Στην άβυσσο του νου

Στην άβυσσο του νου
μας ενέπαιξαν αόρατες δυνάμεις
και μείναμε χαρτιά γραμμένα μαζί κι άγραφα,
μια ζωή κουρντίζοντας σχήματα
που ναυάγησαν στο σκοτάδι.
Επιμένουμε ωστόσο
να επιλέγουμε άλλες αποχρώσεις
με ισχυρότερες αλήθειες
με το γυμνό χέρι της ομορφιάς.
Ποίηση στο σούρουπο
λίγο πριν ξεψυχήσει η μέρα
λίγο πριν πέσει η νύχτα.
Με το δείκτη του ψυχικού μας χρόνου,
με φωνές και χρώματα
που χωνεύονται μέσα στις νύχτες,
ξεκλέβουμε κάτι απ’ τη σκοτεινιά
και διασκεδάζουμε
με τη συνδρομή της μνήμης.
Αποταμιεύουμε με τρυφερότητα
ακόμα και τις ήττες
ως τελεσίδικο πόρισμα.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997

Μίλτος Σαχτούρης, Η δύσκολη Κυριακή

Απ’ το πρωί κοιτάζω προς τ’ απάνω ένα πουλί καλύτερο
απ’ το πρωί χαίρομαι ένα φίδι τυλιγμένο στο λαιμό μου
Σπασμένα φλυτζάνια στα χαλιά
πορφυρά λουλούδια τα μάγουλα της μάντισσας
όταν ανασηκώνει της μοίρας το φουστάνι
κάτι θα φυτρώσει απ’ αυτή τη χαρά
ένα νέο δέντρο χωρίς ανθούς
ή ένα αγνό νέο βλέφαρο
ή ένας λατρεμένος λόγος
που να μη φίλησε στο στόμα τη λησμονιά
Έξω αλαλάζουν οι καμπάνες
έξω με περιμένουν αφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλά στριφογυρίζουνε μιά χαραυγή
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ένας αετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τα μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
η ορχήστρα παίζει κίβδηλους σκοπούς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναίκες
τί έρωτες τί φωνές τί έρωτες
φίλε αγάπη αίμα φίλε
φίλε δώσ’ μου το χέρι σου τί κρύο
Ήτανε παγωνιά
δεν ξέρω πια την ώρα που πέθαναν όλοι
κι έμεινα μ’ έναν ακρωτηριασμένο φίλο
και μ’ ένα ματωμένο κλαδάκι συντροφιά

*Από τη συλλογή “Η Λησμονημένη”.

Αντώνης Στασινόπουλος, Της καρδιάς

Άνοιξε το παράθυρο της καρδιάς σου.
Άνοιξέ το στους ξεριζωμένους μετανάστες,
που σε κοιτούν με βλέμμα κυνηγημένου αγριμιού.
Άνοιξέ το στους άνεργους
που χάνονται στις ψευδαισθήσεις των υποσχέσεων
για μια ακτίνα ήλιου.
Άνοιξε το παράθυρο της καρδιάς σου στα παιδιά των φαναριών,
που το κρύο τους περονιάζει τα κόκαλα.
Άνοιξέ το σε αυτούς που απέτυχαν να αλλάξουν τον κόσμο
καίτοι προσπάθησαν.
Άνοιξε το παράθυρο της καρδιάς σου
σε όλους τους απόκληρους της ζωής.

*Από την ποιητική συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα”, εκδ. Βιβλιοπέλαγος 2004

Αργύρης Μαρνέρος, Δύο ποιήματα

Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή

Στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα
Στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις
Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή
Ν’ ανθίζει εκεί να πελεκάει τις πέτρες
Τις πολύχρωμες για το ουράνιο γιοφύρι
Εκεί ανάμεσα ο θεμέλιος λίθος
Πάνω στο στήθος να πατάει τον ποιητή
Έτσι θα έχει ανθρώπινη ανάσα το γιοφύρι
Ανάμεσα στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις.

Επιστροφή απ’ το όνειρο

Με τη χρυσή βελόνα του παραμυθιού
Κεντάει ο άνθρωπος τα όνειρά του
Μόνο που μερικές φορές τρυπάει
Βαθιά τη σάρκα του και τότε ο πόνος
Τον ξυπνάει και βλέπει κάτω την τρύπια
Κάλτσα του μέσα από εκεί που γλίστρησε
Το όνειρο και έφυγε και πάει.

*Από τη συλλογή Αίθουσα αναμονής (2003)

Kenneth Rexroth, Ερωτικά τραγούδια της Μαρίτσικο

1

Όταν κάνω έρωτα μαζί σου
είναι σαν να πίνω θαλασσινό νερό.
Όσο περισσότερο πίνω τόσο περισσότερο διψώ.
Ώσπου δεν γίνεται πια να ξεδιψάσω
αν δεν πιω τη θάλασσα όλη.

