…Χάνω
την αίσθηση του χρόνου…
…Χάνω
το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου…
…Χάνω
το γέλιο μου…
…Χάνω
το φως…
…Χάνω
τον εαυτό μου…
Αύριο…
θα πάρω τη ρεβάνς…
*Πάρθηκε από το http://le3eis.blogspot.com
…Χάνω
την αίσθηση του χρόνου…
…Χάνω
το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου…
…Χάνω
το γέλιο μου…
…Χάνω
το φως…
…Χάνω
τον εαυτό μου…
Αύριο…
θα πάρω τη ρεβάνς…
*Πάρθηκε από το http://le3eis.blogspot.com
Ροντάρω την μηχανή σου κοινωνία
επικουρικά πάθη αφήνουν γυμνό τον νου μου να πλεύσει γι’ αλλού
αλλά δεν με παραπλανάς πια τώρα- απόχτησα κρίση
και τονίζω το άλφα σου ως το απώτατο ωμέγα
Κατακρημνίζω τους αριθμούς της δόλιας συμπεριφοράς σου
είμαι ο λαός που αντιστέκεται
είμαι ο λαός που στην δικαιοσύνη ελπίζει
των φτωχών
Δεν είμαι φιγούρα λόγιων ματαιόδοξων που κορδακίζουν
είμαι αντιρρησίας στα πραχθέντα σου
και θέλω να επιβάλω ηθική που να λαμποκοπά
Βλέπεις αυτός που σκλάβωσε σκλάβωσε
στον υπερθετικό τους ανθρώπους
κι ήρθε η ώρα των ανατινάξεων
η ώρα που οι βουρλισμένοι θέλουνε το δίκιο τους
και που γι’ αυτό μπορούν να πεθαίνουν
Νέα οράματα ζητώ, ακολουθώ την ελευθερία κατόπι
και απ’ των λέξεων την φωνή
φτάνω στον ουρανό της νέας οικουμένης..
*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης πάρθηκαν από το http://stratisparelis.blogspot.com
Χωρίς τίτλο κυκλοφόρησαν εχτές οι εφημερίδες
κι απ’ τους υπότιτλους έλειπαν ορισμένα γράμματα
Καραδοκούν οι ψαράδες να τυλίξουν στο χαρτί
τα αργύρια ανοιχτής θαλάσσης
ποιος στ’ αλήθεια νοιάζεται για ειδήσεις;
*Από το http://conbra.blogspot.com
Οι εποχές δεν νοιάζονται για την παρουσία μας.
Έχουν το δικό τους ρυθμό δημιουργίας.
Παγερά αδιαφορούν για τα συναισθήματάμας.
Η άνοιξη είναι ανερμήνευτη
Εμείς αυθαίρετα χρησιμοποιούμε το εξαίσιο σκηνικό της
για τα δικά μας, εφήμερα δράματα.
Πάντα θα είμαστε οι θεατές του οργασμού της.
Ανεπαρκείς των ημερών για να τον περιγράψουμε.
*Από το http://johntolias.wordpress.com
Να ξεπεράσουμε το γήινο, το φθαρτό
την ώρα της μετουσίωσης την ιερή!
Να αναβαπτισθούμε!
Να υψώσουμε το πνεύμα μας σε μια άλλη διάσταση
κρατώντας το μισολιωμένο μας κερί
μικρή προσφορά
στα όνειρά μας που προδώσαμε
ακολουθώντας το πολύβουο ανθρωπομάνι
στη λιτανεία των ονείρων μας…
Η ακαταγώνιστη δύναμη της πραγμάτωσης
ξύπνησε θεριεμένη
γεμάτη απαιτήσεις, γεμάτη ζήλο…
Εμπρός, με βήμα σίγουρο, σταθερό!
Επιτέλους βρήκαμε το μονοπάτι
ας είναι κι ανηφορικό
οπλισμένοι με αθέατους παλμούς ζωής
και αισιοδοξίας
με οδηγό, μπροστάρη την Αγάπη!
