Μίλτος Σαχτούρης, Ο δαίμονας

Το μυαλό μου κουρασμένο
Πώς έπεσα
και τσακίστηκα

Τώρα με δεκανίκια
χρυσά τρίγωνα, χρυσά τετράγωνα
γύρω κρεμνάω

Τώρα οι άσπροι φίλοι μου
μαύρο φάντασμα
Τώρα οι μαύροι φίλοι μου
άσπρο φάντασμα

Κι εκείνη που χάθηκε με τ’ασημένιο καρφί στον ποταμό
Δεν ξέρω ποιός
ο ήλιος ή το χιόνι
Δεν ξέρω ποιά
τα χελιδόνια ή τα σπουργίτια

Μετράω, ολοένα μετράω
Η μητέρα μου ολοένα κλαίει
Μετράει η μητέρα μου
ολοένα μετράει

Δήμητρα Καραφύλλη, Η φυσαλλίδα

Ξεθωριασμένο ρούχο στόν ακάλυπτο της λήθης.
η στιγμή.
Λεζάντα κάτω από θαμπή φωτογραφία, ίσως.
Ο ενεστώς βουλιάζει στόν αόριστο, αφήνοντας
μία φυσαλλίδα εύθραυστη
στην αεικίνητη επιφάνεια του νερού
που αέναα ανανεώνεται
σε βάθος χρόνου.
Και όσα
αχ,
αλί
αμάν
αμήν
αχνές ουλές
πνεύμα δασύ που σβήστηκε
από την ιστορία.

Λουίς Θερνούδα, Καθιστές κοιλιές

Ευχαριστημένοι
Όπως εκείνοι που ξέρουν
Όπως εκείνοι που κρατάν στη χούφτα τους την αλήθεια
Καλά πιασμένη για να μη ξεφύγει
Και με περηφάνια
Σαν φύλακες των ίδιων σας των εαυτών
Εξουσιάζετε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης
Εσείς καθιστές κοιλιές.

*
Δεν υπάρχει αέριο
Δεν υπάρχει μολύβι
Που να φουσκώνει τόσο που τόση σαβούρα να βγάζει
Σαν τη δική σας δηλητηριώδη σιγουριά
Αυτή η σιγουριά τού να νιώθετε το πανωφόρι σας
Καλοπροστατευμένο από τον πισινό σας.

*

Κοιτάτε από εδώ κι από εκεί
Χαμογελάτε ξύνοντας πονηρά το βρωμερό στόμα σας
Κι από εκεί αποφαίνεστε όπως το αρχαίο μαντείο
Φουσκωμένες ηλιθιότητες
Αποφθέγματα που στραγγίζουν ανάμεσα στις σχισμές σαν ποντίκια.

*

Φτερωτό το ρωμαλέο πόδι
Το νεανικό και ρωμαλέο πόδι
Που θα γκρεμίσει σύντομα
Αυτό το φουσκωμένο με λάσπη, κακία και αδικία πανωφόρι
Παρασέρνοντας μαζί του και τον πισινό και την κοιλιά σας
Το θλιβερό σας πρόσωπο που μολύνει τον αέρα
Τον καθαρό και δίκαιο αέρα
Όπου σήμερα ξεσηκωνόμαστε
Ενάντια σε όλους σας
Ενάντια στην ηθική σας ενάντια στους νόμους σας
Ενάντια στην κοινωνία σας ενάντια στο θεό σας
Ενάντια σε σας τους ίδιους καθιστές κοιλιές
Με ένα στέρεο στάχυ
Γι’ αυτόν που σπρώχνει τη δύναμη του από τη γη
Για να ανοίξει ο ήλιος
Για να δώσει τον καρπό του
Καρπό του μίσους και της χαράς
Φρούτο του αγώνα και της γαλήνης.

*

Η αλήθεια βρίσκεται σε αμάχη και σε αυτή σας περιμένουμε
Καθιστές κοιλιές
Τεντωμένες κοιλιές
Νεκρές κοιλιές.

