Keneth Patchen, Ξέρουν οι νεκροί τι ώρα είναι;

Ο γέρος άφησε την μπύρα του.
Παιδί μου, είπε,
(κι ένα κορίτσι ήρθε στο τραπέζι μας
και κάθισε και ζήτησε -μα τω Θεώ- να την κεράσουμε ένα ποτό.)
Παιδί μου, θα σου πω
κάτι που δεν είπα σε κανέναν.
(και το κορίτσι είπε, δεν έχω πού να πάω απόψε.
Θέλεις να πάμε σπίτι σου;)
Θα σου πω
πώς συναντήθηκε με τον Θεό
η μάνα μου (κι εγώ είπα στο κορίτσι, ψιθυριστά: δεν έχω
δωμάτιο, αλλά μπορεί…)
Πήγε εκεί πέρα, στην κορφή του κόσμου
κι ήρθε εκείνος κατευθείαν κοντά της και της είπε:
λοιπόν, γύρισες σπίτι επιτέλους.
(τι μπορεί;
Να, μπορούμε να μείνουμε εδώ και να μιλάμε.)
Η μάνα μου άρχισε να κλαίει κι ο Θεός
την αγκάλιασε.
(για ποιο πράγμα;
Α, έτσι, κουβέντα να γίνεται… κάτι θα βρούμε.)
Είπε πως ήταν σαν ομίχλη που σκέπασε το πρόσωπό της
και χύθηκε παντού ένα φως και μια γλυκιά φωνή της είπε:
πάψε τώρα να κλαις.
(μα τι μπορεί να λέμε όλη νύχτα;
και είπα πως δεν ήξερα.)
Πάψε τώρα να κλαις.

*Από την ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η κρίση είναι μια φάλαινα

(Ομιλία με θέμα: «Η πνευματική ζωή σε καιρούς κρίσης: η παιδεία, η παραγωγή σκέψης και η συγγραφή σε μια εποχή γεμάτη αντιξοότητες», 9η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, εκδήλωση του περιοδικού Intellectum)
……………………………………………………………….

Είναι η εποχή της σιδερένιας κυριαρχίας των δυνατών. Ήδη οι ορδές των βαρβάρων έχουν μαζευτεί έξω από τα τείχη. Το πιο τραγικό όμως είναι αυτό που συμβαίνει μέσα στα τείχη. Γιατί μέσα απλώνεται η σιωπή. Γιατί μέσα στα τείχη εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού. Γιατί μέσα στα τείχη οι προδότες ήδη έχουν αποφασίσει την τύχη μας. Τώρα αυτή την εποχή, στην καθολική επικράτηση της σιωπής χρειαζόμαστε την τέχνη, την παιδεία, την σκέψη, την πνευματική ζωή. Αυτή είναι η μόνη ελπίδα, το μόνο αντίβαρο. ………………………………………………………

Σήμερα περισσότερο από ποτέ ο καλλιτέχνης δεν έχει την πολυτέλεια να είναι στραμμένος μέσα του. Πρέπει να ακούσει τους ήχους από τις πολιορκητικές μηχανές πριν να είναι αργά. Πρέπει να ακούσει τις κραυγές και τις χαρμόσυνες σάλπιγγες των νικητών που έρχονται να αλώσουν και να αντιδράσει.

Το μενού στην Α΄ θέση για δείπνο στον “Τιτανικό” Menu Α΄ Θέσης 14 Απριλίου 1912 Ποικίλα ορεκτικά-Στρείδια Κονσομέ Olga-Κρέμα από κριθάρι Σολωμός με σάλτσα mousseline-αγγουράκια Filet Mignon Lili-Σωτέ κοτόπουλο α λα Lyonnaise-Γεμιστά κολοκυθάκια

Ούτε θέλω να ξέρω τι έτρωγε ο κόσμος στα αμπάρια της τρίτης θέσης… Ο Τιτανικός, το αβύθιστο πλοίο, προσέκρουσε σε ένα παγόβουνο και βυθίστηκε στις 14 Απριλίου του 1912.

