Μαρία Κατσοπούλου, Παράλληλο σύμπαν

Στα συσσίτια
Η ουρά συνεχώς μεγαλώνει
Οι άνθρωποι με τα βρώμικα ρούχα
Και τα λαδωμένα μαλλιά
Είναι αόρατοι στις πόλεις
Όταν όλοι κοιμούνται
Μαζεύονται στα πάρκα
Και στους κάδους ψάχνουν
Για καθαρά χαρτόκουτα
Αδέσποτες ψυχές στο δρόμο
Περιφέρονται ήσυχα παρέα με τους σκύλους
Και κανείς δεν ξέρει πως υπάρχουν
Τα ζωντανά φαντάσματα

*Αναδημοσίευση από το τεύχος 23, Μάης 2012, του περιοδικού “Χίμαιρες”.

Γιώργος Δάγλας, Η Ρόζα ήθελε να ξαναχορέψουμε Άλλεν

Η Ρόζα ήθελε να ξαναχορέψουμε Άλλεν.
Όλο το χειμώνα ανακάτευα σκουπίδια
και μάζευα πτώματα
Βρήκα ένα εκατομμύριο μωρά
Και δυο φορές σαμποτάρισα το δίκτυο αποχέτευσης.
Πάει κι η μουσική χάλασε Άλλεν
κάτι ξέρουν αυτοί
δε σ’ αφήνουν ν’ ανασαίνεις τίποτ’ άλλο
από τη μπόχα τους.
Είναι παλαιών αρχών.
Κι εγώ ήθελα Άλλεν
αλλά μέχρι και τα ποιήματά μου κόβουνε στα δύο
όχι δεν κολώνω
μη φυγεις από κει – έρχομαι.

Η λογική τους…

Η λογική τους
είναι το τέλος το δικό μου
και του κόσμου,
είναι ποτάμι στερεμένο
από αιώνες,
τρέφοντάς το
με τόσες ψυχές
που την εμπιστεύονται.
Η λογική τους είναι ο δρόμος
προς τις ερημιές,
σπασμένες φόρμες,
χυμένα μυαλά,
κιτρινισμένα γράμματα,
μια μάζα πέτρινη
ή και πλαστική,
οι ώρες που δουλεύουν
μ’ ανάποδη πορεία,
αίματα αποσιωπητικά
στις μυστικές μας διόδους.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997

Χίλντε Ντομίν, Δύο ποιήματα

Κολωνία

Η βυθισμένη
πόλη
μόνο
για μένα
βυθίστηκε

Πάλι
κολυμπώ
σ’ αυτούς τους
δρόμους
Άλλοι βαδίζουν.

Οι νεκροί κι εγώ
κολυμπούμε
μέσα απ’ τις
καινούργιες πόρτες
των παλιών μας
σπιτιών.

Κανόνες συμπεριφοράς που ισχύουν παντού

Σε φτύνουν στο πρόσωπο
τυλίξου σ’ ένα σύννεφο
πες βρέχει.

Ένα πρόσωπο υγρό απ’ τη βροχή
είναι αποδεκτό
ακόμη κι ένα υγρό από δάκρυα.

Ο κακοποιημένος
ας είναι ήσυχος
θα συγχωρηθεί

Σίγουρα το ήξερε αυτό κάθε
Εβραίος
στο Τρίτο Ράιχ.

Μόνο οι κρεμασμένοι
αιωρούνταν
δυσάρεστο θέαμα

και δάρθηκαν
ετοιμοθάνατοι
για τον θάνατό τους

*Η Χίλντε Ντομίν γεννήθηκε το 1909 στην Κολωνία και πέθανε το 2006 στη Χαϊδελβέργη. Σπούδασε Φιλοσοφία και έζησε πολλά χρόνια στο Σάντο Ντομίνγκο ως λέκτορας. Τιμήθηκε με πολλά βραβεία. Η γλώσσα της είναι τυπική της νέας γλώσσας.

