Ιβάν Γκολ, Μαλαισιανά τραγούδια (αποσπάσματα)

XVII

Είμαι το ρυάκι σου
που μέθυσε με δυόσμο

Σκύψε πάνω μου
για να σου μοιάσω

Κολύμπησε μέσα μου
να νιώσεις πως τρέμω

Φάε τα ψάρια μου
να μ’’ αφανίσεις

Πιες με
να με στερέψεις

Αγάπησέ με
Θα σε συντρέξω να πνιγείς

XX

Στο φιλί σου πιο βαθύ κι απ’ το θάνατο
νιώθω τη λύσσα σου να ξαναμπείς στη γη
να γυρίσεις πίσω στο χάος σου

Λιώνεις
χάνεσαι
σύννεφο πέφτεις
ποτάμι τρέχεις στη θάλασσά σου

Και σάρκα μου σε δέχεται σαν ένα μνήμα

XXV

Σκεπάστηκα με εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές

Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
για να με μυρίσεις
εφτά φορές

Σου είπα εφτά ψέματα
για να με αφανίσεις
εφτά φορές

*Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς
http://www.multiforums.gr/art/viewthread.php?tid=228

Ρενέ Σαρ, Καθοδήγηση

Πέρνα.
Η αστρική σκαπάνη
έχει ανοίξει για σένα τα βουνά.
Πέρνα όπως απόψε πάνω εκεί
περνά σα ρίγος ένα σμάρι από πουλιά.
Άκουσε πως χτυπούν των βράχων τα μηνίγγια
μη σου ξεφύγουν ψίθυροι
η λέξη εκείνη που γλυκιά σαν το φθινόπωρο
μπορεί να σε κοιμίσει.
Κοίταξε πώς κυματίζουν γύρω
πώς μας τυλίγουν τρυφερά
οι βεβαιότητες, ησύχασε λοιπόν,
ω Λόγχη μου, Δίψα μου σκληρή!
Τι αυστηρή που ήταν η ζωή,
τώρα έχει λυθεί από πόθο
στην αγκαλιά της εξορίας.
Πέφτει μία λεπτή βροχή από αμύγδαλο,
δροσίζει την ελευθερία,
ιδού ποια είναι η φύση σου,
Η αλχημεία σου, ω Αγαπημένη!

Μετάφραση: Βαγγέλης Κάσσος.

Poetry Review (Vol 102:1, Spring 2012)

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Το περιοδικό Poetry Review (Επιθεώρηση Ποίησης) είναι ένα από τα πιο μακροβιότερα περιοδικά για την ποίηση και μας έρχεται από την Αγγλία. Το πρώτο του τεύχος κυκλοφόρησε τον Μάη του 1909 στο Λονδίνο και αποτελεί το εκφραστικό όργανο του Poetry Society (Ποιητικός Σύνδεσμος). Ωστόσο, όλα όσα δημοσιεύονται στο περιοδικό δεν αντανακλούν απαραίτητα τις απόψεις του Συνδέσμου, η συντακτική ομάδα του περιοδικού δρα και δημοσιεύει εντελώς ανεξάρτητη από τον οργανισμό αυτό. Στη Μελβούρνη μπορεί κανείς να το βρει στα καλά και ενημερωμένα βιβλιοπωλεία όπως το Readings.

Στο ανά χείρας τεύχος το περιοδικό δημοσιεύει μια εξαίσια ύλη τόσο σε ποίηση όσο και σε αναλύσεις, παρουσιάσεις συλλογών και άλλων υλικών για την ποίηση. Το εν λόγω τεύχος είναι αφιερωμένο στην Ποίηση της τοποθεσίας, του τόπου (The Poetry of Place, όπως δίνεται στις σελίδες του παρόντος τεύχους).

