Νίκος Καρούζος: Η ποίηση ως ενσάρκωση

ΤΗΣ ΚΛΕΟΠΑΤΡΑΣ ΛΥΜΠΕΡΗ

Θα μπορούσαμε να ονομάσουμε πατέρες (και μητέρες) του Νίκου Καρούζου τον Τ.Κ. Παπατσώνη και τη Ζωή Καρέλλη, πράγμα που θα έθετε ένα σημείο αναφοράς για το υπαρξιακό περιεχόμενο του έργου του και την ιδιαίτερη πνοή μιας πνευματικότητας η οποία αντλεί από το θρησκευτικό βίωμα (στη δική του περίπτωση, βεβαίως, ιδιότυπο και πολύ διευρυμένο). Όμως, αυτό δεν θα ήταν αρκετό για να φωτιστούν όλες οι πτυχές της ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας. Το καθολικό βλέμμα, η πολυεπίπεδη σύλληψη του κόσμου, η δυνατότητα σύνθεσης όλων των πνευματικών παραδόσεων, η επαναστατική αντίληψη, είναι μερικά από τα στοιχεία που ευθύνονται για την μοναδικότητα αυτού του ποιητή.

Ο Νίκος Καρούζος είχε αφομοιώσει την ελληνική παράδοση -αρχαία και νεώτερη- με πολύ φυσικό τρόπο, χωρίς αγκυλώσεις• κατόρθωσε έτσι να αξιοποιήσει τους καρπούς της γενιάς του 30, συμπεριλαμβάνοντας την εμπειρία του μοντερνισμού, και, ταυτοχρόνως, παραμένοντας σταθερά σ’ ένα ελληνικό κέντρο. Για τη σχέση του αυτή με τις δομές της παράδοσης (δομές της σκέψης αλλά και της κουλτούρας) έχω την αίσθηση ότι αποτελεί και τον πιο ώριμο εκπρόσωπο της μεταπολεμικής ποίησης.

Η φιλοσοφική και θεολογική παιδεία του Ν.Κ, καθώς και ένα ισχυρό κριτήριο – πολιτικό, αισθητικό, ηθικό- ήταν οι βασικοί μοχλοί της τέχνης του. Ωστόσο προσέγγισε τις ιδέες χωρίς τον στείρο εγκεφαλισμό του ψυχρού διανοούμενου, με την περίσσεια της αισθαντικότητάς του, η οποία καλούσε κάθε σκέψη για να την εντάξει δημιουργικά στην εμπειρία της ύπαρξης. Έτσι, το ποιητικό του βίωμα έγινε ο μεσοσταθμός αυτής της μεταμόρφωσης των ιδεών σε υπαρκτικές φανερώσεις.

Continue reading

Ρόμπερτ Λόουελ – Επίλογος (Epilogue)

Εκείνα τα ευλογημένα εργαλεία,
πλοκή και ομοιοκαταληξία…
γιατί βοήθεια δεν μου δίνουν τώρα
που θέλω να κάνω
κάτι της φαντασίας μου, κι όχι από μνήμης;
Ακούω τον θόρυβο της φωνής μου:
Του ζωγράφου η όραση φακός δεν είναι,
Τρέμει, το φως για να αγκαλιάσει.

Αλλά κάποιες φορές ό,τι κι αν γράφω
με του ματιού την ξεφτισμένη τέχνη
μοιάζει ενσταντανέ
γρήγορο κι υπερφωτισμένο,
φανταχτερό και ταξινομημένο,
πιο τονισμένο απ’ τη ζωή,
μα από το γεγονός παραλυμένο.
Όλα γάμος αταίριαστος.
Γιατί όμως να μην πω τι έγινε;
Προσευχηθείτε για της ακρίβειας τη χάρη
που ο Βερμέερ έδωσε στον φωτισμό του ήλιου
όπως γλιστρά σαν την παλίρροια στον χάρτη
προς το κορίτσι του το στέρεο από λαχτάρα.
Είμαστε φτωχά φευγαλέα γεγονότα,
γι’ αυτό θέλει προσοχή, να δώσουμε
σε κάθε μορφή στη φωτογραφία
το ζωντανό της όνομα.