**Από το περιοδικό Ένεκεν» Νο 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 161-162.

Ρόουζ Αουσλέντερ, Δύο ποιήματα


Στη μνήμη του Chane Rauchberger

Γκέτο Πορεία πείνας
Με 30 βαθμούς υπό
κοιμόταν η θρήσκα θεία μου
(ολοένα προσευχόταν
πίστευε ένθερμα στη δικαιοσύνη)
κοιμόταν η αναμάρτητή μου θεία
η κόρη της ο εγγονός της
μετά από πολυήμερη πορεία πείνας
στις παγωμένες πεδιάδες στο
ανεπίστροφα
αποκοιμήθηκαν

Η πίστη
που όρη κινεί
ω, σοφέ θαυματουργέ ραβίνε απ’ τη Sadagora
ο Chane Rauchberger πίστευε σε σένα
που ήσουν
τότε
που ήταν το θαύμα σου

Στη μνήμη του Πάουλ Τσέλαν

Η ξανθιά μητέρα μου
Δεν γύρισε στο σπίτι
Π. Τσέλαν

Δε γύρισε στο σπίτι
η μητέρα

Ποτέ δεν άφησε
Το θάνατο

Ο γιος την έτρεφε
με μαύρο γάλα

Αυτό τον κρατούσε στη ζωή
που πνίγηκα
στο αίμα της μελάνης

Ανάμεσα σε απόκρυφους στίχους
η ανύπαρκτη λέξη
λάμπει
στο κενό

*Η Ρόουζ Αουσλέντερ γεννήθηκε το 1901 στο Τσέρνοβατς όπως και ο Πάουλ Τσέλαν. Ο πατέρας της καταγόταν από τη Σανταγόρα, το «Βατικανό» του ορθόδοξου ιουδαϊσμού, ενώ η μητέρα της ήταν Γερμανοεβραία. Το σημαντικό της έργο τιμήθηκε με πολλά βραβεία,. Πέθανε το 1998 στο Ντύσσελντορφ.

**Από το περιοδικό Ένεκεν» Νο 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 159-160.

Nelly Sachs, Δύο ποιήματα

Σκηνή απ’ το παιχνίδι της αγρύπνιας

Ποιος όμως άδειαζε την άμμο απ’ τα υποδήματά σας.
Όταν έπρεπε να σηκωθείτε για να πεθάνετε.
Την άμμο, που έφερε ο Ισραήλ στην πατρίδα.
Τη δική του άμμο της πορείας;
Την καυτή άμμο του Σινά,
Ανάμεικτη με τα λαρύγγια των αηδονιών,
Ανάμεικτη με τα φτερά της πεταλούδας,
Ανάμεικτη με τη σκόνη της νοσταλγίας των φιδιών,
Ανάμεικτη με ό,τι απέμεινε απ΄ τη σοφία του Σολομώντα,
Ανάμεικτη με την πικρίλα του μυστικού του Vermut –

Ω εσείς δάχτυλα
Που αδειάζατε την άμμο απ’ τα υποδήματα των νεκρών,
Αύριο κιόλας θα γίνετε σκόνη
Στα υποδήματα των επιγόνων!

Σε σας που χτίζετε το καινούργιο σπίτι

Όταν θα στήσεις πάλι τους τοίχους σου –
Την εστία σου, την κλίνη σου, το τραπέζι και το κάθισμα –
Μην κρεμάς τα δάκρυά σου γι’ αυτούς που έφυγαν,
Που δεν θα κατοικήσουν ποτέ μαζί σου
Στην πέτρα
Ούτε στο ξύλο –
Αλλιώς θα έχει δάκρυα ο ύπνος σου
Ο σύντομος, που σου απομένει.

Μη στενάζεις όταν στρώνεις το κρεβάτι σου,
Γιατί θα σμίξουν τα όνειρά σου
Με τον ιδρώτα των νεκρών.