Δημοσιεύονται δεκάδες ποιήματα διαφόρων δημιουργών, αγγλόφωνων και μη (σε μετάφραση) που έχουν άμεση σχέση με τον τόπο, την τοποθεσία, την τοπικότητα, σε όλες τους τις εκδοχές και παραμέτρους, αλλά και σε σχέση με την εκτόπιση, τη μετάβαση από τον ένα τόπο στον άλλο, για διάφορους λόγους, κοντολογίς με ένα είδος προσφυγιάς.

Στο τεύχος περιλαμβάνονται επίσης αποτελέσματα ενός Εθνικού Διαγωνισμού Ποίησης που οργανώνει επί πολλές δεκαετίες η Poetry Society.

Επιπλέον, δημοσιεύονται παρουσιάσεις και κριτικές που αφορούν πάνω από μια ντουζίνα ποιητικές συλλογές που κυκλοφόρησαν πρόσφατα.

Ωστόσο, ο κύριος λόγος που παρουσιάζω το περιοδικό αυτό εδώ σήμερα είναι ότι σε αυτό δημοσιεύεται αφιέρωμα σε Έλληνες ποιητές, με την πλήρη ευθύνη και παρουσίαση του Σωκράτη Καμπουρόπουλου, ο οποίος γεννήθηκε το 1962, είναι, επίσης, ποιητής και μεταφραστής και εργάζεται στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου της Ελλάδας και κατά το διάστημα 2009-2011 οργάνωσε ποιητικές συναντήσεις Ελλήνων και Αμερικανών ποιητών στους Δελφούς και την Πάρο.

Στο αφιέρωμα αυτό παρουσιάζονται ποιήματα δέκα σημαντικών Ελλήνων ποιητών και ποιητριών της νεότερης γενιάς όπως των Χριστόφορου Λιοντάκη, Χάρη Βλαβιανού, Κατερίνας Ηλιοπούλου, Φοίβης Γιαννίση, Σταμάτη Πολενάκη, Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Θοδωρή Ρακόπουλου, Γιώργου Βέη, Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ και του Σωκράτη Καμπουρόπουλου, όλα μεταφρασμένα στα αγγλικά από τον τελευταίο.
Στο εισαγωγικό κείμενο του Σ. Καμπουρόπουλου παρατίθενται εν συντομία βασικά στοιχεία και απόψεις που συνθέτουν την ποίηση των προαναφερόμενων, παρουσιαζόμενων ποιητών και ποιητριών στο πρόσφατο αυτό τεύχος του Poetry Review.

Η μετάφραση και παρουσίαση αυτή των χαρακτηριστικών δειγμάτων της δουλειάς των εν λόγω ποιητών κρίνεται, κατά τη γνώμη μου, σημαντική και μόνο από το γεγονός της γενικότερης πτώσης και κακόφημης χρήσης του ονόματος της Ελλάδας εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που στην Ελλάδα (και αλλού βέβαια) έχει την αντανάκλασή της και στο γενικότερο κοινωνικό τομέα, λόγω και του ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο έβαιναν τα πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά και άλλα δρώμενα στη χώρα. Γιατί δείχνει ότι στην Ελλάδα του σήμερα, εν μέσω της κοινωνικής απαξίωσης που σαρώνει θεσμούς και συνειδήσεις, εξακολουθούν να υπάρχουν, να συμπάσχουν και να δημιουργούν αξιόλογοι πνευματικοί άνθρωποι, ποιητές, εναργείς εργάτες του λόγου.

Συστήνω ανεπιφύλακτα το εν λόγω περιοδικό, ειδικά στους αγγλομαθείς. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στην ιστοσελίδα http://www.poetryreview.org.uk

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος”, Σάββατο, 30 Ιούνη 2012.

Arthur Rimbaud, Μια εποχή στην κόλαση (απόσπασμα)

Μια νύχτα πήρα την ομορφιά στα γόνατά μου.
Και την βρήκα μικρή και την βλαστήμησα

Κατόρθωσα να σβήσω από το λογικό μου κάθε ελπίδα ανθρώπινη

Επικαλέστηκα κάθε Οργή και Μάστιγα να πνιγώ στο αίμα, στην άμμο.
Η απόγνωση ήταν ο Θεός μου.
Κυλίστηκα στη λάσπη.

