Θεοδώρα Πουλοπούλου, Η Σαντορίνη

…Και μετά απ’ όλα όσα συνέβησαν,
έρχεται η Σαντορίνη ως θύμηση
ότι ίσως μπορεί να υπάρξει ζωή
μέσα απ’ τα συντρίμμια…

γιατί…

Σαντορίνη, ανίκητη μάχεσαι
τον θάνατο, το ψέμα, τη φοβία…
Ζωή, από τις στάχτες σου
βράχος, τα λαβωμένα χέρια σου
ν’ ακουμπά και να χτίζει η νέα γενιά
ν’ αγκαλιάζεις και να μνημονεύεις τα μεγαλιθικά,
αρχαία σου παιδιά.
Δίκαιη μητέρα δέχεσαι και αγαπάς
όλους τους ανθρώπους το ίδιο.
Αληθινοί μ’ εσένα, αληθινή μ’ εκείνους.
Καμία ανθρώπινη επέμβαση
δε σε μετάλλαξε
αφού ουσία και οπτική γωνία
άλλαξες μόνο όταν σείστηκες εσύ –
κυρίαρχη του εαυτού σου.
Αληθινή μέχρι το κόκκαλο –
φοράς τα γυμνά οστά σου
κορόνα στο προσκεφάλι σου
για να συναντήσεις την βαθιά πληγή
του κάθε ανθρώπου που τολμά
να σε κοιτάξει στα μάτια…
γιατί η συμπόνια πάντα ενώνει…
και πόσο μάλλον εσύ
που από την αρχή
υπόσχεσαι να γλείφεις
τις πληγές
με το άφθονο γαλάζιο αίμα σου
και το μεγαλειότατο ηλιοβασίλεμα σου
που υπόσχεται το ανεκπλήρωτο,
αύριο.
Το μέλλον μπροστά στο οποίο
συνήθως πολλοί τρομάζουν,
εσύ προσμένεις με αισιοδοξία
μέσα σε άπλετο φως,
παρόλο που γνωρίζεις καλά
οτι γαλουχείς τη φωτιά
που θα σε κάψει.
Δεν πτοείσαι
γιατί είναι η δική σου φλόγα…

κυοφορείς…

υποσχόμενη
ζωή μετά θάνατο…

*Το ποίημα αυτό παρουσιάστηκε στο Antipodes Writers Festival στη Μελβούρνη (15-17 Ιούνη 2012).

Οι ποιητικές συλλογές του Νίκου Νομικού

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Το σημείωμα αυτό είναι κατά βάση η σύντομη εισαγωγή μου για το Νίκο Νομικό που έκανα στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Συγγραφέων Αντίποδες προχθές Κυριακή, 17 Ιουνίου 2012.

Ο Νίκος Α. Νομικός γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1934, από γονείς Συριανούς. Στο Γαλλικό Γυμνάσιο του Αγίου Μάρκου ανέπτυξε το φυσικό του ταλέντο στη ζωγραφική, μαθητεύοντας κοντά στον Αλεξανδρινό ζωγράφο Γιώργο Γώγο, αλλά και τον καθηγητή Jean Rouvrier. Είναι πτυχιούχος Σχεδιαστής Μηχανικός της Τεχνικής Σχολής Αλεξάνδρειας. Το 1960 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και το 1963 απεφοίτησε ως Μηχανολόγος Υπομηχανικός από τη Δημόσια Τεχνική Σχολή Αθηνών. Το 1965 μετανάστευσε στην Μελβούρνη, όπου διαμένει οικογενειακώς από τότε.

Βραβεύτηκε για το ζωγραφικό και ποιητικό του έργο και για την πνευματική του προσφορά στα ελληνικά γράμματα.

Άρχισε να δημοσιεύει τα ποιήματά του στα περιοδικά «Σφίγγα» (της ΕΕΑΜΑ), «Αντίποδες» και «Λόγος» της Μελβούρνης και αργότερα στον «Κώδικα» της Θεσσαλονίκης και «Aκτή» της Λευκωσίας.

Ο Νίκος Νομικός είναι πολυσύνθετη πνευματική προσωπικότητα, ένα αναμφισβήτητο ταλέντο στην ποίηση και τη ζωγραφική, στην καλλιέργεια και προώθηση της ελληνικής γλώσσας. Οι ποιητικές ευαισθησίες του και το υψηλό καλλιτεχνικό του επίπεδο, εκφράζονται στην ομορφιά των στίχων του και της απεικόνισης των έργων του. Η ποίησή του είναι γεμάτη συναισθήματα αγάπης και πόνου που απορρέουν από σκληρές εμπειρίες και κοινωνικές περιστάσεις που για τον Νίκο Νομικό είναι απαράδεκτες. Πάντοτε συνεπής, προσιτός και συνεργάσιμος, μια ευχάριστη προσωπικότητα χαμηλών τόνων.

