Η αιωνιότητα πεθαίνει από ανία

Η αιωνιότητα πεθαίνει από ανία
έχοντας ξεπεράσει τον εαυτό της.
Δεν έχει ανάγκη από φόβους
να την τρέφουν,
αλλά ούτε και εκπλήξεις,
παρά μόνο έναν
καταναλωτικό θάνατο
να τη συντηρεί.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Αποσπάσματα από την “Προφητεία του ανέμου”

(Στην Δέσποινα)

Να ανακυκλώσεις τη ζωή που σπατάλησες

Mα εγώ… καρφωμένη στην μία όχθη,
αρκέστηκα στο να ονειρευτώ την άλλη.

*******

….αυπνία

Απ’ την ταράτσα βλέπω φώτα να τρεμοπαίζουν πέρα μακριά.
Κι ακούω θορύβους της πόλης που ποτέ δεν κοιμάται.
Τα βράδια του καλοκαιριού έχει δροσιά.
Φορώ λευκό νυχτικό – σατέν.
Μαύρους κύκλους θα ‘χω το πρωί και στα μάτια μου
γραμμένα ερωτηματικά.
Που την άλλη νύχτα δεν θ΄απαντήσω πάλι.

*”Η Προφητεία του Ανέμου”, εκδ.Δωδώνη

Γιώργος Λίκος, Ωδή στους τσακισμένους γλάρους (Απόσπασμα)

Φωνή του πελάγου
Ατρόμητη, βαθιά
Σ’ άκουσα βουβός!
Κι έπαιξα σκάκι με τους γλάρους
Πάνω στο σύννεφο που μιμήθηκε το πρόσωπό σου
Κερδίζοντας λίγες στιγμές ελευθερίας.
Ποιος αγκυλώθηκε πίσω απ΄την άγρια μουριά
Κι έβαψε τον ουρανό;
Μη τον μετατοπίζεις
τον άσπρο βασιλιά σου
Στην καρδιά του γεννήθηκ’ ένα αηδόνι.

Ιάσων Λειδινός, Πρωτομαγιά

Ήτανε πρώτη του Μαγιού
που το φεγγάρι
το έφαγε
μια κόκκινη αράχνη

Έτσι απλά
έτσι απροσδόκητα
καθώς το κράταγα
στο χέρι μου
–μικρό ζωάκι–

το έφαγε
μια κόκκινη αράχνη

Τώρα
τις νύχτες σε καλώ
ανάβοντας πουλιά

Τώρα
τις νύχτες σε ποθώ
καίγοντας θάλασσες

*Ανέκδοτη ποίηση
**Εικόνα: Henri Matisse, Nude 1941

Γιάν. Γιαννουλέας, Όπως σ’ εκείνη τη φωτογραφία της Κυριακής

Πάντα έτσι ήταν.
Τα φυλλώματα της ζούγκλας
παίζουν το ίδιο έργο απόψε.
Οι ύαινες στήνουν με περίσκεψη ενέδρες.
Καλύπτουν τα ίχνη.
Μένουν στη σκιά
δίχως βιασύνη.
Μετρούν με ακρίβεια
τα βήματα για το θανάσιμο άλμα.
Ακόμα έτσι είναι.
Τα θηράματα περιφέρονται
στη δίνη των αντιφάσεών τους.
Αναζητούν τροφή,
μυρίζουν τον αέρα για ευκαιρίες,
χτενίζουν τις μικρές αγγελίες,
τη μισή τους ζωή την περνούν
στις σκονισμένες ουρές
των υπηρεσιών
για το επίδομα.
Είναι φανερό.
Το ταξικό τους
ένστικτο επιβίωσης
έχει ατονήσει τελευταία.
Ανάμεσά τους βλέπεις κάποια
να χαμογελούν αφηρημένα
όπως σ’ εκείνη τη φωτογραφία
της Κυριακής
να κλείνουν τ’ αυτιά τους
στις παράξενες προειδοποιήσεις
ενοχλητικών πουλιών
πως το κοπάδι των δολοφόνων
είναι μια ανάσα
μακριά πεινασμένο
παραταγμένο έτοιμο
πως καιρός για χάσιμο
δεν υπάρχει
πόσο μάλλον για χαμόγελα.