Αντρέι Βοζνεσιέσκι, Μπαλάντα παραβολική

Σαν πύραυλος πετάγεται η ζωή μου και διαγράφει,
μες στο σκοτάδι μια παραβολή.
Σαν όπως όχι ουράνιο τόξο.
Κι αν σαν, κανένας ταξιδιώτης μην το δει.
Υπήρχε κάποτε ένας κόκκινος ζωγράφος, ο Γκωγκέν.
Πρώην έμπορος, μετέπειτα μποέμ.
Ξεκίνησε να πάει στο Λούβρο απ’ της Μονμάρτης τα στενά,
κι έφτασε μέχρι τη Σουμά-
τρα-βήχτηκε από την τρέλα
του πλούτου, την βρωμιά των ειδικών κι εκείνη την κοπέλα
που γάβγιζε ξωπίσω του. Ο άνθρωπος ξεπέρασε
τη φυσική βαρύτητά του.
Το ιερατείο γέλασε και ξέρασε
τη μπύρα που είχε πιει, φαρμάκι για την «απείθειά» του:
«Η συντομότερη οδός είναι η ευθεία
κι η απλούστερη ασφαλώς.
Καλύτερα ν’ ασχοληθεί με τα λουλούδια στα καδράκια,
που προτιμά ο λαός».
Αυτός λοιπόν, σαν πύραυλος έγινε πάραυτα καπνός.
Ανάερα, ξεσκίζοντας αυτιά, σακάκια.
Δε εισέβαλε στο Λούβρο από την πόρτα ευπρεπώς.
Διέγραψε παραβολή
κι έκανε το πάτωμα αυλή!
Με βάση την παράμετρό του καθένας φτάνει στην αλήθεια.
Ο άνθρωπος παραβάλλοντας και σέρνοντας τα σαμιαμίθια!
Κάποτε ζούσε ένα κορίτσι στο διπλανό μας σπίτι.
Είχαμε κοινό το πάθος των βιβλίων.
Τι μ’ έπιασε και χάθηκα
θύμα μιας άρρωστης μανίας
μέσα στ’ αβέβαια, σκοτεινά
αστέρια της Γεωργίας;
Ζητώ συγνώμη, ειλικρινά, για κείνη την ανόητη παραβολή,
αλλά τι πρόβλημα είχε με τους ώμους που τρέμουν μες στης νύχτας την ομί-
χλη; Δες, τα δαχτυλίδια σου, στου σύμπαντος την τραγική
σιωπή, είναι μια αντένα ίσια, ελαστική.
Στο μεταξύ,
ακούω φωνή
να με καλεί
τρεμοσβηστή
από τη γη.
Φτάνω, πετώ
να πέσω εδώ.
Δεν είναι τόσο εύκολο με μια παραβολή!
Για να σβήσεις παραδόσεις, αξιώματα, προγνώσεις και τα συναφή
(τέχνη, ιστορία, αγάπη, αισθητική),
πρέπει να πάρεις, όσο να ’ναι, δρόμους παραβολικούς.
Όπως το ακούς!
Τώρα εκείνη πάει στη Σιβηρία. Ταξιδάκι αναψυχής!
……………………………………………………………………
Ε, δεν μπορείς να πεις!
Τουλάχιστον απέφυγε τη φασαρία
μιας μακρινής παραβολής.

*Από την Ανθολογία του Γιώργου Μπλάνα, Δύστηνος έγκειμαι πόθω (Ερωτικά ποιήματα 630 π.Χ.-1963 μ.Χ.)