*Λουίς Θερνούδα (Σεβίλη 1902-Πόλη του Μεξικού 1963)
**Δημοσιευμένο στο περιοδικό Octubre τον Απρίλη του 1934.
**Αναδημοσίευση από το http://eranistis.net/wordpress/

Οι σεισμοί μιλούν

Οι σεισμοί μιλούν
γιατί οι άνθρωποι δεν μιλούν,
αντιμέτωποι με το άρρητο σήμερα,
το αόριστο αύριο,
ψήγματα που εξορύσσουν,
ρανίδες αίματος που αποστάζουν
σε κάθε σημείο
τις πικρές τους ανάσες,
ευωδιά χωρίς ανάπαυλα,
αισθήματα
με ασθμαίνοντες ρόλους
σαν φαρμάκι στις ρίζες της ζωής.
Αλλά κάποτε θα καταλάβουν
ότι είναι βασιλιάδες
σε τοπία χωρίς πηγές,
σε μέρη επιδημιών και σεισμών
όπου κανείς δεν ακούει
γιατί δεν υπάρχει για ν’ ακούσει,
όπου μόνο στιγμιαία βλέμματα
και παράλογες σιωπές κυριαρχούν.
Πώς μπορεί κανείς
να ζήσει μ’ αλληγορίες
που τελειώνουν
κι ανάγκες που τρυπάνε
τα πλευρά;

* Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη
Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το http://diffusedlight.blogspot.com

Ζακ Πρεβέρ, Στην τύχη των πουλιών

Έμαθα πολύ αργά ν΄αγαπώ τα πουλιά
Και λυπάμαι κάπως γι’ αυτό
Τώρα όμως όλα έχουν πάρει το δρόμο τους
Και καταλαβαινόμαστε
Εκείνα δεν ασχολούνται μαζί μου
Μα μήτε κι εγώ μαζί τους
Απλώς τα κοιτάζω
Και τ΄ αφήνω στην ησυχία τους
Όλα τα πουλιά δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους
Δίνουν το παράδειγμα
. . . . . . . . . .
Τα πουλιά δίνουν το παράδειγμα
Το παράδειγμα όπως πρέπει
Παράδειγμα των πουλιών
Παράδειγμα των πουλιών
Παράδειγμα τα φτερά οι φτερούγες το πέταγμα των πουλιών
Παράδειγμα η φωλιά τα ταξίδια τα τραγούδια των πουλιών
Παράδειγμα η ομορφιά των πουλιών
Παράδειγμα η καρδιά των πουλιών
Το φως των πουλιών.

*Au hasard des oiseaux, Jacques PRÉVERT
Από την ποιητική συλλογή: “Paroles”
Μτφ. της Εύπλοιας

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Παρίσι

Κουβεντούλα με
τον Πύργο του Άιφελ.

