Fernando Pessoa, Ultimatum (απόσπασμα)

Συμφορά μας! Τι κάνεις στο βωμό της δόξας, εσύ, Γουλιέλμε ΙΙ Γερμανέ,
αριστερόχειρα κουλέ από το αριστερό το χέρι, Βίσμαρκ χωρίς καπάκι που
φράζεις τους φούρνους;
Ποιος είσαι εσύ, εσύ με τη σοσιαλιστική χαίτη, Δαβίδ Λόυντ Τζωρτζ,
κλόουν με το φρυγικό σκούφο φτιαγμένο στην Ένωση Τζακ;
Κι εσύ, Ελευθέριε Βενιζέλε, βουτυρωμένη φέτα του Περικλή, πεσμένη
χάμω από την μεριά του βουτύρου;
Κι εσύ, δεν έχει σημασία ποιος άλλος, όλοι οι άλλοι, Briand – Dato – Boselli
σούπα της αναρμοδιότητας μπροστά στα γεγονότα, όλοι εσείς οι αρχηγοί-
Κρατών-ψωμί-πυρομαχικών που χρονολογείστε πολύ πριν τον πόλεμο!
Όλοι! Όλοι! Όλοι! Σκουπίδια, απόβλητα, επαρχιώτικε υπόκοσμε,
πνευματικοί παλιάνθρωποι!
Και όλοι εσείς, οι Αρχηγοί Κρατών, αναρμόδιοι αλήτες, σκουπιδοτενεκέδες
αναποδογυρισμένοι μπροστά στην πόρτα της Στέρησης της Εποχής μας!
Να μη βλέπω κανένα από όλους αυτούς!
Πάρτε μερικά αχυρένια δεμάτια και κάντε ανθρώπους διαφορετικούς από
αυτούς εδώ!
Όλοι έξω από εδώ! Όλοι έξω από εδώ!
Τελεσίγραφο σε όλους, και σε όσους τους μοιάζουν!
Εάν δεν θέλουν να φύγουν δια της βίας, ας μείνουν, αλλά να πλυθούν!

Γενική αποτυχία σε όλα εξ αιτίας όλων!
Γενική αποτυχία σε όλους εξ αιτίας του κάθε τι!
Αποτυχία λαών και της μοίρας τους – απόλυτη αποτυχία!

*Μετάφραση: Γιάννης Σουλιώτης

Βασίλης Κουστούδας, Οι απεικονίσεις των καιρών

η ζωή είναι απλά μια παράσταση…

=============================
Οι απεικονίσεις των καιρών
πάνω στα φώτα της πόλης τώρα εστάθηκαν.

Τι παράξενη πολυχρωμία!

Οι άνθρωποι και οι μουντές στιγμές
ποικιλοτρόπως χάθηκαν,

δίχως καμμία βία.

Και ο υποβολεύς του συνοικιακού θεάτρου,
μέσα απ’τα ασαφή φωνητικά του

την ιστορία ενός μοιραίου έρωτος απόψε
αναπληρώνει.

Τι παράξενη όμως παράστασις!

Ο υποβολεύς δεν σταματά καθόλου να ομιλεί.
Τούτος ο έρως φαίνεται ποτέ να μην τελειώνει!

Τι κι αν τα φώτα έσβησαν και έχουνε φύγει όλοι;

Oι άνθρωποι και οι μουντές στιγμές
είναι στις μπροστινές σειρές

και το σκοτάδι ντύθηκαν μαζί
με όλη την πόλη!

*Από τα “Κύματα του νεκρού νερού”
Η φωτογραφία της ανάρτησης πίνακας Leonor Fini.


**Δανεισμένα από την ίδια ανάρτηση του ποιητή στο facebook.

Τι χρώμα έχουν οι λέξεις;

Τι χρώμα έχουν οι λέξεις,
αυτές οι λέξεις
που μπλέκονται η μια με την άλλη
σ’ ατέλειωτα κείμενα
σαν να βρίσκουν καταφύγιο;

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Καίσαρ Εμμανουήλ, Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα

Έκλυτη, ένα γρανίτινον όραμα, είναι πλασμένη
για των αισθήσεων τις μακρές, δεινές επιληψίες.

Όταν την κόμη λύνοντας, μια άναστρη νύκτα απλώνει
στους ουρανούς τους πολικούς βαθύγηρων κατόπτρων,
λάμπει, μαστίγιο πύρινο των ληθαργούντων πόθων,
επίφοβη σα βάραθρο κι ωραία σαν αμαρτία.

Δεν είναι πλάσμα των φθαρτών, κρυστάλλινων ερώτων.
μιας λυρικής παραφοράς η φλόγα η θαλασσιά:

Σφίγγα ορειχάλκινη, είδωλο μιας σκοτεινής μαγείας,
για τις σκληρές προορίζεται των Ασιανών λατρείες,
για τους μοιραίους, υστερικούς φετιχισμούς των Μαύρων.

*Από τα Ποιήματα, εκδ. Eρμής 2001.