*Τελευταίο ποίημα της συλλογής Day by Day, 1977 – Μετάφραση: Παναγιώτης Αλεξανδρίδης

Έρμα Βασιλείου, Ρωτάς για περιόδους

του ήλιου και για ηλιοστάσια
ανοικτά περιμένουν βροχή
τ’ αναμμένα κοχύλια
η θάλασσα δεν σβήνει πυρετούς
και η λάβρα βάφει
σαν να θέλει να πεθάνει
σαν να θέλει να ζήσει
τα φαινόμενα έχουν όλα
την ερμηνεία τους
μια μικρή με βάδισμα μάγισσας
και κόκκινη φούστα
φέρνει μια ανάσα
από τα χείλη του αστεριού
μα το θηρίο φυσάει στα σωθικά μας

*Από τη συλλογή “Κρυπτογραφίες”

Ντίνα Γερολύμου, Δύο ποιήματα

Ίσαλος γραμμή

Πάνω στη ίσαλο γραμμή ξεψύχησε η νηνεμία
βυθίστηκε η ανάσα μου στη πλώρη του κόσμου
κι έβρεξ’ αστέρια το σκοτάδι

μια προσευχή ικέτεψε το άπειρο
να μου χαρίσει μια στάλα ουρανό
κι ας είν’ απ΄ αλμυρό νερό

κι ας είναι απ’τα χέρια ενός κλέφτη.

Πάντα φευγάτοι

ταξιδεύουμε
πάντα φευγάτοι επιστρέφουμε
στις χειμέριες νάρκες μιας άλλης ζωής
ανακούρκουδα γελάμε κι αναδεύουμε
ημιτελή φεγγάρια
σε απαλά χαράματα
κι είν΄το χαμόγελό μας
το νήμα μιάς ντροπαλής αυγής
κι είν΄το δάκρυ μας
η ακτίνα ενός τρεμάμενου σεληνόφωτος
και ναυαγούμε στο ενδιάμεσο κενό
πάντα φευγάτοι…

*Παρμένα από το blog της Ντίνας Γερολύμου στο http://perpetualresidence.wordpress.com

Άννα Αχμάτοβα, Η Μούσα

Τον ερχομό σου μες στη νύχτα καρτερώ
σε μια κλωστή θαρρώ κρέμεται η ζωή μου
νιότη, ελευθερία, δόξα, ας πάνε στο καλό.
Αγαπημένη εσύ, πλησίασε, έλα με τη φλογέρα
να την, που πέταξε το πέπλο της.
Στα μάτια με κοιτά προσεχτικά: Ρωτώ:
«Του Δάντη τις σελίδες υπαγόρεψες εσύ;
τους στίχους για την κόλαση;» Και απαντά. Εγώ.

* Μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου

Δάκρυα που καρτερούν εκείνες τις νύχτες

Δακρύζω κι είσαι στη σκέψη μου
με δάκρυα που έχουν τόσα να πουν
χαράζοντας ανείπωτες αλήθειες,
δάκρυα που καρτερούν εκείνες τις νύχτες
τις κρεμασμένες στο παράθυρο τ’ ουρανού.
Παιδί σαν ήμουνα
κοιτούσα τον ουρανό ακίνητος
με τις ώρες
κι έτσι έμαθα ν’ αγαπώ τ’ αστέρια.
Έπειτα έζησα με των καιρών τα ξεροβόρια
κι έτσι γεννήθηκαν
τα μοναχικά τραγούδια μου.

*Από τον κύκλο ποιημάτων “Ηλιοβασιλέματα” που γράφτηκαν στην Ικαρία τον Ιούλη του 1990.

