Ένας μανδύας
Και περπάτησα γυμνή
εξ αρχής
εισπνέοντας
τη ζωή μου,
εκπνέοντας
ποιήματα,
αλαζών μέσα στην αθωότητα.
Μα από τα σύνεφα-άσματα που έφτιαξε η ανάσα μου
μες στον ψυχρό αέρα
ένας μανδύας γεννήθηκε.
λευκός και,
μία λέξη εδώ
η άλλη παρά πέρα
παγωμένη, αστραφτερή,
βαριά σαν πέτρα.
Μια μάσκα που σκοπό δεν είχα
να φορέσω, σαν από πάγο,
κρύβει το πρόσωπό μου.
Τα μάτια ερευνούν,
μια πολυπόθητη σιωπή στου αίματος τον πυρήνα.
* * *
Κυριακή απόγευμα
Μετά απ’ την Πρώτη Κοινωνία
και το γεύμα με τα μάνγκο και
τη γαμήλια τούρτα, οι νεαρές κόρες
του εμπόρου του καφέ ξαπλώνουν
για ύπνο μεγάλο μεσημεριανό, και τα λευκά τους φορέματα
ξαπλώνουν δίπλα τους ήσυχα
και τα λευκά πέπλα στα όνειρά τους
αιωρήθηκαν ενώ οι μύγες βούιζαν.
Όμως σαν έγειρε
καμένο το απόγευμα σηκώθηκαν
κι έτρεξαν γύρω στη γειτονιά
ανάμεσα στις μισόκτιστες βίλες
ζωντανές, ολοζώντανες, κλοτσώντας μια μπάλα του μπάσκετ, φορώντας
άλλα νέα φορέματα, ματοκόκκινα βελούδα.
*Μετάφραση, Γιάννης Λειβαδάς, εκδ. Ηριδανός