Poetry Review, τεύχος 102: 1

Εδώ είμαστε! Το ανοιξιάτικο τεύχος 102: 1 του Poetry Review, από την Αγγλία.

Ανάμεσα στα άλλα περιέχονται μεταφρασμενα στα αγγλικά πρόσφατα ποιήματα των Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, Χριστόφορου Λιοντάκη, Γιώργου Βέη, Χάρη Βλαβιανού, Κατερίνας Ηλιοπούλου, Φοίβης Γιαννίση, Σταμάτη Πολενάκη, Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη, Θοδωρή Ρακόπουλου και Σωκράτη Καμπουρόπουλου, σε πολύ καλές μεταφράσεις (όταν τα ποιήματα δεν ήταν γραμμένα στα αγγλικά).

Αναζητείστε το στα “καλά” βιβλιοπωλεία… και εδώ: http://www.poetrysociety.org.uk/content/publications/review/1021/

Διαβάτης Ι.Α., Στον εργάτη

Δούλευε δύστυχο σαρκί! ώς πότε θα δουλεύης;
Ώς πότε θα ήσαι είλωτας, βοήθεια να γυρεύεις;

Ώς πότε το παιδάκι σου ψωμάκι θα λιμάζη
και του σπητιού σου την τιμή ο πλούτος θ’ ανταριάζη;

Ώς πότε θα ήσαι σύντριμμα, θα λέγεσαι ρεμάλι,
με καταφρόνια πάντοτε να σε καλούν χαμάλη;

Ώς πότε τον ιδρώτα σου θα πίνουν τα γεράκια,
που ταλαράδες λέγονται, ώς πότε σαν κοράκια;

Tο αίμα σου, τις σάρκες σου, ώς πότε θα ξεσκίζουν,
ώς πότε κάθε όσιο του τόπου θα υβρίζουν;

Aκόμα δεν κατάλαβες την τόση δύναμί σου!
που αν ποτέ με θέλησι χτυπήσεις την πυγμή σου,

αμέσως όλα σύντριψες, όλα θα σταματήσης
και κοινωνία αληθινή και νέα θα ιδρύσεις!

ΞYΠNA λοιπόν κακόμοιρε, αιώνια θα κοιμάσαι;
πως είσαι πλάσμα του θεού, αυτό δεν το θυμάσαι;

Έχεις και Συ αποστολή – όχι να ζης τους άλλους…
που τους καλείς αφέντες σου και θεωρείς …μεγάλους!

Henry Lawson, Freedom on the wallaby / Η Λευτεριά στη γη του Αυστραλού

Australia’s a big country
An’ Freedom’s humping bluey,
An’ Freedom’s on the wallaby,
Oh don’t you hear ‘er cooey.
She’s just begun to boomerang,
She’ll knock the tyrants silly.
She’s going to light another fire
And boil another billy.

Our fathers toiled for bitter bread
While loafers thrived beside ’em.
But food to eat and clothes to wear,
Their native land denied ’em.
An’ so they left their native land
In spite of their devotion,
An’ so they came, or if they stole
Were sent, across the ocean.

Then Freedom couldn’t stand the glare
Of Royalty’s regalia,
She left the loafers where they were
An’ came out to Australia.
But now across the mighty main
The chains have come to bind her,
She little thought to see again
The wrongs she left behind her.

Our parents toiled to make a home,
Hard grubbin’ ’twas and clearrn’,
They wasn’t troubled much with lords
When they was pioneering
But now that we have made the land
A garden full of promise,
Old Greed must crook ‘is dirty hand
An’ come to take it from us.

So we must fly a rebel flag
As others did before us,
And we must sing a rebel song,
And join in rebel chorus.
We’ll make the tyrants feel the sting
O’ those that they would throttle;
They needn’t say the fault is ours
If blood should stain the wattle.

Η Λευτεριά στη γη του Αυστραλού

Η Αυστραλία είναι μεγάλη χώρα
κι απάνω της η Λευτεριά κουβαλάει τον μπόγο της,
κι απάνω της η Λευτεριά γυρίζει άνεργη,
δεν την ακούτε που καλεί;
Αρχίζει ν’ αγαναχτεί και θα γυρίσει απάνω τους
να τρελλάνει τους τυράννους.
θ’ ανάψει άλλη μια φωτιά
κι άλλο θα βράσει κατσαρόλι.

Οι πατέρες μας δούλευαν για το πικρό ψωμί
ενώ οι τεμπέληδες δίπλα τους πλούτιζαν
και τους αρνούνταν στην πατρική τους γη
ρούχα και τροφή να ζήσουν.
Πίσω άφησαν, γι’ αυτό, την πατρική τους γη
παρά τη μεγάλη τους αφοσίωση σ’ αυτή
κι ήρθαν εδώ, ή αν έκλεβαν
τους εξόριζαν για εδώ, πέρα απ’ τον ωκεανό.

