Για μια λυτρωτική εξίσωση αγάπης

Ο ουρανός
αντεστραμμένη θάλασσα
και τα σύννεφα
νησιά
όπου τρέχει η φαντασία
για μια λυτρωτική
εξίσωση της αγάπης.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Μάριος Μαρκίδης, “Νανούρισμα”

Ἔλα ὕπνε πού παίρνεις τά παιδιά καί πάρε το
ἔλα γριά μέ τά φριχτά δόντια καί πάρε το
ἔλα Τζών Σίλβερ ἔλα ἄσπλαχνε Ἰαβέρη
ἔλα Φοῦ Μανσοῦ, Ἐμπενέζερ Σκρούτζ, σερίφη τοῦ Νόττιγκχαμ
λυσσασμένοι λύκοι, στρίγκλες, τέρατα
ἐλάτε γαμῶτο καί πάρτε το
καί μήν τό ἀφήσετε μέχρι τό πρωί.

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το poemsgolitsis.blogspot.com

Τζόυς Μανσούρ, Θέλω να κοιμηθώ πλάι πλάι μαζί σου

Μαλλιά μπερδεμένα
Αιδοία γαντζωμένα
Με το στόμα σου για προσκεφάλι
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου ράχη ράχη
Δίχως να μας χωρίζει ανάσα
Δίχως λέξεις να μας περισπούνε
Δίχως μάτια να μας διαψεύδουν
Δίχως ρούχα.
Θέλω να κοιμηθώ μαζί σου στήθος στήθος
Συσπασμένη και ιδρωμένη
Λαμπυρίζοντας με χίλια σύγκρυα
Απʼ την αδράνεια φαγωμένη
Της έκστασης τρελή
Πάνω στον ίσκιο σου νά ʽχω ξεμείνει
Καταχτυπημένη από τη γλώσσα σου
Για να πεθάνω ανάμεσα στα δόντια του λαγού
Τα σάπια
Ευτυχισμένη.

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://n-tomaras.blogspot.com

“Ποίηση Οικουμενική”

Yeats – Καβάφης

δοκίμιο γράφει ο Απόστολος Θηβαίος

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», γράφει ο Ιρλανδός με το γυάλινο προσωπείο. Και ο λόγος του φτάνει μέχρι την Αλεξάνδρεια και έρχεται και κουρνιάζει δίπλα στη σιωπή του Κωνσταντίνου. Δυο άνθρωποι, δυο διαφορετικοί κόσμοι, εκπρόσωποι των οριζόντων που δείχνουν οι μεταλλικοί ανεμοδείκτες των αιχμηρών σκεπών, ο Καβάφης και ο Γέητς συναντιούνται μες στους στίχους της ποιήσεώς τους. Η αγωνία, η κοινή τους αγωνία, η μεταφυσική, η ανήμερη, διαχρονική αγωνία τους συνιστά την ίδια αγωνία των δικών μας ανώφελων καιρών.

«Στου καφενείου του βοερού το μέσα μέρος σκυμένος στο τραπέζι κάθετ’ ένας γέρος· με μιαν εφημερίδα εμπρός του, χωρίς συντροφιά.»

Ο Καβάφης, δίχως κανένα λεκτικό στολίδι περιγράφει μια οικεία εικόνα. Μια εικόνα από εκείνες που απαντά κανείς στα ερημικά καφενεία της υπαίθρου, με τις ψάθινες καρέκλες του κατσίβελου και τα ξύλινα, πολυκαιρισμένα τραπέζια, που έχουν ακόμα την οσμή του ούζου, τα καφετιά ψήγματα του ξεραμένου καπνού. Φαντάζομαι τον ποιητή, να στέκει παράμερα, τότε, στον καιρό της δεύτερης νιότης του και να συλλαβίζει το φόβο του γήρατος. Απέναντί του ένας ηλικιωμένος, αξιοπρεπής κύριος. Το καπέλο με το σκληρό γείσο και την κατάμαυρη κορδέλα, το κομποσκοίνι με τις πορφυρές χάντρες, λιγοστά, μεταλλικά νομίσματα πλάι στο φλιτζάνι του καφέ και έπειτα δυο χέρια. Δυο χέρια που έπαψαν πια να ανοίγουν δρόμους, που έπαψαν πια να κουβαλούν την ορμή των καταρρακτών. Δεν μιλά εκείνος ο γέρος, μονάχα συλλογίζεται τα ξοδεμένα χρόνια, δίχως καμιά αγωνία, δίχως καμιά έγνοια για τον καιρό που σώθηκε.

«Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη και με τρίχες λευκές πλάι στο τζάκι ως θα είσαι για στοχάσου και σκέψου τη γλυκιά τη ματιά σου. Μα και πάλι ονειρέψου τις βαθιές και χαμένες των ματιών σου σκιές.»

Ο Γέητς, στοχάζεται τις μέρες του, τις παμπάλαιες, ξοδεμένες μέρες του. Όπως και ο Αλεξανδρινός, έτσι και εκείνος, γνωρίζει καλά πως κάποτε θα καταφτάσουν μανιασμένες οι γερασμένες σκέψεις. Ξέρει καλά, πως κάποτε θα έρθουν τα περίφημα, αρχαιολογικά πρωινά και οι θλίψεις πια δεν θα έχουν άλλες μορφές για να αλλάξουν. Οι δειλές λατρείες θα έχουν λησμονηθεί και ξεθωριασμένες θα απομένουν, καθώς οι καφετιές προσόψεις των σπιτιών στις προσφυγικές συνοικίες της πόλεως. Οι σιδερένιοι δρόμοι, εκείνοι που κάποτε έφερναν ήχους ερώτων, επιθυμιών σφοδρών, θα μοιάζουν πια με λάβαρα ξεφτισμένα, παρατημένα πλάι στις σωριασμένες αψίδες των θρυλικών μας επετείων.

«Μα απ’ το πολύ να σκέπτεται και να θυμάται
ο γέρος εζαλίσθηκε. Κι αποκοιμάται
στου καφενείου ακουμπισμένος το τραπέζι.»

Η επώδυνη αποδοχή της ήττας. Εκείνης της τραχιάς ήττας που μόνο με τις νύκτιες συναλλαγές μας μπορεί να συγκριθεί. Ο Καβάφης πάντα σταθερός απέναντι στη μοίρα του, αγγίζει τα σπασμένα αθύρματά της, τα θρυμματισμένα απομεινάρια των επιλογών. Κάμει την αγωνία του συνήθεια και δεν στοχάζεται πια εκείνον τον ξένο που κάποτε συνάντησε στον καθρέφτη και εκείνος ψέλλιζε αλλόκοτες συλλαβές, ακατάληπτων φράσεων. Δεν μνημονεύει πια εκείνον που μιλούσε χρόνια τώρα, μέσα από το θολό τζαμωτό για τις νεκρές, επερχόμενες μέρες μας.

«Στη θρακιά σκύβει τώρα- σιγοτρέμουν τα χέρια, μουρμουρίζει τη θλίψη, πώς η αγάπη περνά, ξεκινάει και ανεβαίνει σε βουνά μακρινά τη μορφή του να κρύψει σε κορών απ’ αστέρια.»

Δυο άνθρωποι, δυο ποιητές που έζησαν παράλληλους βίους, πιστά δοσμένοι στην υψηλή δοκιμασία της τέχνης. Γητευτές των πιο βαθιών νοημάτων, οι δυο ποιητές ανταλλάσουν σήματα ασθενικά. Και από την Αλεξάνδρεια μέχρι το Δουβλίνο, φεγγίζουν οι ιδέες και τα οράματα, τα πιο θλιβερά και ανθρώπινα μαζί.
Τα δυο, ετούτα ποιήματα αποδεικνύουν, πέρα από ρομαντικές προσεγγίσεις και αλληγορικά νοήματα, πως η ποίηση δεν είναι μονάχα λόγια αραδιασμένα στο χαρτί, με μέτρο και άξιο συλλαβισμό. Η ποίηση αντλεί τα θέματά της από τη ζωή και η ζωή δεν διαφέρει σε κανένα τόπο, σε καμιά αυλή ή κάμαρη. Ο Γέητς και ο Καβάφης, όπως τόσοι άλλοι που κατάφεραν να μιλήσουν, ξεπερνώντας τις γεωγραφικές αποστάσεις, κατόρθωσαν και κάτι πιότερο σπουδαίο. Κατάφεραν να επιβεβαιώσουν την οικουμενικότητα της ποίησης.

Σημείωση: Τα αποσπάσματα προέρχονται από το ποίημα «Σαν του χρόνου έρθει η νάρκη», του Γέητς και το «Ένας Γέρος», του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη.