Φθαρμένο από χιλιάδες λάστιχα
Τριμμένο από εκατομμύρια πόδια
Οργώνω το Παρίσι –
Τόσο τρομερά μονάχος
Είναι φρίκη – μήτε ψυχή
Φρίκη – κανένας
Γύρω μου
Αυτοσχεδιάζουνε χορούς
τα λεωφορεία.
Γύρω μου
Σφυρίζουν τα νερά
Συντριβανωτά πετιούνται
Μεσ’ από στόματα ψαριών τεράτων
πούχουν μείνει εκεί ακόμα
Απ’ την εποχή του Λουί Κενζ.
Μπαίνω στην πλατεία Ομονοίας.
Περιμένω
Ώσπου σηκώνοντας τη νευριασμένη του κορφή
Βαριεστημένος απ’ την παρακολούθηση
των γύρω του σπιτιών.
Έρχεται να με συναντήσει
Ένας μπολσεβίκος
βγαίνοντας απ’ τα σύγνεφα
Ο Πύργος του Άιφελ
Παληκαρίσα.
Σσσ…
Πύργε,
Πάτα στα νύχια.
Το φεγγάρι
Στραβοκοιτάει σαν γκιλοτίνα.
(Χαμηλώνω τη φωνή και ψιθυρίζω).
Άκουσέ με
(Και μουρμουρίζω
Μπουζζζζ
Στο ραδιο-αφτί του).
Έχω κάνει προπαγάνδα
Σ’ όλα όσα γίναν και χτίστηκαν.
Θέλουμε μονάχα να μας πεις –
Αν συμφωνάς,
Πύργε
Αν θέλεις νάμπεις πρώτος
Σε μια εξέγερση.
Πύργε –
Αν πεις το ναι
Σ’ ‘εκλέγουμε αρχηγό!
Δεν είναι για σένα –
Μεγαλοφυΐα των μηχανών –
Να χαραμίζεσαι δω χάμω
Με τους στίχους
του Απολλιναίρ.
Δεν είναι τόπος αυτός
Για τα σένα
Τούτος ο τόπος της φθοράς
Τούτο το Παρίσι που γέμισε πόρνες
Ποιητές,
Χρηστηματιστήρια,
Τα Μετρό συμφωνάνε
Τα Μετρό είναι μαζί μας –
Θα ξεράσουν το πλήθος
Μεσ’ απ’ τα καγκελόφραχτα τούνελ.
Θα σκουπίσουν και θα ξύσουν
Με αίμα απ’ όλους τους τοίχους
Τις ρεκλάμες του λούσου
Των αρωμάτων και της πούδρας.
Τόχουν πιστέψει –
Ποιος ο λόγος να ξεχύνονται χτυπώντας τις ρόδες
Με τα βαγόνια της πρώτης για τους πλούσιους;
Δεν είναι όχλος τα Μετρό!
Τόχουν πιστέψει:
Οι δικές μας ρεκλάμες
Τους πάνε πιο καλά
Τα’ απλά πάνω
Και τα πλακάτ του αγώνα.
Πύργε –
Μη φοβάσαι τους δρόμους!
Κι αν οι δρόμοι δεν αφήσουν τα Μετρό –
Τα λιθόστρωτα είναι καρφωμένα με ράγιες.
Θα ξεσηκώσω τις ράγιες σ’ εξέγερση.
Φοβάσαι;
Κοπάδια τρακτέρ θα σε διαφεντέψουν.
Σκιάζεσαι ακόμα;
Θαρθεί σ’ ενίσχυσή μας η συνοικία της Ριβ-Γκος.
Μη φοβάσαι!
Θα βάλω μπροστά και τις γέφυρες
Δεν είναι τόσο εύκολο
Να περάσουν κολυμπώντας το ποτάμι!
Οι γέφυρες
Ξετρελαμένες απ’ την πυκνή κυκλοφορία
Θα σηκωθούνε απ’ τις όχτες του Παρισιού.
Με το πρώτο σύνθημα
Όλες οι γέφυρες θα μπουν στην ανταρσία –
Και θα πλαντάξουν
Κάθε περαστικό
Πάνω στα τόξα τους.
Όλα ξεσηκώνονται.
Ο κόμπος έφτασε στο χτένι.
Σε δεκαπέντε
Σε είκοσι χρόνια
Η δύναμη σκορπάει
Τ’ ατσάλι νερουλιάζει
Και μια απ’ αυτές τις νύχτες
Τα πράγματα
Θα πάνε
Να πουληθούνε
στη Μονμάρτη.
Έλα Πύργε
Σε μας!
Εκεί –
Είσαι πιο χρειαζούμενος.
Λάμποντας με τα’ ατσάλι σου
Τρυπώντας τους καπνούς,
Θα σε υποδεχτούμε.
Έλα σε μας.
Θα σε καλοδεχτούμε
Πιο στοργικά κι απ’ την πρώτη μας αγάπη.
Έλα στη Μόσχα!
Η Μόσχα
Έχει τόπους για όλους.
Όλοι θα σ’ έχουν στο δρόμο τους!
Ο καθένας
Θα φροντίζει τα πρωινά σου.
Εκατό φορές τη μέρα
Θα καθαρίζουμε το μπρούντζο και τ’ ατσάλι σου
Να λάμπει σαν τον ήλιο.
Άσε αυτή την πολιτεία
Το Παρίσι των δανδήδων
Το Παρίσι των μεγάλων Βουλεβάρτων
Που σπάνε τις μασέλες απ’ το χασμουρητό
Ας την να τελειώσει όπως είναι
Στο δάσος της Βουλώνης
Στα μουσεία
Σ’ ένα Λούβρο κοιμητήρι των πάντων.
Βάδισε μπροστά
Με τα γερά σου ποδάρια
Που πήραν νεύρο και ζωή απ’ τα σχέδια του Άιφελ.
Μες στον πλατύ μας ουρανό
Άσε το μεγάλο σου φρύδι
Να ραδιωθεί
Έτσι π’ ακόμα και τα κόκκινα αστέρια μας
Να σε καλοκοιτάξουν!
Αποφάσισε, Πύργε –
Ολόγυρα σου οι εξεγέρσεις
Τραντάζουν απ’ τα νύχια ως την κορφή
Το γέρικο Παρίσι!
Έλα σε μας!
Σε μας, στην Ε.Σ.Σ.Δ.!
Έλα. Πάμε –
Εγώ –
Αναλαμβάνω
Να σου βγάλω διαβατήριο!