Ασημίνα Ξηρογιάννη: Χωρίς πόνο δεν γράφεται ποίηση

Νικόλας Βουκκαλής / Εκδότης

Η προοπτική στα έργα των καλλιτεχνών, δίνει το στίγμα της ποιότητας των έργων που παράγονται με σχήματα, χρώματα και σχολές που ακολουθεί ο εκάστοτε καλλιτέχνης. Ένα έργο όμως λογοτεχνικό, δεν κατατάσσεται σε κάποια σχολή, όταν μέσα από τις λέξεις, πετάει το μυαλό σε βάθη συλλογισμών και οροσειρές εικόνων που οραματίστηκε ο συγγραφέας. Οι λέξεις, μπορεί να μην έχουν την υφή των χρωμάτων που χρησιμοποιεί ο ζωγράφος. Εντούτοις όμως, κουβαλούν τη μυρωδιά, τον ήχο και το… κορμί του συγγραφέα, με τέτοια πιστότητα που τρομάζει κι ο φωτογραφικός φακός, όταν απαθανατίζει ένα τοπίο, μια κατάσταση ή μια μορφή. Ανέκαθεν η τέχνη της γραφής και των συλλογισμών της, έκρυβε καλά μέσα της, μυστήριους κόσμους, εσώτερες αποκρίσεις του λογοτέχνη και σκέψεις που αναρριχώνται από το μελάνι μέχρι την αναμέτρηση με το λευκό χαρτί.
Σε μια τέτοια αναμέτρηση, επιδίδεται εδώ και χρόνια, η Ασημίνα Ξηρογιάννη, ψάχνοντας να εντοπίσει τα υλικά που θα φωτίσουν την ποιότητα της εξωτερίκευσης των συναισθημάτων της. Με δύο ποιητικές συλλογές στο ενεργητικό της κι ένα πλούσιο βιογραφικό με διακρίσεις σε ποιητικούς διαγωνισμούς, με το θέατρο να έχει σημαδέψει την ζωή και να ορίζει την καριέρα της, η Ασημίνα μας μίλησε για την τέχνη της γραφής και τα ζητούμενά της. Πρόσφατα, δοκίμασε τις δυνάμεις της και στην διηγηματογραφία, με την κατάθεση μιας νουβέλας που πραγματεύεται τις επιδράσεις του αγώνα για τέχνη στον ίδιο τον καλλιτέχνη.

Νικόλας Βουκκαλής: Ένας πίνακας για να «χτιστεί» θέλει χρώμα, σχήμα και προοπτική. Ένα ποίημα τι υλικά χρειάζεται για να ταξιδέψει τον αναγνώστη σε μια συνοπτική και λακωνική συναισθηματική φόρτιση;

Ασημίνα Ξηρογιάννη: To ποίημα χρειάζεται λέξεις, αλλά κι αυτές από μόνες τους δεν αρκούν. Είναι ο κατάλληλος συνδυασμός των λέξεων που απαιτείται για να δώσει αισθητικό αποτέλεσμα. Το ποίημα στην ουσία του είναι μια έλλογη κατασκευή. Μπορεί να υπάρχει μια αρχική «έμπνευση», μια αρχική ιδέα που προέκυψε από κάποιο ερέθισμα, αλλά αυτή χρειάζεται περαιτέρω επεξεργασία από τον ποιητή. Και αυτή η επεξεργασία, σε καμία περίπτωση δεν είναι τυχαία. Ο ποιητής φιλτράρει τα γεγονότα με τον δικό του προσωπικό τρόπο και δίνει έτσι το δικό του στίγμα. Μπορεί να μιλήσει για πράγματα κοινά, αλλά με τρόπους ανοίκειους. Το νέο στην ποίηση έχει να κάνει με το «πώς» δηλαδή. Ο έρωτας, ο χρόνος, ο θάνατος, είναι θέματα κοινά, λίγο πολύ όλοι οι ποιητές του κόσμου με αυτά καταπιάνονται. Το ζήτημα είναι η ποιότητα και η οπτική του ποιητικού τους βλέμματος. Γενικά, η ποίηση είναι παίδεμα. Ο ποιητής έχει να παλέψει με πολλά τέρατα. Ο Καβάφης περισσότερο έσβηνε παρά έγραφε. Ο Ελύτης μπορεί να πάλευε μήνες ολόκληρους για τη συνέχεια ενός στίχου του.