Ποιον άλλον; Τι άλλο;
Η αντίστροφη μέτρηση άρχισε
και είναι όμορφη η ζωή
όσο κι αν κοντεύει στη δύση της.
Η αυριανή μέρα θα είναι πιο όμορφη
το αυριανό χαμόγελο θα είναι πιο φωτεινό
το Αύριο θα είναι σίγουρα καλύτερο
γιατί θα έχουμε ο Ένας τον Άλλον!
Τα λόγια του Μεγάλου μας Ρίτσου
προφητικά και διαχρονικά
μας χαράζουν το δρόμο
Άξιζε που υπήρχαμε για να συναντηθούμε!
*Από την ποιητική συλλογή “Καρτέρεμα”, Μελβούρνη 2009.
Το τερατώδες στίγμα που ακούει στο όνομα Άουσβιτς, παραμένει κάτι το ασύλληπτο και κάτι που αποτελεί τέτοια τομή, ώστε να είναι σχεδόν αυτονόητο, να χρονολογούμε την ιστορία της ανθρωπότητας με γεγονότα που συνέβησαν προ και μετά το Άουσβιτς.
Γκύντερ Γκρας (1)
Το 1949 διατυπώνει ο φιλόσοφος Τέοντορ Αντόρνο, όταν επέστρεψε από τον εκπατρισμό του στο Παρίσι, την εξής πρόταση, που προκαλεί σάλο στους διανοούμενους της Γερμανίας. «Μετά το Άουσβιτς, είναι βαρβαρότητα να γράφει κανείς ποίηση». Πολλοί ποιητές ερμήνευσαν αυτή την πρόταση ως απαγόρευση της έκφρασης και αρκετοί ήταν πρόθυμοι να την ακολουθήσουν. Αυτό που έκφραζε η ρήση του Αντόρνο, ήταν βαθύς σκεπτικισμός – τι πρέπει ή τι μπορεί να σημαίνει η ποίηση μετά το Ολοκαύτωμα; Αυτή η απαγόρευση του Αντόρνο, να μην αναφέρονται τα απερίγραπτα μαρτύρια των Εβραίων από τους Ναζί ούτε σε ποιήματα, δημιουργεί ένα ταμπού ακριβώς εκεί που είναι αναγκαία όχι η σιωπή αλλά η έκφραση της ανείπωτης φρίκης. Ανάμεσα στις φοβερές απώλειες δεν χάθηκε κυρίως η γλώσσα. Όμως έπρεπε να περάσει μέσα από την αφωνία, να διαπεράσει τα «συμβάντα» για να βγει στην επιφάνεια εμπλουτισμένη απ’ αυτά, όπως αναφέρει ο Παούλ Τσέλαν στον λόγο του «Μεσημβρινός».
Η γλώσσα επέζησε του Αουσβιτς σε μερικά από τα πιο δυνατά κείμενα της ποίησης όπως η Φούγκα του θανάτου, κράτησε τη φωνή της, φωνή συχνά πνιγμένη στην αφωνία, προπαντός ως γλώσσα των θυμάτων. Οι επιζώντες δεν πρέπει με κανέναν τρόπο να στερηθούν την έκφραση του πόνου και του πένθους γιατί πού αλλού θα έβρισκαν έναν τάφο οι νεκροί αν όχι στην ποίηση;
Ένα ποντίκι είναι το κεφάλι του λιονταριού
Ένα λιοντάρι είναι η ουρά του ποντικού
Οι κατσαρίδες
περιπατάνε στο σπίτι
ανεβαίνουν στους τοίχους
τρέχουν κάτω απ’ το κρεβάτι
και όταν κουραστούν
πάνε περίπατο
και περπατούν
στους δρόμους
ξεχειλίζουν από ζωή
με την μαχητική χαρά τους
μπορείς να τις δεις κάθε μέρα
σ’ όλα τα κανάλια της τηλεόρασης
πολλές από αυτές
γυροφέρνουν στο διαδίκτυο
και οι πιο έξυπνες
θεμελίωσαν πολιτικό κόμμα
ασχολούνται με το εμπόριο
και κερδίζουν πολλά
και τρώνε σκατά
η πλειοψηφία τους
με παράξενες ιδιαιτερότητες
έχουν την προκαθορισμένη θρησκεία
με τον κατσαριδο-θεό τους
που τις συντροφεύει
στη ζωή και το θάνατο
και στα σκατά
άλλες
κατσαρίδες
πάνε στη δουλειά
άλλες
κατσαρίδες
δεν έχουν δουλειά
οι κατσαρίδες
οι κατσαρίδες
οι κατσαρίδες
δεν θέλω να μιλώ γι αυτές
με αηδιάζουν
και υπάρχουν στρατιές
από κατσαρίδες.