Η τέχνη δεν είναι ένα άχρηστο μενού στην πρώτη θέση ενός υπερπολυτελούς υπερωκεανίου που σε λίγο θα βυθιστεί. Δεν αφορά μόνο την πρώτη θέση, ούτε είναι προνόμιο της υψηλής κοινωνίας. Όπως ο Θάνατος δεν επέλεξε μόνο τους επιβάτες του αμπαριού του Τιτανικού.

Είναι μια πολύ σκοτεινή εποχή αυτή που ζούμε. Η κρίση είναι μια πελώρια φάλαινα, ένα κήτος που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Όπως ο Καρχαρίας του Κάρλο Κολόντι στον Πινόκιο, το κήτος συγκεντρώνει στην κοιλιά του τραπεζάκια, έπιπλα, μικρά ψάρια, ανθρώπους. Καταπίνει αμάσητες συνειδήσεις, αξίες, θεσμούς, ιδέες. Μέσα στην ερεβώδη λιπαρή κοιλιά του χάνονται τα περιγράμματα, χάνεται η ταυτότητα ανθρώπων και πραγμάτων, όλα ισοπεδώνονται και πολτοποιούνται. Καταλύονται τα δικαιώματα, χάνονται τα χρώματα, η μοναδικότητα, η κοινωνική μέριμνα, η αγάπη. Πρέπει να ανάψουμε λοιπόν μέσα στην κοιλιά της φάλαινας μια φωτιά, να αναγκάσουμε το κήτος να φτερνιστεί και να μας εκπνεύσει. Αυτή η φωτιά είναι η τέχνη, η παιδεία, η παραγωγή σκέψης.

*[Η φράση «Η κρίση είναι μια φάλαινα» είναι του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου].

**Από το http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η Μοναξιά του Χρόνου

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η Μοναξιά του Χρόνου, εκδ. Το Κόσκινο

Μπορείτε να το κατεβάσετε ελεύθερα από εδώ

Η Μοναξιά του Χρόνου

Μαρία Κατσοπούλου, Παράλληλο σύμπαν

Στα συσσίτια
Η ουρά συνεχώς μεγαλώνει
Οι άνθρωποι με τα βρώμικα ρούχα
Και τα λαδωμένα μαλλιά
Είναι αόρατοι στις πόλεις
Όταν όλοι κοιμούνται
Μαζεύονται στα πάρκα
Και στους κάδους ψάχνουν
Για καθαρά χαρτόκουτα
Αδέσποτες ψυχές στο δρόμο
Περιφέρονται ήσυχα παρέα με τους σκύλους
Και κανείς δεν ξέρει πως υπάρχουν
Τα ζωντανά φαντάσματα

*Αναδημοσίευση από το τεύχος 23, Μάης 2012, του περιοδικού “Χίμαιρες”.

Γιώργος Δάγλας, Η Ρόζα ήθελε να ξαναχορέψουμε Άλλεν

Η Ρόζα ήθελε να ξαναχορέψουμε Άλλεν.
Όλο το χειμώνα ανακάτευα σκουπίδια
και μάζευα πτώματα
Βρήκα ένα εκατομμύριο μωρά
Και δυο φορές σαμποτάρισα το δίκτυο αποχέτευσης.
Πάει κι η μουσική χάλασε Άλλεν
κάτι ξέρουν αυτοί
δε σ’ αφήνουν ν’ ανασαίνεις τίποτ’ άλλο
από τη μπόχα τους.
Είναι παλαιών αρχών.
Κι εγώ ήθελα Άλλεν
αλλά μέχρι και τα ποιήματά μου κόβουνε στα δύο
όχι δεν κολώνω
μη φυγεις από κει – έρχομαι.