Continue reading

Σε θέση μάχης

Μια πληγή έμεινε φοβισμένη
σαν ζωντανό βήμα
στην απεραντοσύνη,
μισοτελειωμένη σχέση,
απόφαση μοναξιάς,
νοσταλγία που αντιδρά
σε θέση μάχης
απέναντι στα θετά
ρινίσματα της ζωής.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης είναι από το http://diffusedlight.blogspot.com

Θεόδωρος Ντόρρος, ένας μυστηριώδης υπερρεαλιστής

Στο δρόμο αρχίζουν όλα.
Ανάμεσα στους περιπατητές.
Του Κώστα Στοφόρου

«…Τον Ντόρρο τώρα τον ήθελε για τον εαυτό του. Σαν να συνομιλούσαν, τον ένιωθε κοντά του. Με τον καιρό τον πονούσε σαν άνθρωπο. Σκεφτόταν τη ζωή του, τον ζωντάνευε σε μια φανταστική πραγματικότητα, στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη. “Ήρθε ποτέ στην Ελλάδα, γιατί δεν έγραψε άλλα ποιήματα, στερεύει ποτέ ένας ποιητής;” Μες στη μοναξιά του υπήρχε δίπλα του ο Ντόρρος του 1930. Κι ας μην είχε βρει ούτε μια φωτογραφία του. Καλύτερα ίσως, τον έφτιαχνε με το νου του».

Λάκης Παπαστάθης, Όλοι οι θάνατοι πιθανοί

Αφορμή το βιβλίο του Λάκη Παπαστάθη, Το καλοκαίρι θα παίξει την Κλυταιμνήστρα* (Πόλις). Στο διήγημα Όλοι οι θάνατοι πιθανοί, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας ζει σε ένα σπίτι κυριολεκτικά πνιγμένο στα βιβλία. Αναζητά τη νεωτερικότητα την τέχνη. Ανακαλύπτει εκεί που οι άλλοι δεν βλέπουν τίποτα. Ένα βράδι πηγαίνει σε μια διάλεξη όπου η ομιλήτρια «ανέλυε την ποίηση ενός σχεδόν άγνωστου, χαμένου ποιητή που κατά την άποψή της ήταν από τους πρωτοπόρους του μοντερνισμού στην Ελλάδα. Αυτός, ακούγοντάς την ένιωσε πως τον χτύπησε κεραυνός. Θυμήθηκε πως το βιβλίο με τα ποιήματα αυτού του ποιητή το είχε στο σπίτι του. Πώς είναι δυνατόν αυτός να μην είχε διαγνώσει εγκαίρως τη σημασία του;».

Ο ποιητής δεν ήταν άλλος από τον Θεόδωρο Ντόρρο. Θυμήθηκα την εντύπωση που μου είχε κάνει κάποτε. Κατέβασα από τη βιβλιοθήκη μου την ανθολογία υπερρεαλισμού Δεν άνθισαν ματαίως της Φραγκίσκης Αμπατζοπούλου. Διάβασα ξανά τα ποιήματα και το σύντομο βιογραφικό, όπου πληροφορήθηκα για μια ακόμη φορά πως ο Ντόρρος είχε εκδώσει μια και μοναδική ποιητική συλλογή, το 1930. Στου γλυτωμού το χάζι, ο περίεργος τίτλος της. Στο βιογραφικό σημείωμα αναφέρεται πως γνωρίζουμε ελάχιστα για τη ζωή του. Μερικοί αμφισβητούσαν ακόμη και την ύπαρξη του… Το σίγουρο είναι πως στις πρώτες σελίδες του βιβλίου αναφερόταν: «Το βιβλίο τούτο δεν πουλιέται. Στέλνεται δωρεάν σε όποιον το ζητήσει». Ο συγγραφέας για κάθε ενδιαφερόμενο έδινε και τη διεύθυνση του: Theodore Dorros, 17 Rue Bachaumont Paris ή 1 East 33rd Street, New York…

Το γεγονός, επίσης, είναι ότι επηρέασε σημαντικά το υπερρεαλιστικό κίνημα στην Ελλάδα.