Η Λευτεριά δεν άντεχε τα φανταχτερά
βασιλικά εμβλήματα,
Άφησε τους τεμπέληδες στον τόπο τους
κι ήρθε στην Αυστραλία.
Μα τώρα διασταυρώνοντας τον απέραντο ωκεανό
ήρθαν οι αλυσίδες να την ξαναδέσουν,
δεν σκέφτηκε πως ήταν δυνατό να ξαναδεί
τις αδικίες που άφησε πίσω της στην άλλη γη.

Οι πατέρες μας μόχτησαν να φτιάξουνε το σπίτι
να ξεχερσώσουν και να σκάψουνε τη γη
δεν είχαν λόρδους στο κεφάλι τους
τότε που πρωτοπόροι πάλευαν ν’ ανοίξουνε τον τόπο.
Μα τώρα που κάναμε τον τόπο αυτό
Γη της Επαγγελίας
ο παλιός πλεονέχτης άπλωσε το βρώμικό του χέρι
κι ήρθε να μας τ’ αρπάξει.

Γι’ αυτό θα πρέπει να σηκώσουμε μια επαναστατική σημαία
όπως και άλλοι έκαναν πριν από μας,
θα πρέπει να βροντοφωνάξουμε ένα επαναστατικό τραγούδι
και να μπούμε στον επαναστατικό χορό.
θα κάνουμε τους τυράννους να νιώσουν το κεντρί
αυτών που παν να πνίξουν.
Δεν μπορούν να πουν πως τ’ άδικο είναι δικό μας
αν το αίμα βάψει της ντόπιας γης την ακακία.

Henry Lawson
Μετάφραση Φώτης Αντύπας

Το παραπάνω ποίημα του περίφημου Αυστραλού ποιητή Henry Lawson (1867-1923), δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα «The Worker», κατά τη διάρκεια των μεγάλων εργατικών απεργιών στην Αυστραλία στις αρχές της δεκαετίας του 1890. Ο μεταφραστής έκανε ελεύθερη μετάφραση και απόδοση. Κατοικούσε στην Αυστραλία από τη δεκαετία του ’50 και συμμετείχε ενεργά στο αριστερό και εργατικό κίνημα. Πέθανε πριν μερικά χρόνια. Το αγγλικό ποίημα-τραγούδι και η μετάφρασή του αυτή δημοσιεύτηκαν στο τεύχος 25-26 του ελληνικού λογοτεχνικού περιοδικού της Αυστραλίας «Αντίποδες».

Σπαραγμένα βλέφαρα

Σπαραγμένα βλέφαρα
Πρόσωπο εκτεθειμένο στην παγωνιά
Χιλιόχρονα βήματα
με μια πέτρα στο λαιμό
Μολυσμένη θάλασσα
το σήμερα
Γδαρμένο δάχτυλο
που μιλά υπόκωφα

* Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

Τροχός

Κάθε πρωί ψαχουλεύω
Τα πόδια μου
Για να δω αν είναι
Ίσια ακόμα
Κάθε πρωί με τρομάζει
Η σκέψη
Μήπως το παιδί μου
Γεννηθεί
Με δύο τροχούς
Κολλημένους στη λεκάνη

Ύπνος στην πόλη

Μεταλλικό χαλάζι
Στο θαμπό παραθύρι
Και στ’ όνειρο μέσα
Τρυπώνουν αχινοί
Γεννούν τ’ αυγά τους
Στο άσπρο σεντόνι
Τσιντουράτο Πιρέλλι
Τεμαχίζει στα δύο
Τη ζεστή μου πνοή
Και στο δωμάτιο μέσα
Ο γύρος του θανάτου
Στους τέσσερις τοίχους
Εγώ ο οδηγός
Εγώ και το πτώμα

Βάσω Καλαμάρα, Ο χορός των κροκοδείλων

Ο χορός του κυνηγιού των κροκοδείλων
είναι ο τίτλος σου,
θες ακόμα να μας δείξεις
την ομορφιά
κι ό,τι παρθένο έσωσε ή ψυχή σου
από κει που τα ‘φερες μακρυά
από τα δάση και τις ερημιές
απ’ το μεγάλο σπίτι το δικό σου,
που θόλος του είναι
όλος ο ουρανός καί πάτωμα όλη τούτ’ η γης.
Η γης η δική σου,
που ‘μεις τη βγάλαμε Α υ σ τ ρ α λ ία.

Ό,τι περήφανο κι αν έχει η ματιά σου,
το ‘καψε ο πυρετός απ’ την αρρώστια σου
που ‘μεις την ονομάσαμε πνευμονία.
Βογγητό το βουητό από το βούκινο ξύλο το μακρύ,
ας κλάψει το θάνατό σου που έρχεται
κι όλης της φυλής σου το τέλος.
Τη τέχνη να βουίζουμε,
Σ’ αυτό το πελώριο σουραύλι το ξύλινο
που τρέμει η γης κι ο ήχος του μακρυά πηγαίνει,
άδικα να το μάθουμε παρακαλείς.
Εμείς δε μπορούμε ν’ ακούσωμε τέτοιους ήχους
γιατί
έχουν πεθάνει στη ψυχή μας όλοι
οι ήχοι τούτοι.