Η λογική τους…

Η λογική τους
είναι το τέλος το δικό μου
και του κόσμου,
είναι ποτάμι στερεμένο
από αιώνες,
τρέφοντάς το
με τόσες ψυχές
που την εμπιστεύονται.
Η λογική τους είναι ο δρόμος
προς τις ερημιές,
σπασμένες φόρμες,
χυμένα μυαλά,
κιτρινισμένα γράμματα,
μια μάζα πέτρινη
ή και πλαστική,
οι ώρες που δουλεύουν
μ’ ανάποδη πορεία,
αίματα αποσιωπητικά
στις μυστικές μας διόδους.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997

Χίλντε Ντομίν, Δύο ποιήματα

Κολωνία

Η βυθισμένη
πόλη
μόνο
για μένα
βυθίστηκε

Πάλι
κολυμπώ
σ’ αυτούς τους
δρόμους
Άλλοι βαδίζουν.

Οι νεκροί κι εγώ
κολυμπούμε
μέσα απ’ τις
καινούργιες πόρτες
των παλιών μας
σπιτιών.

Κανόνες συμπεριφοράς που ισχύουν παντού

Σε φτύνουν στο πρόσωπο
τυλίξου σ’ ένα σύννεφο
πες βρέχει.

Ένα πρόσωπο υγρό απ’ τη βροχή
είναι αποδεκτό
ακόμη κι ένα υγρό από δάκρυα.

Ο κακοποιημένος
ας είναι ήσυχος
θα συγχωρηθεί

Σίγουρα το ήξερε αυτό κάθε
Εβραίος
στο Τρίτο Ράιχ.

Μόνο οι κρεμασμένοι
αιωρούνταν
δυσάρεστο θέαμα

και δάρθηκαν
ετοιμοθάνατοι
για τον θάνατό τους

*Η Χίλντε Ντομίν γεννήθηκε το 1909 στην Κολωνία και πέθανε το 2006 στη Χαϊδελβέργη. Σπούδασε Φιλοσοφία και έζησε πολλά χρόνια στο Σάντο Ντομίνγκο ως λέκτορας. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία. Η γλώσσα της είναι τυπική της νέας γλώσσας.

**Από το περιοδικό Ένεκεν» Νο 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 161-162.

Ρόουζ Αουσλέντερ, Δύο ποιήματα


Στη μνήμη του Chane Rauchberger

Γκέτο Πορεία πείνας
Με 30 βαθμούς υπό
κοιμόταν η θρήσκα θεία μου
(ολοένα προσευχόταν
πίστευε ένθερμα στη δικαιοσύνη)
κοιμόταν η αναμάρτητή μου θεία
η κόρη της ο εγγονός της
μετά από πολυήμερη πορεία πείνας
στις παγωμένες πεδιάδες στο
ανεπίστροφα
αποκοιμήθηκαν

Η πίστη
που όρη κινεί
ω, σοφέ θαυματουργέ ραβίνε απ’ τη Sadagora
ο Chane Rauchberger πίστευε σε σένα
που ήσουν
τότε
που ήταν το θαύμα σου

Στη μνήμη του Πάουλ Τσέλαν

Η ξανθιά μητέρα μου
Δεν γύρισε στο σπίτι
Π. Τσέλαν

Δε γύρισε στο σπίτι
η μητέρα

Ποτέ δεν άφησε
Το θάνατο

Ο γιος την έτρεφε
με μαύρο γάλα

Αυτό τον κρατούσε στη ζωή
που πνίγηκα
στο αίμα της μελάνης

Ανάμεσα σε απόκρυφους στίχους
η ανύπαρκτη λέξη
λάμπει
στο κενό

*Η Ρόουζ Αουσλέντερ γεννήθηκε το 1901 στο Τσέρνοβατς όπως και ο Πάουλ Τσέλαν. Ο πατέρας της καταγόταν από τη Σανταγόρα, το «Βατικανό» του ορθόδοξου ιουδαϊσμού, ενώ η μητέρα της ήταν Γερμανοεβραία. Το σημαντικό της έργο τιμήθηκε με πολλά βραβεία,. Πέθανε το 1998 στο Ντύσσελντορφ.

