γύρω του, άνθρωποι ποταποί, μικρόψυχοι, χαοτικοί, ναυαγισμένες μεταφυσικά υπάρξεις, από όλο το οικονομικό φάσμα της κοινωνίας, «επισκευάζονται καθημερινά στα συνεργεία της αθλιότητας».

Η φωνή του Λευτέρη Πούλιου μού φέρνει στο νου τη ρήση του Ελύτη: «Αν είναι να πεθάνεις πέθανε, αλλά κοίταξε να γίνεις ο πρώτος πετεινός μέσα στον Αδη». Ο ποιητής, δέσμιος των αδιεξόδων του, που στην πραγματικότητα είναι οντολογικά αδιέξοδα κάθε ευαίσθητου και συνειδητού ανθρώπου, βυθίζεται στον γνόφο του μυαλού του, αγωνιζόμενος με το μεθυστικό πανηγύρι των ποιητικών λέξεων να ψαύσει τη δική του αλήθεια, να βρει τους τρόπους που θα λυτρωθεί από το βάρος της φθοράς των πάντων γύρω του. Θρηνώντας για τη μυστηριακή, αλλά βεβηλωμένη ομορφιά της ζωής.

Μόνος και έρημος, τσακισμένος από τις ενοχικές επιθυμίες του Κόσμου, που αντανακλώνται καταλυτικά στις ανεξερεύνητες σπηλιές του μυαλού του, σκυφτός και δεητικός μέσα στον ιερό χώρο της προσωπικής του Πάτμου, στέκει συντροφιά με τους αμαρτωλούς αγίους του, να αναμένει το κάλεσμα της «Μαύρης Αράχνης στο υπερπέραν», όπως όλοι μας.

Θανάσης Παπαστεργίου, Χωρίς αρχή και τέλος

Η αρχή που δεν έχει αρχή
Το τέλος που δεν έχει τέλος
Και η σιωπή του Αγγελόπουλου
Στα λιβάδια που δακρύζουν.
Δαρμένοι καιροί
Σε δαρμένα αλώνια
Στεγνό το σπυρί
Στεγνό το προζύμι
Αργός ο ρυθμός
Μελαγχολικά τα πρόσωπα
Τραγικές σκιές
Στα συντρίμμια των χρόνων
Σκέψη ώριμη
Στο μάκρος της ταινίας
Και πνιγμένος λυγμός
Στο σκοτεινό τοπίο
Πρωινές αυγές
Φωτίζουν το σύμπαν
Και ιδέες λαμπρές
Δοκιμάζουν το πνεύμα
Κομμένο το νήμα’
Κομμένος κι ο πόνος.

*Δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης «Νέος Κόσμος» στις 7 Φλεβάρη 2012.