*Από το http://lathrometanastis.wordpress.com

Σε είδα να φεύγεις

Σε είδα να φεύγεις
μέσα από ροδόδεντρα.
Νεφέλη η σκιά σου
και τα βήματά σου
σαν αίμα νυχτερινό
που ξεμάκραινε
απ’ την πληγή του.
Τα χέρια σου με πάνε μακριά,
εκεί που κουρνιάζουν τυφλά πουλιά,
εκεί που ο άνεμος φυσάει
κι υψώνεται σαν πολωμένη σκιά,
σε άγνωστες κρύπτες φωτός
κι αιθέρια τούνελ αγάπης,
εκεί που βόμβες έρωτα
εκρήγνυνται στο άπειρο
κι ανοίγονται χιλιάδες δρόμοι…

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Θωμάς Γκόρπας, Ποιοι μας αγαπάνε;

Αυτό το καλοκαίρι ποιος θα το πάρει;
Ποιοι μας αγαπάνε;
Κλειστό μαγαζί
κλειστό μαγαζί της αγάπης.
Κι αυτό το καλοκαίρι φέρνει για μένα μπάνια
σ’ αχρησιμοποίητες ακρογιαλιές
θαλασσινά ναπολιτάνικα φαγιά μπύρες ουίσκια
άγρια εκμετάλλευση εχθρών και φίλων
αποκρουστικά ξενύχτια σε ντεκόρ ποιητικά κι ευχάριστα.
Είμαι κουρασμένος πολύ κουρασμένος μέσα
πως θέλετε να το δείτε ανοίξτε με να το δείτε
έχω όμως κουράγιο
αδυνατώ να επιχειρήσω με πνεύμα επιχειρησιακό την ηλικία μου
αδυνατώ να πιστέψω πως αγάπησε έστω κι ένας έως τώρα
αδυνατώ να βρω μια σκοπιμότητα στην τέχνη
εκτός της σκοπιμότητος πως πρέπει να ζήσει κι αυτή
όπως τόσα άλλα ωραία ή χαμερπή αδιάφορο…
Σου λέω:
Θέλω να γείρω… να ξεκουραστώ… να γείρω…
να μάθω πάλι να μετράω τ’ άστρα χωρίς να χάνω και τον ουρανό
να ξαναγίνω θαυμαστής του ηλιοβασιλέματος
να λαχταράω το τσιγάρο ενώ δεν το έχω μάθει ακόμα.
Σου λέω:
Εγώ που αγάπησα τα πάντα πριν να τα γνωρίσω θέλω
ν’ αγαπήσω κάτι επιτέλους που το ξέρω!…

Δήμος Βιλαέτης-Αλεξάνδρου, Το σχέδιο «Μέγας Κωνσταντίνος»

Εγγυμονούσε
κινδύνους, κι όμως έπρεπε
στο πεζοδρόμιο να κατέβει.

Με τη λαμπρή στολή,
δεν θα ευδοκιμούσε
ανάμεσα στ’ ανυπόταχτο πλήθος,
θ’ αποδοκιμαζόταν
με τη κραυγή — Λαοκρατία.

Κι είχε αποτύχει
η τελευταία επιστράτευση.
Κι οι υπηρεσίες αγωνιούσαν
μπρος στη πρωτάκουστη απροθυμία.

Η ξένη γυναίκα
και τα λάφυρα
στη σύγκρουση
δεν σπρώχναν κανένα.

Τότες,
κι αφού η ολιγαρχία
δεν έφερε
σπουδαίες αντιρρήσεις,
ο Κωνσταντίνος
είδε το «θεό τους».

Είταν μεσημέρι.
Το φως πολύ.
Η παράδοση
των όπλων σύντομη.
Η συζήτηση ανύπαρκτη.
Μια λέξη μονάχα. «Νίκη».

Έτσι τουλάχιστον είπε.

Την επομένη
«ηθικού ερείσματος υπάρχοντος»
άρχισε η κατασκευή
των δια της βίας χριστιανών
και των χτιρίων
και βέβαια η μάχη.
Ένας φονιάς
κηρύχτηκε «ισόθεος».
Η Τάξη του κέρδισε.
Και ξαναπέθανε
η επανάσταση.

* Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος Ηλείας 1985.

Άννα Νιαράκη, Αποκεφαλισμοί

Στην άκρη του νήματος
ένα καινούριο κουβάρι
ανέμιζαν οι απώλειες,

στο τέρμα του χρόνου
οι αποσωσμένες βροχές.

Στο δεύτερο δανεικό μου πρόσωπο
το σφραγισμένο χαμόγελο ενός άλλου
που στάθηκε κάποτε στον ίδιο καθρέφτη.

Ό,τι μ’ εξύψωσε
οι ήττες μου.

Στιγμές εγκιβωτισμένες σε πάγο.

Όλα τα ναι
που πειθήνια άπλωσαν
το λαιμό τους
στη λαιμητόμο των όχι.

* Από τη νέα ποιητική συλλογή της Άννας Νιαράκη “Το μερίδιο των αγγέλων”
Tο βιβλίο αυτό εκδόθηκε σε πλατφόρμα αυτοέκδοσης και διατίθεται είτε ως e-book (δωρεάν), είτε ως χαρτόδετη έκδοση, κατόπιν παραγγελίας στην ιστοσελίδα Lulu.com