2

Έλα, όπως πάντα σιγά, απαλά
στη ρόδινη φωλιά της φωτιάς μου.
Έλα κι άστραψε μέσα στη νύχτα
τη βαθιά δασωμένη.

3

Σαλεύει η γλώσσα σου,
δουλεύει μέσα μου
κι αδειάζω και φλέγομαι:
δίνη η φωτιά μου μέσα μου
κατεργάζεται
ένα τεράστιο μαργαριτάρι.

4

Ατελείωτη είναι η νύχτα γι’ αυτόν που αγρυπνά.
Ατέλειωτος ο δρόμος γι’ αυτόν που περπατά.
Ατέλειωτη είναι η ζωή για τη γυναίκα
που τρέλανε το πάθος.
Γιατί να βρω τυφλό οδηγό
στο δρόμο της αγάπης;

*Από την Ανθολογία του Γιώργο Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.).

Χρώματα μουντά είμαστε

Χρώματα μουντά είμαστε,
μέσα από σύντομες σκιές,
συμπεριφερόμαστε τυχαία,
εξαφανιζόμαστε
χωρίς καμιά αιτία.
Με μνήμες,
αναπολήσεις,
προσδοκίες
σ’ απροσδιόριστο χρόνο
ούτε του παρόντος
ούτε του μέλλοντος.
Με το θάνατο και τη ζωή
να μην είναι πείρα κανενός,
να είναι γεγονότα
πέρα και έξω από μας.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Tristan Tzara, Ένα παλιό τραγούδι

Το ποίημα τούτο το ’φτιαξα πλάι στ’ αρμυρό το ρέμα.
Τ’ ακούς; Να πας να της το πεις κατ’ όπου πάει και φτάνει.
Είναι ψηλή κι έχει καλό και ήσυχο το βλέμμα,
κι είναι ξανθιά σαν τα σπαρτά που φρίκιασαν δρεπάνι.
Αχού, πού πας, αγάπη μου, κι είναι χειμώνας, δείλι;
Πού; Κι είναι η καρδούλα μου λούλουδο μαραμένο,
χάρτινο ποίημα παλιό, που το ’χω ξαποστείλει
κάτ’ από το τραπέζι μου, κατατσαλακωμένο;
Απ’ το θλιβό τ’ απόγευμα πήρα τη όψη σου όλη
και πήγα και την κάρφωσα πάνω στο εικονοστάσι
και αρχινώ τις προσευχές σα βρέξει στο περβόλι
για νιώσω πως η λησμονιά λέει να καταφτάσει.
Κάποτε, αγάπη μου, έρχονταν μονάχα τους κοντά σου
τα κοκοράκια κι άρχιζες τα τρυφερά λογάκια.
Σα τη μανούλα τα ’παιρνες γλυκά στην αγκαλιά σου.
Μα τώρα πια ποιος θα τα πάει να κάνουνε νανάκια;
Αχού, πονάει, αγάπη μου, το χτεσινό σου αντίο.
Πεινούν τα κοκοράκια σου. Λιμός ο μισεμός σου.
Οι αδελφές ξεχύθηκαν απ’ το νοσοκομείο,
κι εγώ σ’ ένα βιβλίο παλιό διάβασα τον καημό σου.
Πόσο με θλίβει, να ’ξερες, που είσαι πια φευγάτη
κι όχι κοντά μου να μου πεις: «Τι έχεις; Έχεις κάτι;
Μην κρύωσες; Μην πούντιασες; Δε μου γεμείς το μάτι!»

*Από την Ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

Keneth Patchen, Ξέρουν οι νεκροί τι ώρα είναι;

Ο γέρος άφησε την μπύρα του.
Παιδί μου, είπε,
(κι ένα κορίτσι ήρθε στο τραπέζι μας
και κάθισε και ζήτησε -μα τω Θεώ- να την κεράσουμε ένα ποτό.)
Παιδί μου, θα σου πω
κάτι που δεν είπα σε κανέναν.
(και το κορίτσι είπε, δεν έχω πού να πάω απόψε.
Θέλεις να πάμε σπίτι σου;)
Θα σου πω
πώς συναντήθηκε με τον Θεό
η μάνα μου (κι εγώ είπα στο κορίτσι, ψιθυριστά: δεν έχω
δωμάτιο, αλλά μπορεί…)
Πήγε εκεί πέρα, στην κορφή του κόσμου
κι ήρθε εκείνος κατευθείαν κοντά της και της είπε:
λοιπόν, γύρισες σπίτι επιτέλους.
(τι μπορεί;
Να, μπορούμε να μείνουμε εδώ και να μιλάμε.)
Η μάνα μου άρχισε να κλαίει κι ο Θεός
την αγκάλιασε.
(για ποιο πράγμα;
Α, έτσι, κουβέντα να γίνεται… κάτι θα βρούμε.)
Είπε πως ήταν σαν ομίχλη που σκέπασε το πρόσωπό της
και χύθηκε παντού ένα φως και μια γλυκιά φωνή της είπε:
πάψε τώρα να κλαις.
(μα τι μπορεί να λέμε όλη νύχτα;
και είπα πως δεν ήξερα.)
Πάψε τώρα να κλαις.