*Κείμενο και εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://www.sodeia.net/2012/06/blog-post_25.html

Η πολιτική αλητεία

Η πολιτική είναι μια γυναίκα
που ελκύει και απωθεί το ίδιο.
Εγκλωβίζει το πάθος
και γίνεται αφορμή
πανικού κι εγκατάλειψης,
διαδρομή ζωής
που χρησιμοποιούμε
ως καθρέφτη του εαυτού μας,
σμιλεύοντας πληγές
στις απεικονίσεις
και τις πορείες του,
σκαρώνοντας πολυεθνικά μνημεία
που θα μας ξεκάνουν,
θα μας κάνουν ανθρώπινα θρύψαλα.
Η πολιτική αλητεία
είναι πρόσωπο ντυμένο
με αρχαϊκές σημασίες,
αίσθηση θανάτου,
ο ψυχισμός μας ο ίδιος
μετουσιωμένος
σε λίθους
και κεράμους.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.

Ντενίς Λέβερτοφ, Δύο ποιήματα

Ένας μανδύας

Και περπάτησα γυμνή
εξ αρχής

εισπνέοντας
τη ζωή μου,
εκπνέοντας
ποιήματα,

αλαζών μέσα στην αθωότητα.

Μα από τα σύνεφα-άσματα που έφτιαξε η ανάσα μου
μες στον ψυχρό αέρα

ένας μανδύας γεννήθηκε.
λευκός και,
μία λέξη εδώ
η άλλη παρά πέρα
παγωμένη, αστραφτερή,
βαριά σαν πέτρα.

Μια μάσκα που σκοπό δεν είχα
να φορέσω, σαν από πάγο,
κρύβει το πρόσωπό μου.
Τα μάτια ερευνούν,
μια πολυπόθητη σιωπή στου αίματος τον πυρήνα.

* * *

Κυριακή απόγευμα

Μετά απ’ την Πρώτη Κοινωνία
και το γεύμα με τα μάνγκο και
τη γαμήλια τούρτα, οι νεαρές κόρες
του εμπόρου του καφέ ξαπλώνουν
για ύπνο μεγάλο μεσημεριανό, και τα λευκά τους φορέματα
ξαπλώνουν δίπλα τους ήσυχα
και τα λευκά πέπλα στα όνειρά τους
αιωρήθηκαν ενώ οι μύγες βούιζαν.
Όμως σαν έγειρε
καμένο το απόγευμα σηκώθηκαν
κι έτρεξαν γύρω στη γειτονιά
ανάμεσα στις μισόκτιστες βίλες
ζωντανές, ολοζώντανες, κλοτσώντας μια μπάλα του μπάσκετ, φορώντας
άλλα νέα φορέματα, ματοκόκκινα βελούδα.

*Μετάφραση, Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός

Ο Άρης Αλεξάνδρου και το Ελληνικό Γκουλάκ

Ανήκω στο ανύπαρκτο κόμμα των ποιητών

Μόνο ο Άρης Αλεξάνδρου έζησε ως ποιητής τη ζωή του κοινού αριστερού μετά τον Εμφύλιο. Υπάρχει ως ο μόνος ποιητής έξω από δίκτυο. (Άλλοι μέχρι και εξτρά επισκεπτήρια εξασφάλησαν στη Μακρόνησο, όπως σήμερα στέλνουν τους λογαριασμούς των εστιατορίων στο υπουργείο το λεγόμενο και πολιτισμού.)

Το ΚΚΕ ακόμα και στην ήττα του παραμένει δίκτυο αμύνης που με τίμημα την υποταγή στο Σταλινισμό προσφέρει μια στοιχειώδη προστασία. Αυτή η υποταγή και η κατ’ ουσίαν τυφλή εξάρτηση από την καθοδήγηση αποτελεί το Ελληνικό Γκουλάκ. Η αποπομπή ενός μέλους ισοδυναμεί με έκθεσή του στον εχθρό. Η λεπτή γραμμή που υποδεικνύει θύματα στο δεσμοφύλακα. ( Στις ανατολικές χώρες στο ίδιο διάστημα το ίδιο το Κόμμα αναλαμβάνει τη βρώμικη δουλειά)

Η απόδοση και η στοχοποίηση θυμάτων που είναι πιο εύκολη η εξόντωσή τους από τους δεξιούς παραμένει μόνιμη τακτική του ΚΚΕ σε όλη τη διάρκεια του Μεταπολέμου, ως σήμερα. Το εκτελεστικό όργανο του Ελληνικού Γκούλακ ήταν η Δεξιά. Κάποιες φορές υπήρξε πιο φιλάνθρωπο από το αντίστοιχο για τους πρόσφυγες στις Ανατολικές Χώρες.