1922

Τέος Σαλαπασίδης, Σχέδιο για προσευχή

Νίκος Χουλιαράς: Το αναπάντεχο συμβάν του Σαββάτου στο χαρτί της ίδιας νύχτας -Νύχτα Σαββάτου, περίπου 2003, Ακρυλικό σε πισσόχαρτο, 64χ74εκ. Συλλογή του καλλιτέχνη.

Εικοσιτετράωρα αιώνων σκυφτός – Θεέ
στης πόρτας μου τα σιδερένια σκαλιά.
Της αλήθειας σου το κρύο πάγωσε στα γένια σου
και περιμένεις …
Περίμενε, έχω δουλειά!
Στρώνω με τον πυρετό μου ένα σχέδιο:
«Κατάληψη εξουσίας»
και χρειάζομαι τώρα διαβήτες, μπιστόλια,
κι ανθρώπους.
Να `χουνε χέρια γερά, να δουλεύουν, να ιδρώνουν.
Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα!
Έλα αύριο, χαράματα που θα πιάσουμε μάχη,
έλα να γίνουμε φίλοι.
Με χοντροπάπουτσα παρτιζάνος – στρατιώτης
στην ίδια γραμμή πυρός. Έλα.
Σε περιμένω στην είσοδο του εργοστασίου
πάνω στ΄ αυλάκια των χωραφιών
στα καμένα χωριά της υπαίθρου
στο καμένο χώμα των πόλεων.
Σε περιμένω στην αίθουσα αναμονής
Για την Επανάσταση, πρώτη θέση.
Θα με βρεις τραγουδώντας
καβάλα σ΄ ένα βουνό ανθρακίτη
σ` ένα κύμα της θάλασσας
στης Νορμανδίας [1] το ψηλότερο κατάρτι
σπήκερ στον πύργο του Άιφελ
σε μακεδονήσια θημωνιά γλυκοφιλώντας ένα κορίτσι.
Εκεί που δεν κοίταξες ποτέ – δίπλα σου,
θα με βρεις υψώνοντας τη γροθιά σου
κοιτώντας αντρίκεια, σφυρίζοντας
«ένας σύντροφος καινούργιος».
Θα σε γνωρίσω. Να κρατάς Ριζοσπάστη,
Σύνθημα – παρασύνθημα : Χαρίλης – Θεσσαλονίκη.
Θα `χω στ΄ αυτιά μου κόκκινους ήχους
στα μάτια μου συνωμοτική γαλήνη.
Θα φοράω αρβύλες μπαλωμένες με χιόνι,
πλεγμένο αντάρτικο σκουφί στον αργαλειό της θύελλας
με νήματα βροχής.
Θα `χω τ΄ αμπέχονο μ’ αγέρα κουμπωμένο – την άνεση
τυλιγμένη στο λαιμό μου,
ένα τρύπιο κασκόλ.

Ζητάς να σε πιστέψω; Έλα!
Στην ίδια διμοιρία θα σου δώσω
στο δίπλα χαράκωμα μια θέση βολής.
Αν θέλεις, έλα!
Είναι στη γη μας καλύτερα.

[1] Η “Νορμανδία” ήταν κάποτε, πριν από τον πόλεμο, το μεγαλύτερο υπερωκεάνιο του κόσμου.

*ΤΕΟΣ ΣΑΛΑΠΑΣΙΔΗΣ μια παρουσίαση από τον Κώστα Βούλγαρη, εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ [στη σειρά “εκ νέου”, αρ. έκδ.1] Δημοσιεύθηκε στα Ελεύθερα Γράμματα, τχ.38, 08.03.1946, με το ψευδώνυμο Νίκος Νικολαΐδης.

** Από το http://eccoci.pblogs.gr/2012/04/teos-salapasidhs-shedio-gia-prosefhh.html

Στρατής Παρέλης, Μια μουσική –όχι γαλάζια ή λευκή- μια μουσική αρχαιότροπη

Στο φως που τρέχει πάνω από τους ορυζώνες
ένα ελεύθερο πουλί που ένιωσε
δικαίωμα να υπερβάλλει.

Και μια μουσική –όχι γαλάζια ή λευκή- μια μουσική
αρχαιότροπη, γυμνή, υποταγμένη
στον παλμό της εύφορης γης.