Η ποίηση του Νίκου Νομικού χαρακτηρίζεται από κάποια προσωπική ιδιομορφία που απαιτεί εξοικείωση με την τεχνική και τα σύμβολά του, ακόμη και τον τρόπο έκφρασής του. Είναι ευχάριστη αλλά δεν είναι εύκολη η ανάγνωση των ποιημάτων του Νομικού. Χρειάζεται ένας τρόπος προσέγγισης. Ο στίχος του πλούσιος, υπέροχος, λυρικότατος, γεμάτος καρτερία, ηρωικός…

Σύμφωνα με τον επιστήθιο φίλο του, επίσης συγγραφέα και εικαστικό, Σωτήρη Μανταλβάνο, «για να δείξει πως δεν φοβάται τον αθάνατο θάνατο, τον ονομάζει φίλο, και στολίζει το δήμιό του με λουλούδια… Αντιμέτωπος με τον αμείλικτο Ιππότη του δε σκύβει το κεφάλι. Ατενίζει με Προμηθεϊκό θράσος τον ουρανό, αντιμιλάει, αμφισβητεί: ‘πώς εφαπλώνεται ο ουρανός από της γης τους μύθους’… Είπα να τον ονομάσω ‘ο Ποιητής του πόνου’, αλλά φοβάμαι ότι ο τίτλος θα τον αδικούσε, γι’ αυτό προτιμώ: Νίκος Νομικός, ο νικητής του πόνου».

Ο Νίκος Νομικός έχει δημοσιεύει οκτώ ποιητικές συλλογές μέχρι τώρα: Αναλαμπές 1983, Ηχορροές και Σύμβολα του Νότου 1990, Οραματικές Ψηφιδώσεις 1990, Η Τρίτη Μετάδοση 1993, Η Όγδοη Σκιά 1993, Το Αθέατο Ημερολόγιο 1997, Ώρες Απόλυτες 1998 και Ροδάνθημα του Δειλινού 2008. Ετοιμάζει, δε, νέα συλλογή τον τίτλο της οποίας δεν γνωρίζουμε ακόμα.

Αφιέρωμα στην ποίησή του έγινε στο περιοδικό Αντίποδες Νο 41-42 1997, ενώ το 2010 τιμήθηκε σε εκδήλωση του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται και στην ελληνόφωνη εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, Σάββατο, 23 Ιούνη 2012.

Οι οίστροι των στοχασμών

Μέσα από ταξίδια στο χρόνο
με το περιδέραιο του έρωτα,
μέσα από βαθιές χαρακιές
στα μονοπάτια της ιστορίας,
ανακαλύπτω τις ακροστιχίδες του πνεύματός μου.
Οι οίστροι των στοχασμών μου
συνυπάρχουν σε μια ατημέλητη δομή
με τη διάχυτη κοινωνική δραματικότητα.
Παλεύω με τους νεκρούς
και τα φαντάσματα του παρελθόντος,
σ’ έναν απεγνωσμένο
και σχεδόν αποστειρωμένο κόσμο.
Καταβυθίζομαι σ’ ονειρικές ενδοχώρες
που μεταμορφώνονται σε σκηνές
κατάρρευσης συλλογικών αξιών,
ασφυξία κι αδιέξοδο
της ατομικής ύπαρξης,
κομμάτια άγχους μεταφορικών
ή κυριολεκτικών θανάτων.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997

Στρατής Παρέλης, Άνοιξε πυρ και γίνε αντίπαλος στα γεγονότα

Θεωρίες επί θεωριών και τα κείμενα
που λύνουν το πρόβλημα, συνθέτουν το νέο πρόβλημα- σαν μαχαίρι
δίκοπο που κόβει σκληρά.
Αλληλεγγύη δεν υπάρχει ούτε στον ύπνο των φτωχών-
Όλοι έχουν συμπεριφορές επιζήμιες
Για το κοινωνικό αγαθό- και αγαθό δεν υπάρχει-
Συνεργάζονται οι φαταούλες να θάψουν το μέλλον- μην τους βοηθάς-
Άνοιξε πυρ και γίνε αντίπαλος στα γεγονότα-
Οι πολιτικές ζητούν αίμα αθώων
Λόγια επί των υποσχέσεων που δεν θα τηρηθούν
Φωνές και αναστεναγμοί πριν πνεύσουνε τα λοίσθια οι ελπίδες-
Απέτυχε νομίζετε η κοινωνία; Και νόμιζα
μας άξιζε μια ανθρώπινη ζωή και πόλη…