Η ανυπαρξία του ανθρώπου ως μονάδας και φορέα δικαιωμάτων έξω από τα δίκτυα του κόμματος βρίσκει διέξοδο ως εκβιασμός στους σοσιαλδημοκράτες που εξαγοράζουν τη σιωπή μέσα από αφηρημένες ανακοινώσεις περί εργατικών δικαιωμάτων και παρέχει άλλοθι στην ολοκλήρωση της τελευταίας κρίσης.

Σ’ αυτή τη λεπτή και δυσδιάκριτη γραμμή όπου ο Σταλινισμός βρίσκει στη ήττα μια αληθοφανή πρόφαση για την παράλογη καταπίεση κινείται η μαρτυρία του Άρη Αλεξάνδρου, και τον κάνει ελληνικό ανάλογο της συμπεριφοράς που επιφύλαξε στους ποιητές της η Σοβιετία.

Ένα μέρος του έργου του Άρη Αλεξάνδρου και της συντρόφου του Καίτης Δρόσου είναι κατ’ ουσίαν καταγγελία αυτής της ιδιαίτερης κατάστασης. Η συμμετοχή στο Κομμουνιστικό Κόμμα για πολλούς ήταν η σύνθλιψή τους υπό τους όρους ενός εκβιασμού. Απο΄δω η φυλακή του ταξικού εχθρού, αποκεί ο καταδότης στη δομή του κόμματος. Στη μέση η γραφή του πάσχοντος σώματος καθώς διαλύεται στη ομάδα.

Κάποτε θα πρέπει να υπολογιστούν τα θύματα του ιδιότυπου Ελληνικού Γκουλάκ.

Η ποίηση του Άρη Αλεξάνδρου βοηθάει να μην ξέχαστούν.

*Κείμενο και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://giorgosmixos.blogspot.com.au/2012/07/blog-post_9830.html

Ειρήνη Παππά, Τρία ποιήματα

νεκρό σημείο

Ησυχάζουν
οι νύχτες
σε θαλάμους
οξυγόνου. _

00.00.00

Άκρη ερημιάς
ένας ποδηλατοδρόμος
με ημερομηνία λήξης
Καταναλωθείτε πριν την αναγραφόμενη
Καταστροφή._

Ειδικό κλίμα

Ξεχασμένη
υγρασία
σε χώμα
που πεθαίνει.

*Η Ειρήνη Παππά σπούδασε Ψυχολογία και Ψυχοθεραπεία στη Θεσσαλονίκη όπου και κατοικεί. Έχουν εκδοθεί δύο ποιητικές της συλλογές, «Σχοινοβάτις ονείρου», εκδ. Εριφύλη (2006), «Δανεικές ανάσες», εκδ. Γαβριηλίδης (2009). Τον Δεκέμβριο του 2010 δημιούργησε το «ΧΑΡΙΖΕΤΑΙ ΠΟΙΗΣΗ» σε συνεργασία με τον γραφίστα Ματθαίο Σαντοριναίο.
**Από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Οκτώβρη-Δεκέμβρη 2011.

Martha Mylona, Monastiraki Square

The light is harsh this morning
in Monastiraki square.
It blends in with disillusionment and
and a faint trace of hope,
and penetrates your skin like the needle
of a drug addict,
soothing for a second,
in the icy coldness of a draught
that foretells of a winter
looming dark on the horizon.

Here, there is no hope,
the young cry out.
All paths are a dead end.
Their voice, a cry in the wilderness.
And Isaac, all bound up,
with the blessings of the State,
the IMF and the gnomes of Wall St,
is slowly but firmly led
to the altar.

Athens 2010

Η μνήμη βρέχει ασταμάτητα

Η μνήμη βρέχει ασταμάτητα
αλλ’ είναι σαν μια αράχνη
στη ματαιότητα της λησμονιάς
μέσ’ στα χαλάσματα του νου
και του χρόνου.
Ένας ιστός που σε περιέχει
κι οργανώνει το αίσθημά σου
που αν και θρυμματισμένο
δείχνει εγκαρτέρηση.
Σαν κάποιους χαμένους φίλους
που όλη τη νύχτα φλυαρούν
τρέμοντας το μέλλον μιας αγωνίας
μονάχοι με το τώρα κι ανήκουστες
προστακτικές αισθήσεων.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.