Ο λόγος έχει αφιόνι, ο λόγος εξάπτεται
κάποτε γίνεται η μικρή στιγμή μεγάλη
η αλλαγή στον τρόπο που κοιτάς δεν έχει νόημα
η περίπτωση τώρα είναι σπουδαία
που το γραμμένο εξίσου είναι ρέον ποταμός- κι η πεμπτουσία
των πάντων μες το παρόν σου φανερώνεται.

Πόση σκέψη διανύουμε πριν να βρεθούμε
σε ένα ξέφωτο δύσκολο απ’ όπου
κοιτάς αλλιώς και τον ίδιο τον θάνατο- κοιτάς
και δεν ξέρεις ποιά είναι η ζωή για ζωή..

Επιστρέφω από μέρες που δεν τις εμπιστεύτηκα
ποτέ μου. Έμαθα την ψυχή μου ουρλιάζοντας
λυσσασμένα- να μου αποδοθεί
ένα δίκαιο αγκαθωτό- όπως
να σε κεντά τσουκνίδα
και να σε πνίγει το αίμα
το πάθος
το γάργαρο όνειρο.

6.4.2010

*Από το http://stratisparelis.blogspot.com

Η εποχή των κερασιών

Όταν θα τραγουδάμε την εποχή των κερασιών
τ’ αηδόνια και τα κοτσύφια,
θα χουν γιορτή…
Οι ομορφούλες θα ‘χουν την τρέλλα στα μυαλά
κι οι εραστές, τον ήλιο στην καρδιά.
Όταν θα τραγουδάμε την εποχή των κερασιών
καλύτερα θα κελαηδά κι ο παιχνιδιάρης κότσυφας.

Μα είναι τόσο σύντομη η εποχή των κερασιών!
Εκείνη, που πηγαίνουμε με τ’ όνειρο να βρούμε τα διπλά,
να φτιάχνουν σκουλαρίκια…
Κεράσια του έρωτα με ίδια φορεσιά,
πέφτουν στα φύλλα σα σταγόνες αίμα.
Μα είναι τόσο σύντομη η εποχή των κερασιών!
Κοράλλια που τα μαζεύουμε στα όνειρα.

Όταν θα ζήσετε την εποχή των κερασιών
αν φοβάστε τον πόνο του έρωτα,
μακριά απ’ τις ομορφούλες…
Εγώ, που δε φοβάμαι τις θλίψεις τις μεγάλες
ξέρω πως μια μέρα θα υποφέρω.
Όταν θα ζήσετε την εποχή των κερασιών,
θα ζήστε και τον πόνο του έρωτα.

Πάντα θ’ αγαπώ την εποχή των κερασιών!
Είναι η εποχή που κρατώ μες στην καρδιά μου
μια ανοιχτή πληγή…
Και η Κυρά Μοίρα που μου προσφέρεται
δεν θα μπορέσει ποτέ να κλείσει την πληγή μου.
Πάντα θ’ αγαπώ την εποχή των κερασιών!
Και την ανάμνησή της, που την κρατώ μες στην καρδιά μου.

*Ερωτικό τραγουδάκι που γράφτηκε το 1866 από τον Jean Baptiste Clément και τη μουσική του την έφτιαξε ο Antoine Renard το 1868. Το τραγουδάκι συνδέθηκε με την Παρισινή Κομμούνα του 1871 και όπως λέει στις αναμνήσεις της η Louise Michel, ο Clément το αφιέρωσε στις τελευταίες στιγμές της Κομμούνας, αλλά και σε μια νοσοκόμα που σκοτώθηκε στο οδόφραγμα τη Ματωμένη Εβδομάδα.

Eξυψώνοντας τις μόνες αλήθειες

Δίνουμε χρησμούς ως οραματιστές,
ξοφλώντας το χρέος μας ως επαναστάτες,
ν’ απευθυνθούμε στα πλήθη,
ν’ αφυπνιστεί η σκέψη τους,
ν’ ακονιστεί το κριτήριό τους,
εξυψώνοντας τις μόνες αλήθειες.
Να εξεγερθεί η φύση
με ιαχές και σαλπίσματα,
να λυτρωθούμε απ’ το παλιό,
απ’ τις φυλακές που είναι αμπάρια,
απ’ τους τοίχους που στάζουν μούχλα,
απ’ τις εξόδους
που είναι όμοιες με τσεκούρια…

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το http://diffusedlight.blogspot.com