Αχ, είναι οι τοίχοι και τα σκεύη
Δεκτικά όπως οι άρπες του ανέμου
Κι όπως ένας αγρός, που μέσα του μεγαλώνει ο πόνος σου,
Και νιώθουν τη συγγένεια σου με τη στάχτη.

Χτίσε, όταν σταλάζει η ώρα στην κλεψύδρα,
Αλλά μην κλαις για τα λεπτά που φεύγουν
Μαζί με τη σκόνη, Που σκεπάζει το φως.

Η Nelly Sachs γεννήθηκε το 1891 στο Βερολίνο και πέθανε το 1970 στη Στοκχόλμη. Το 1966 της απονεμήθηκε το βραβείο Νόμπελ, Το πρώιμο έργο της αγνοείται, χαμένο στους σκοτεινούς καιρούς του Ναζισμού. Αμέσως μετά την κήρυξη του πολέμου κατέφυγε στη Στοκχόλμη. Στα ποιήματά της αναφέρεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε «επιτύμβιες στήλες γραμμένες στους αιθέρες που τους σκεπάζει το φως». Οι δήμιοι και όλοι που γνώριζαν και συμμετείχαν δεν συγχωρούνται, αλλά και δεν απειλούνται. Στο έργο της Sachs δεν υπάρχει ούτε μία λέξη μίσους, πρέπει όμως να σωθεί η φρίκη του παρελθόντος για το μέλλον. Η γλώσσα της έχει τις ρίζες της στα βιβλία των Προφητών, των Ψαλμών, της Τορά και των θρύλων του Χοσιδισμού.

*Από το περιοδικό Ένεκεν» Νο 21, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2011, σελ. 157-158.

Άννα Ιωαννίδου, Δύο ποιήματα

ΣΤΟΝ ΑΣΤΕΡΙΣΜΟ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ

Ήρθε σαν ανεμοστρόβιλος
και σάρωσε το γέλιο μας.
Μια λέξη θηλειά στο λαιμό.
«Μνημόνιο».
Με αυτόν τον δούρειο ίππο
μπήκαν οι παγκόσμιοι «προστάτες»
στο κάδρο της ζωής μας.
Απαξιώθηκετο παρόν.
Υπό εξαφάνιση το μέλλον.
Και το«Μνημόνιο» έγινε πελώριο «μνήμα»,
έτοιμο ναδεχτεί τις ακρωτηριασμένες ελπίδες μας.
Τόπος ταφής για τα σκοτωμένα όνειρα
ενός πρώην περήφανου λαού.

Continue reading

Γιώργος Φιλιππίδης, Αποσπάσματα από τη “Γαλάζια Μηχανή”

Επιστολή

Έχω να πω τόσα πολλά, κι όμως ξέρω πως δεν θα τα καταφέρω να πω τίποτα. Φοβάμαι ότι η μοναξιά είναι πιο κοφτερή ανάμεσα στους γνωστούς, μέσα στην οικειότητα των προσώπων και των δρόμων. Οι τοίχοι του δωματίου μου δεν λιώνουν ποτέ όταν είναι κάποιος άλλος στο δωμάτιο. Έτσι περιμένω τα βράδια· τότε καμιά φορά προσεύχομαι κοιτάζοντας χαμηλά ή κλείνοντας τα μάτια. Το απόλυτο πάλλεται μες στο κεφάλι μου και μ’ εξουθενώνει· τόσο που καμμιά φορά νομίζω πως όλα τα μελίσσια του κόσμου θέλουν να φτιάξουν τις κυψέλες τους μέσα στο μυαλό μου.