**Από το περιοδικό Ένεκεν» Νο 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 159-160.

Nelly Sachs, Δύο ποιήματα

Σκηνή απ’ το παιχνίδι της αγρύπνιας

Ποιος όμως άδειαζε την άμμο απ’ τα υποδήματά σας.
Όταν έπρεπε να σηκωθείτε για να πεθάνετε.
Την άμμο, που έφερε ο Ισραήλ στην πατρίδα.
Τη δική του άμμο της πορείας;
Την καυτή άμμο του Σινά,
Ανάμεικτη με τα λαρύγγια των αηδονιών,
Ανάμεικτη με τα φτερά της πεταλούδας,
Ανάμεικτη με τη σκόνη της νοσταλγίας των φιδιών,
Ανάμεικτη με ό,τι απέμεινε απ΄ τη σοφία του Σολομώντα,
Ανάμεικτη με την πικρίλα του μυστικού του Vermut –

Ω εσείς δάχτυλα
Που αδειάζατε την άμμο απ’ τα υποδήματα των νεκρών,
Αύριο κιόλας θα γίνετε σκόνη
Στα υποδήματα των επιγόνων!

Σε σας που χτίζετε το καινούργιο σπίτι

Όταν θα στήσεις πάλι τους τοίχους σου –
Την εστία σου, την κλίνη σου, το τραπέζι και το κάθισμα –
Μην κρεμάς τα δάκρυά σου γι’ αυτούς που έφυγαν,
Που δεν θα κατοικήσουν ποτέ μαζί σου
Στην πέτρα
Ούτε στο ξύλο –
Αλλιώς θα έχει δάκρυα ο ύπνος σου
Ο σύντομος, που σου απομένει.

Μη στενάζεις όταν στρώνεις το κρεβάτι σου,
Γιατί θα σμίξουν τα όνειρά σου
Με τον ιδρώτα των νεκρών.

Αχ, είναι οι τοίχοι και τα σκεύη
Δεκτικά όπως οι άρπες του ανέμου
Κι όπως ένας αγρός, που μέσα του μεγαλώνει ο πόνος σου,
Και νιώθουν τη συγγένεια σου με τη στάχτη.

Χτίσε, όταν σταλάζει η ώρα στην κλεψύδρα,
Αλλά μην κλαις για τα λεπτά που φεύγουν
Μαζί με τη σκόνη, Που σκεπάζει το φως.

Η Nelly Sachs γεννήθηκε το 1891 στο Βερολίνο και πέθανε το 1970 στη Στοκχόλμη. Το 1966 της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ, Το πρώιμο έργο της αγνοείται, χαμένο στους σκοτεινούς καιρούς του Ναζισμού. Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου κατέφυγε στη Στοκχόλμη. Στα ποιήματά της αναφέρεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε «επιτύμβιες στήλες γραμμένες στους αιθέρες που τους σκεπάζει το φως». Οι δήμιοι και όλοι που γνώριζαν και συμμετείχαν δεν συγχωρούνται, αλλά και δεν απειλούνται. Στο έργο της Sachs δεν υπάρχει ούτε μία λέξη μίσους, πρέπει όμως να σωθεί η φρίκη του παρελθόντος για το μέλλον. Η γλώσσα της έχει τις ρίζες της στα βιβλία των Προφητών, των Ψαλμών, της Τορά και των θρύλων του Χοσιδισμού.

*Από το περιοδικό Ένεκεν» Νο 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 157-158.

Άννα Ιωαννίδου, Δύο ποιήματα

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

Ήρθε σαν ανεμοστρόβιλος
και σάρωσε το γέλιο μας.
Μια λέξη θηλειά στο λαιμό.
«Μνημόνιο».
Με αυτόν τον δούρειο ίππο
μπήκαν οι παγκόσμιοι «προστάτες»
στο κάδρο της ζωής μας.
Απαξιώθηκετο παρόν.
Υπό εξαφάνιση το μέλλον.
Και το«Μνημόνιο» έγινε πελώριο «μνήμα»,
έτοιμο ναδεχτεί τις ακρωτηριασμένες ελπίδες μας.
Τόπος ταφής για τα σκοτωμένα όνειρα
ενός πρώην περήφανου λαού.

Continue reading