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης παρμένα από το http://stratisparelis.blogspot.com

Γιώργος Ρούσκας, Οι αφηγήσεις της μοναξιάς (ή «η μοναξιά του χρόνου»)

*Ένα ποίημα με στίχους αυτούσια παρμένους από τα ποιήματα της ποιητικής συλλογής του Δημήτρη Τρωαδίτη: «Η ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ»

Αφηγήσεις άξονες ιστοριών
περνάνε και πληθαίνουν
από γενιά σε γενιά
όπως οι θητείες στο αέναο
Δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο
ενώ πονάς αφόρητα
την ύμνηση της απώλειας δέους

Στις ερήμους στενεύει
ο ορίζοντας
στο φως πλέεις
με δάχτυλα από κερί
το άγραφο κρυπτογραφεί
τʼ όνομά σου
αλαργεύει ο αδρός λογισμός
στον πυθμένα του χρόνου
Ο καιρός δεν παίρνει
το μονοπάτι που θέλει

Σκοτεινοί τόποι οι δικοί μας
με πινελιές αυτοσαρκασμού
Οι νεκροί στις κοιλάδες
δεν ξεχνιούνται
ούτε η λάσπη της δημιουργίας
που πέφτει στο κενό
και βροχή που φτάνει πάντα τελευταία
μετά την πλήρη επιβολή της ξηρασίας

Οι κόκκινες λέξεις την αυγή
ψίχουλα ευημερίας
αλλά ποτέ ολόκληρο καρβέλι
ο κόκκινος ήλιος
που δεν θέλει να δύσει
οι επιμένοντες να σπάσουν
το φράγμα του ήχου…

Τʼ αγκάλιασμα όαση των χεριών
Οι άνεμοι μας οδηγούν
όταν φεύγουμε
αφήνοντας σκόνη
και κρυφακούς
την ίδια σου τη ζωή.
Όλα είναι αρχέγονα
Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται
σιγοβράζουν μέσα μας
τα γεγονότα ρέουν
αλλά είναι τα ίδια

Η γνώση απορρέει
από τον υπέρτατο πόνο
στη σπουδαία υποκριτική
του κόσμου σχολή

Γιώργος Ρούσκας
Ιούνιος 2012

Νίκος Καρούζος, Ρομαντικὸς ἐπίλογος

Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν δὲν ἔχετε
παρακολουθήσει κηδεῖες ἀγνώστων
ἢ ἔστω μνημόσυνα.
Ὅταν δὲν ἔχετε
μαντέψει τὴ δύναμη
ποὺ κάνει τὴν ἀγάπη
ἐφάμιλλη τοῦ θανάτου.
Ὅταν δὲν ἀμολήσατε ἀϊτὸ τὴν Καθαρὴ Δευτέρα
χωρὶς νὰ τὸν βασανίζετε
τραβώντας ὁλοένα τὸ σπάγγο.
Ὅταν δὲν ξέρετε πότε μύριζε τὰ λουλούδια
ὁ Νοστράδαμος.
Ὅταν δὲν πήγατε τουλάχιστο μιὰ φορὰ
στὴν Ἀποκαθήλωση.
Ὅταν δὲν ξέρετε κανέναν ὑπερσυντέλικο.
Ἂν δὲν ἀγαπᾶτε τὰ ζῶα
καὶ μάλιστα τὶς νυφίτσες.
Ἂν δὲν ἀκοῦτε τοὺς κεραυνοὺς εὐχάριστα
ὁπουδήποτε.
Ὅταν δὲν ξέρετε πῶς ὁ ὡραῖος Modigliani
τρεῖς ἡ ὥρα τὴ νύχτα μεθυσμένος
χτυποῦσε βίαια τὴν πόρτα ἑνὸς φίλου του
γυρεύοντας τὰ ποιήματα τοῦ Βιγιὸν
κι ἄρχισε νὰ διαβάζει ὦρες δυνατὰ
ἐνοχλώντας τὸ σύμπαν.
Ὅταν λέτε τὴ φύση μητέρα μας καὶ ὄχι θεία μας
Ὅταν δὲν πίνετε χαρούμενα τὸ ἀθῶο νεράκι.
Ἂν δὲν καταλάβατε πῶς ἡ Ἀνθοῦσα
εἶναι μᾶλλον ἡ ἐποχή μας.
ΠΡΟΣΟΧΗ ΧΡΩΜΑΤΑ
Μὴ μὲ διαβάζετε
ὅταν
ἔχετε
δίκιο.
Μὴ μὲ διαβάζετε ὅταν
δὲν ἤρθατε σὲ ρήξη μὲ τὸ σῶμα…
Ὥρα νὰ πηγαίνω
δὲν ἔχω ἄλλο στῆθος.