Άννα Νιαράκη, Mε το κεφάλι προς τα πάνω

Έκκεντρες απώλειες
σε τροχιές ρητορικές
αρχαίων λόγων.
Απαγορευτικές δεσπόζουν
πάνω στα δάκρυα.
Είναι ο πνιγμός, ο ύστατος φόβος
μέσα σε μήτρα υγρή και σκοτεινή.
Να ψάχνεις μάταια για ένα φως
με το κεφάλι προς τα πάνω.
Χρόνια πολλά αργότερα
σε ύπτια θέση, στην πλάτη της
θάλασσας ακουμπάς,
και με τα μάτια να καίγονται
φυλακίζεις στη μνήμη σου
σύννεφα κι ένα γαλάζιο καθρέφτη.
Σε αυτόν θα καταφεύγεις
καθ’ όλη την πορεία σου.
Σείριος, Κασσιόπη, Βέγας
Κι ένα γαλάζιο κάτοπτρο.
Θα ψάχνεις μάταια για ένα φως

Μαρία Σερβάκη, Μήδεια

“Γυμνές στο αίμα οι νοσταλγίες απάνθρωπες”
“Παίζουν τ’ αγόρια σας
Παίζουν τ’ αγόρια σας
Σώματα καταποντισμένα
Σώματα γιορτινά
Παιχνίδια του θανάτου”
“Χάος σκιά ερωτική
Σε τέτοιες πάλι οδύνες παρασύροντάς μας
Δίχως μνήμη”
“Κι ανατέλεις παλίμψηστη
Στις στροφές των αιώνων”

Ελισσαίος Βγενόπουλος, Λένορμαν

Στραβοπάτησε το απόγευμα
κι εμφανίστηκαν απ’ όλες τις γωνιές της γειτονιάς
μυρμήγκια από ενοχές
σφήκες από πληγές
και κομμάτια αντίδωρου
νοτισμένης πίκρας

Φταρνίστηκε το σύννεφο
και οι νεραντζιές τυλίχτηκαν
στων ανθρώπων την αβεβαιότητα
και ποτίστηκαν τη ματωμένη τους αγωνία

Από τη γωνία ξέφυγε το κορμί της πόλης
όπως γλιστράει η δεντρογαλιά
στην κόχη της σκοροφαγωμένης θύρας

Πίσω άφησε
την άχνα της να μυρίζει
νυχτολούλουδα, διαβεβαιώσεις
και στραγγισμένη υπομονή

9.4.12

Ε.Χ., Νεκρός κείται στην πλατεία (6/4/12 εις μνήμη του Δημήτρη Χριστούλα)

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

Τιμή και Δόξα
Ορκιστείτε ‘σεις οι Ζωντανοί.
Αίμα Νεκρού
πότισε αυτό το χώμα,
φυτέψτε σπόρο Τώρα
να φυτρώσει το Δέντρο της Ζωής,
το Αίμα του Νεκρού
στα φύλλα να κυλίσει,
οι Καρποί του να χορτάσουν
τους πεινασμένους αυτής της Γής.

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

Φοβισμένες άγνοιες
συνεδριάζουν στα μέγαρα και στα γραφεία
την Ψυχή αναρωτιούνται πώς θα ξεστοιχιώσουν,
μα πώς να ξεστοιχιώσει μια Ψυχή;
«Γενηθήτω το θέλημα της
μόνον έτσι.»

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

«Τιμή και Δόξα.
Αυτό ταιριάζει στην ηρωική την πράξη
στα γόνατα να πέσω.
Προσκυνώ».

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

«Σήκω πάνω Γιε μου
και ‘συ Κόρη,
να σας κοιτώ στα μάτια
αυτό είναι το σωστό.
Άνθρωπος που σκύβει το κεφάλι
καλύτερα να του το κόψουν».

ΝΕΚΡΟΣ ΚΕΙΤΑΙ ΣΤΗΝ ΠΛΑΤΕΙΑ

«Κοιμήσου τώρα Πατέρα
θα ‘ρθει καιρός που θα ξυπνήσεις.
Ο θεός «λένε», ξυπνάει
με την Ανάσταση,
ο Άνθρωπος όμως,
ξυπνάει με την
Επ-ανάσταση.
Αμήν».