μέλι

Τα πρωινά κοιμάμαι. Δεν έχω όρεξη να ζω άλλο εδώ· ψάχνω για σπίτι (μάλλον όταν θα κατέβεις, θα με βρεις να μένω μόνος μου). Δεν γράφω πολύ, μεθώ όμως τακτικά, περπατώ πολύ, συνήθως μόνος, αράζω σε μπαρ μόνος, κάνω ασκήσεις τηλεπάθειας, αγαπώ (θέλω να προλάβω να το κάνω καλά, όλο και καλύτερα). Είναι στιγμές που δεν φοβάμαι τον θάνατο…

θάνατος

Υποκρίνομαι όπως πάντα, φρικάρω με τον εαυτό μου, παραλογίζομαι. Γδέρνομαι σε μια δυο αληθινές φιλίες και σ’ έναν έρωτα. Απλώνω τα χέρια μου στον ουρανό, ζω, δεν ζω, έχω δύναμη, δεν έχω, είμαι ευτυχισμένος,

πυγολαμπίδες

είμαι δυστυχισμένος, είμαι εγώ σε μιαν άκρη του σύμπαντος, είμαι εγώ σκυμμένος πάνω απ’ την άβυσσο, είμαι εγώ ταπεινός και αλαζόνας, είμαι εγώ συρματοπλέγματα γύρω στον πολτό της θάλασσας

Μαρία Τσιράκου, Δύο ποιήματα

Μοιραία

Μοιραία αναπαύεσαι
Εικόνα μου
Εκεί στα βάθη μου,
στης κάμαρας την άκρη.

Φωτίζει το κερί το πρώτο
θέλω μου,
το επιπλέον μου
φανούς προστάζει.

Ζυμώνει την ψυχή μου
η εντέλεια,
ζωή μου υπέργεια
μη σε διχάζει.

Μοιραία σαν ξυπνά
το πρώτο θέλω μου,
φέρει το πνέω μου
δε με τρομάζει.

Αέναη Ομοιότητα

Τα καρφιά, τα καρφιά!
Τρυπούν το σάκο μου
την κοιλιά τη γεμάτη
νερό κι’ αλάτι, ταράζουν.
Όνειρο στάζει στη διαδρομή μου,
γεύση ζωής.

Να περιγράψω το όραμα θέλω,
μέσα στην εξόριστη σιωπή μου
και μια καινούρια προσευχή
τη γύμνια μου, για να ντύσω.
Σε μια γραμμή όλη μου η σκέψη,
άναρχα ανηφορίζει

Γραμμή του Ισημερινού,
Γραμμή της Νιότης,
Γραμμή της Μνήμης,
Της Ηδονής Γραμμή

αυτή, ήταν η ζωή μου.

Οι φωνές, οι φωνές!
Τα γέλια και τα κλάματα
όμοια η εξόριστη αυγή.
Από το ίδιο υλικό φτιαγμένοι,
κολυμπήσαμε μαζί στο αθέατο,
γεννιόμαστε μόνοι στο ορατό.

Τα καρφιά, τα καρφιά!
Μη λησμονάμε.

Αυτά, είναι η ζωή
αυτά και ο θάνατος.

*Από την ποιητική συλλογή “Εν Πορεία”, εκδ. Γιάννης Πικραμένος, Πάτρα 2010.

Ανατινάζω τα μέγαρα των αιώνων

Ανατινάζω τα μέγαρα των αιώνων,
τα διασπώ σε πέτρες και σίδερα,
ανοίγω τη στρόφιγγα
των μεθυσμένων στίχων μου
για μια πυρκαγιά στα παράνομα στέκια,
στις βαριές κουρτίνες
των τυχαίων συμβάντων,
στους δηλητηριώδεις ουρανοξύστες
του πνεύματος.
Καβαλάρης,
πηδώ τα υπέροχα εμπόδια,
εισβάλω στις γυάλινες πόλεις,
σε πόλεις νεκροζώντανες
κι έτσι βλέπω το φωτισμό
του μέλλοντος σαν νά ‘ρχεται
μέσα απ’ το σύμπαν που αναδύεται
από ένα κράμα
σκοταδιού και άνοιξης.