Ανακαλύπτοντας τον Ντόρρο

Από τους ανθρώπους που κατάφεραν να αναδείξουν, εκ νέου, το έργο του ποιητή είναι ο Γιώργος Γιάνναρης. Όπως αναφέρεται σε σχετική παρουσίαση της εφημερίδας της ομογένειας Greeknews, η πρώτη επαφή του σημαντικού αυτού Έλληνα ερευνητή με το έργο του Ντόρρου έγινε τυχαία, όταν ψάχνοντας στη βιβλιοθήκη του γραφείου Τύπου της Ελληνικής Πρεσβείας στη Νέα Υόρκη, βρήκε ένα αντίγραφο της πρώτης έκδοσης του βιβλίου του Στου γλυτωμού το χάζι, με αφιέρωση της αδελφής του Μαίρης Ντόρρου-Ξέρων, προς τον τότε γενικό πρόξενο της Ελλάδας. Στη συνέχεια βρήκε ένα ακόμη αντίτυπο στα σκονισμένα ράφια του τυπογραφείου Divry’s της 7ης Λεωφόρου, με ιδιόχειρη αφιέρωση στον σατυρικό ποιητή Κώστα Ζαμπούνη.

Continue reading

Antigone Kefala, The Play

This prince was very nervous,
drank his own life at speed
to see it dry,
a methylated flame burnt in his eyes,
some savage energy that was ready
to erupt, singe his pale skin.

The courtiers
were out in the streets,
groomed in the latest image,
pink shirts, black leather belts,
limbs made of steak,
fried eggs and beer.

When the Town Hall clock
struck twelve, the daughter
of the Lord Chamberlain went past
smiling discreetly at her image
in shop windows.

Παύλος Πετρής, Δυο ποιήματα

Κέντρο

Έρχεται ο τρίτος,
λένε, παγκόσμιος
και ούτε αυτός
θα είναι ταξικός
γαμώτο

και τα σύννεφα που
μοιάζουν πίνακες
δεν μου αρκούν
τώρα

Απλά ξορκίζω τη δειλία μου
έτσι
Αν είχα το θάρρος να
σηκώσω όπλο, ίσως
να μην ξανάπιανα μολύβι
ή ίσως να γραφα
χωρίς τύψεις κι ενοχές.

Κατεβαίνω στο κέντρο

Έχει ποιήματα στον δρόμο
έχει βήματα,
νεκρούς που ακόμα περπατάνε
Έχει ποιήματα ψηλά,
φλόγες που λίγο θέλει
να κάψουνε τον ουρανό

Χάνω την υπομονή μου

Ωραίοι άνθρωποι
με σακούλες / ψώνια από παπουτσάδικα
και έξυπνα κινητά
Άσχημοι γέροι
να μοιράζονται βιβλία
και εγώ μαζί τους
να θυμίζω άσχημο γέρο
στα 25, γαμώτο,
με κιτρινισμένα δάχτυλα από το κάπνισμα

και η πόλη καπνίζει
όμορφα μόνο
το βιβλιοπωλείο
λυπήθηκα λίγο,
μην κάηκε
κάποιο βιβλίο
που έγραφε κάπου
την απάντηση

Ας είναι,
θα γράψουμε
καινούρια βιβλία
που καίνε, δεν καίγονται και
ρωτάνε αντί να απαντούν

Γιατί η καταγωγή μου
είναι από εδώ
ενώ το όνειρο μου
από άλλο κόσμο

και τα αδέρφια μου
είναι διαμάντια,
διαυγή και άθραυστα
και
όταν θέλουν
χαράζουν
τα πάντα

Continue reading