*Από την ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η κρίση είναι μια φάλαινα

(Ομιλία με θέμα: «Η πνευματική ζωή σε καιρούς κρίσης: η παιδεία, η παραγωγή σκέψης και η συγγραφή σε μια εποχή γεμάτη αντιξοότητες», 9η Διεθνής Έκθεση Βιβλίου Θεσσαλονίκης, εκδήλωση του περιοδικού Intellectum)
……………………………………………………………….

Είναι η εποχή της σιδερένιας κυριαρχίας των δυνατών. Ήδη οι ορδές των βαρβάρων έχουν μαζευτεί έξω από τα τείχη. Το πιο τραγικό όμως είναι αυτό που συμβαίνει μέσα στα τείχη. Γιατί μέσα απλώνεται η σιωπή. Γιατί μέσα στα τείχη εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού. Γιατί μέσα στα τείχη οι προδότες ήδη έχουν αποφασίσει την τύχη μας. Τώρα αυτή την εποχή, στην καθολική επικράτηση της σιωπής χρειαζόμαστε την τέχνη, την παιδεία, την σκέψη, την πνευματική ζωή. Αυτή είναι η μόνη ελπίδα, το μόνο αντίβαρο. ………………………………………………………

Σήμερα περισσότερο από ποτέ ο καλλιτέχνης δεν έχει την πολυτέλεια να είναι στραμμένος μέσα του. Πρέπει να ακούσει τους ήχους από τις πολιορκητικές μηχανές πριν να είναι αργά. Πρέπει να ακούσει τις κραυγές και τις χαρμόσυνες σάλπιγγες των νικητών που έρχονται να αλώσουν και να αντιδράσει.

Το μενού στην Α΄ θέση για δείπνο στον “Τιτανικό” Menu Α΄ Θέσης 14 Απριλίου 1912 Ποικίλα ορεκτικά-Στρείδια Κονσομέ Olga-Κρέμα από κριθάρι Σολωμός με σάλτσα mousseline-αγγουράκια Filet Mignon Lili-Σωτέ κοτόπουλο α λα Lyonnaise-Γεμιστά κολοκυθάκια

Ούτε θέλω να ξέρω τι έτρωγε ο κόσμος στα αμπάρια της τρίτης θέσης… Ο Τιτανικός, το αβύθιστο πλοίο, προσέκρουσε σε ένα παγόβουνο και βυθίστηκε στις 14 Απριλίου του 1912.

Η τέχνη δεν είναι ένα άχρηστο μενού στην πρώτη θέση ενός υπερπολυτελούς υπερωκεανίου που σε λίγο θα βυθιστεί. Δεν αφορά μόνο την πρώτη θέση, ούτε είναι προνόμιο της υψηλής κοινωνίας. Όπως ο Θάνατος δεν επέλεξε μόνο τους επιβάτες του αμπαριού του Τιτανικού.

Είναι μια πολύ σκοτεινή εποχή αυτή που ζούμε. Η κρίση είναι μια πελώρια φάλαινα, ένα κήτος που σαρώνει τα πάντα στο πέρασμά του. Όπως ο Καρχαρίας του Κάρλο Κολόντι στον Πινόκιο, το κήτος συγκεντρώνει στην κοιλιά του τραπεζάκια, έπιπλα, μικρά ψάρια, ανθρώπους. Καταπίνει αμάσητες συνειδήσεις, αξίες, θεσμούς, ιδέες. Μέσα στην ερεβώδη λιπαρή κοιλιά του χάνονται τα περιγράμματα, χάνεται η ταυτότητα ανθρώπων και πραγμάτων, όλα ισοπεδώνονται και πολτοποιούνται. Καταλύονται τα δικαιώματα, χάνονται τα χρώματα, η μοναδικότητα, η κοινωνική μέριμνα, η αγάπη. Πρέπει να ανάψουμε λοιπόν μέσα στην κοιλιά της φάλαινας μια φωτιά, να αναγκάσουμε το κήτος να φτερνιστεί και να μας εκπνεύσει. Αυτή η φωτιά είναι η τέχνη, η παιδεία, η παραγωγή σκέψης.

*[Η φράση «Η κρίση είναι μια φάλαινα» είναι του Παναγιώτη Παπαθεοδωρόπουλου].

**Από το http://chloekoutsoumpeli.blogspot.com

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η Μοναξιά του Χρόνου

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η Μοναξιά του Χρόνου, εκδ. Το Κόσκινο

Μπορείτε να το κατεβάσετε ελεύθερα από εδώ

Η Μοναξιά του Χρόνου