Μοιάζει παράξενο
μια κάμπια
να γραφεί ποιήματα
για σκαραβαίους
*Μετάφραση: I.Σ
Κινδυνεύουμε σε μια εποχή
ετοιμόγεννη
που μας παραμονεύει,
γυρνάμε έρημοι
στους νυχτωμένους δρόμους
κουβαλώντας σαν αποσκευή
την υποχθόνια λύπη
αυτού του κόσμου
που αυτοκτονεί
με πλήξη και τρέλα.
Μια διάχυτη αίσθηση
αηδίας και άδειου,
που χιλιάδες μάτια
την πυροβολούν,
που μεθυσμένοι άγγελοι του ψεύδους
την κατοικούν σκαλίζοντας
τις άγρυπνες φωτιές της
κόλασής μας.
*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.
Υγρή πάνω στα πρόσωπά μας η βασανιστική
ελευθερία των όψεων
και οι ονειρεμένες γλώσσες των ταξιδιών
παντοδύναμες σαν πετάμε πάνω απ’τη γη
που ήταν ο ίδιος ο ωκεανός
Σαν ανθρώπινα φορτηγά πλοία
των οριζόντων των γραμμάτων της σιωπής
Μακρύ μακρύ μακρύτερο
μαλακό νήμα σ’ αυτόν τον κόσμο των ψαράδων
Βαθύ βαθύ βαθύτερο
άκουσμα της ζωής μαζί ολόκληρη και
ριγμένη στη θάλασσα για αβαρία
σαν άπιαστα λευκά φορτία στις άκρες
των κυμάτων
*Μετάφραση Γιάννη Λειβαδά
Μπάτλερ
Εγώ, δεν έχω γάτα.
Η γάτα μου έχει το ανθρωπάκι της.
Τρώει μόνο τόνο νερού
και πανάκριβες κροκέτες
τσικ τσικ τσικ με τα δοντάκια της.
Όταν ο ήχος της ευδαιμονίας κοπάσει
μηχανικά βάζω τα παπούτσια μου:
Ώρα για σούπερ μάρκετ.
Ενίοτε, νιααρρ νιαρρ
μου μεταγγίζει τα κύματα της ανησυχίας της.
Με αναγκάζει να την ακολουθήσω
Εκεί που το κακό γεννιέται.
Η γάτα μου
Το σοφό πουλί.
Η γάτα μου.
Το καπιταλιστικό γουρούνι.
Η γάτα μου.
Το αφεντικό μου.
Ασορτί
Μάταια προσέχω
μάταια φροντίζω
να είμαι αρσεστή, ή μάλλον
ασορτί με το περιβάλλον.
Το Λάθος είναι ήδη εδώ.
Ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα.
Καραδοκεί.
Στο πρώτο μου ολίσθημα
Δέσμια να με σύρει στο πραιτώριο.
*Από την ποιητική συλλογή “Στο βάθος κήπος” (εκδ. “Αρκαδικός Κήρυκας”, 2011).