*Από το http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/nikos_karoyzos_poems.htm

Άρης Αλεξάνδρου, Με τι μάτια τώρα πια

Βιάστηκες μητέρα να πεθάνεις.
Δεν λέω, είχες αρρωστήσει από φασισμό
κι ήταν λίγο το ψωμί έλειπα κι εγώ στην εξορία
ήτανε λίγος ο ύπνος κι ατέλειωτες οι νύχτες
μα πάλι ποιος ο λόγος να απελπιστείς προτού να κλείσεις
τα εξηντατέσσερα
μπορούσες να ‘σφιγγες τα δόντια
έστω κι αυτά τα ψεύτικα τα χρυσά σου δόντια
μπορούσες ν’ αρπαζόσουνα από ‘να φύλλο πράσινο
απ’ τα γυμνά κλαδιά
απ’ τον κορμό
μα ναι το ξέρω
γλιστράν τα χέρια κι ο κορμός του χρόνου δεν έχει φλούδα
να πιαστείς
όμως εσύ να τα ‘μπηγες τα νύχια
και να τραβούσες έτσι πεντέξι-δέκα χρόνια
σαν τους μισοπνιγμένους που τους τραβάει ο χείμαρρος
κολλημένους στο δοκάρι του γκρεμισμένου τους σπιτιού.
Τι βαραίνουν δέκα χρόνια για να με ξαναδείς
να ξαναδείς ειρηνικότερες ημέρες και να πας
στο παιδικό σου σπίτι με τον φράχτη πνιγμένο ν στα λουλούδια
να ζήσεις μες στη δίκαιη γαλήνη
ακούγοντας τον πόλεμο
σαν τον απόμακρο αχό του καταρράχτη
να ‘χεις μια στέγη σίγουρη σαν άστρο
να χωράει το σπίτι μας την καρδιά των ανθρώπων
κι από τη μέσα κάμαρα-
όμως εσύ μητέρα βιάστηκες πολύ
και τώρα με τι χέρια να ‘ρθεις και να μ’ αγγίξεις μέσ’
από τη σίτα*
με τι πόδια να ζυγώσεις εδώ που ‘χω τριγύρω μου
τις πέτρες σιγουρεμένες σαν ντουβάρια φυλακής
με τι μάτια τώρα πια να δεις πως μέσα δω χωράει
όλη η καρδιά του αυριανού μας κόσμου
τσαλαπατημένη
κι από τον δίπλα θάλαμο ποτίζει η θλίψη
σαν υγρασία σάπιου χόρτου.

*Από τη συλλογή “Ευθύτης οδών” (1959).

Αργύρης Χιόνης, “Εκδοχές του τέλους, Ι”

Καβάλα σ’ ένα κουνιστό αλογάκι,
με χάρτινο καπέλο και ξύλινο σπαθί,
πήρα κι εγώ μέρος στη μάχη,
στο αίμα, στη φωτιά, στην αρπαγή.

Καβάλα σ’ ένα κουνιστό αλογάκι,
μπρος-πίσω, πίσω-μπρος,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο,
των ίσκιων στρατηλάτης κι αρχηγός,
γύρισα ολόκληρο τον κόσμο
κι έφτασα τώρα εδώ,
στην κουνιστή μου πολυθρόνα,
μπρος-πίσω, πίσω-μπρος…

Τσαλακωμένο πια το χάρτινο καπέλο
και τσακισμένο το ξύλινο σπαθί˙
η μάχη, το αίμα, η φωτιά κι η αρπαγή
θαμπές εικόνες στου μυαλού μου την οθόνη˙
καίει ο ήλιος μα το αίμα μου παγώνει,
ψίθυρος βγαίνει από το στόμα μου η κραυγή.

*Αργύρης Χιόνης, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει, εκδ. Γαβριηλίδης, 2010. Το παραπάνω ποίημα με τον τίτλο «Ο στρατηλάτης» έχει δημοσιευτεί και στο περιοδικό Εντευκτήριο, τχ. 79, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2007.

Γ. Γιαννουλέας, Ζωολογία

Μαύρα αναλφάβητα ερπετά
εγκαταλείπουν τις τρύπες τους
έξι μέρες την εβδομάδα
— γιατί την έβδομη αναπαύονται —
Κυκλοφορούν στα στενά πεζοδρόμια
μπαίνουν και βγαίνουν στους υπόνομους
στα καταστήματα
στις δημόσιες τουαλέτες
συναλλάσσονται παραληρούν
τρομοκρατούν
ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα
καθορίζοντας
και τη δική μου ζωή.

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης από το ιστολόγιο http://lathrometanastis.wordpress.com