Μίλτος Σαχτούρης, Η πληγωμένη Άνοιξη

Η πληγωμένη Άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα το αίμα
απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφάχτηκαν
για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά ‘ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά ‘ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της

Γιώργος Αλισάνογλου, Άτιτλο (Στα σύνορα της λογικής μου…)

Στα σύνορα της λογικής μου,
χύνω το μαύρο της νύχτας
και το κίτρινο της μέρας μέσα στο σκαλιστό
μπακιρένιο μπρίκι…
Τα ανακατεύω με λίγο μολυσμένο αέρα
και με περισσότερες έγνοιες.
Τα αφήνω στο γκαζάκι να βράσουν
αρκετή ώρα, και ξαφνικά,
λίγο πριν το καταλάβω,
μέσα με μαζοχιστική ευωδιά,
βλέπω να κοχλάζουν βάναυσα
ανθρωπάκια, ματωμένα συναισθήματα,
ένοχα ταξίδια, γερασμένοι Θεοί,
και δυο πελώριες κόρες ματιών,
να με κοιτάν περίλυπα, σαν δυο φουσκάλες
πονεμένης ευτυχίας…
Χύνω το μίγμα στο πορσελάνινο φλιτζάνι,
ανάβω τσιγάρο, και ατενίζω τον κόσμο
καθισμένος στην πλάτη της αμφιβολίας,
έχοντας μια λέξη σφηνωμένη
στην κόψη των χειλιών: Καλημέρα…

* Από τη συλλογή Άηχες κραυγές (2001). Το ποίημα είναι δημοσιευμένο σε θέση προλόγου στη συλλογή.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Η εξορία

Διάβασες πάνω στο όστρακο
το όνομά σου ευδιάκριτα
μαύρες κουκούλες έγνεφαν
το δίκαιο
δεν θα γινόσουν καταπατητής του Νόμου
όμως από ένα πέτρινο σπίτι
σε ένα νησί με πέπλα
ερχόταν η μελωδία μίας άρπας
και ήξερες πως ήταν εκεί
σε ανάκλιντρο και σε περίμενε
είχε βαμμένα τα μάτια με ώχρα
ανέπνεε μαλακά
με το πρόσωπο στο μαξιλάρι
χαμογελούσε και έκλαιγε
και μικρές πεταλούδες άγγιζαν
την φλόγα ενός κεριού μία λεκάνη,
μία λίμνη με νούφαρα
κρινάκια σκόρπια σε αρχαία βάζα
γυναίκες με εσθήτες στόλιζαν τους τοίχους
και ήταν εκεί δική σου
μία απαλή πατρίδα που άνοιγε κι έκλεινε
στους ήχους μουσικής
και ήξερες πως δεν άντεχες
πως δεν γινόταν
πως ποτέ πια δεν θα έφευγες ξανά
εξόριστος απ’
την γυναίκα που αγαπούσες.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Προσωπεία

Το χειροπιαστό και το άυλο
το καλό και το κακό
οι ανάστροφοι άγγελοι
οι μετωπικοί διάβολοι

προσωπεία πρωτόγονων
προσωπεία-μήτρες
προσωπεία-φόρμες

καλούπια
γκριμάτσες
αλλόκοτη φρασεολογία
ελάχιστα πάρε-δώσε

οι διαφορές είναι μόνο
γεωγραφικές
κι ας καμωνόμαστε
τους αμέριμνους.

16 Ιούλη 2011

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Ποιήματα από τις “Πληγές”

Φοβάμαι τις λέξεις
που δεν είναι δεμένες με τα βιώματά μου.
Έξω από μένα.
Σαν όνειρα ακυρωμένα.
Σαν απωθημένα.

***

Είναι κάτι βράδυα ναυάγια
(όλο απόγνωση και τρέλα)
που ούτε το φως του πρωινού
δεν ξέρει πώς να τα γιατρέψει.

***

ΟΜΟΝΟΙΑ

Ανθρωποι με αφηνιασμένα βλέμματα,
Φωνές αλλόκοτες,
βαθιά πληγωμένες.

***

Όλη μου η ζωή μια αναμονή.
Από τότε που έφυγες,
τα βράδυα,
σβήνω τα φώτα,
βυθίζομαι,
Δεν καταλαβαίνω αν ξημερώνει.

*”Πληγές”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2011.
**Για περισσότερα για την Ασημίνα Ξηρογιάννη επισκεφθείτε το μπλογκ της στο http://varelaki.blogspot.com

Melissanthi, Four poems

ATONEMENT

Every time I sinned a door half opened,
and the angels who in my virtue had never found me beautiful
tipped over the amphora of their floral souls;
every time I sinned, it was as though a door had opened
and tears of compassion dripped among the grasses;
but if the sword of my remorse chased me from heaven
every time I sinned a door half opened
and though men thought me ugly, the angels thought me beautiful.

Continue reading

Ζωή Καρέλλη, Το τελευταίο τραγούδι της Σαπφώς

Αυγή της ωραιότατης μέρας
που προσέρχεται κι’ όλο φωτίζεται πιο πολύ
το στερέωμα, σαν πρόσωπο
όπου η χαρά αυξαίνει,
όταν καταλαβαίνει τη χάρη του βίου.

Βάρος η κεφαλή μου μεταδίνει
στα μέλη του σώματος κι’ η σκέψη
ομίχλη στην όψη μου.
Δροσερή αύρα της πρωίας
κι’ εγώ αποπνέω ζέστη
που με χωρίζει απ’ τον καλόν αέρα.

Ίδια όλα τριγύρω
κι’ ο απέραντος πόντος αρνιέται
να παρασύρει την ψυxή μου
σε ταξίδια σπουδαία.

Την μακρινή αισθάνομαι αοριστία
κι’ ούτε ακούω τους μυστικούς ψίθυρους,
υποσχέσεις ενάντιες
στη γνώση που απόχτησα.

Άλλες αρχίζουν οι μέρες για κείνον
που τόσα έχει μάθει και δε μαθαίνει
να φαντάζεται πιο πολλά.

Υπήρξα με δύναμη κι’ αίσθημα,
μ’ αισθήσεις παράφορες.
Ήθελα πάντα να περιμένω
κι απομένω αδιάφορη τώρα.
Πώς την ορμή xάνω
και δεν ζητώ, ούτε ανυπόμονη μένω.

*(Συλλογή Αντιθέσεις, 1957) από το βιβλίο Τα ποιήματα της Ζωής Καρέλλη Οι Εκδόσεις των Φίλων, 2000

Πέτρος Ζητουνιάτης, Ένας ξεχασμένος ποιητής

Επιμέλεια: Δημήτρης Τρωαδίτης
Ο Πέτρος Ζητουνιάτης γεννήθηκε στη Λειβαδιά το 1875, όπου υπάρχει οδός με το όνομά του. Εκεί άρχισε τις σπουδές του που συνέχισε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών από όπου και αποφοίτησε. Στη συνέχεια ταξίδεψε στο Παρίσι, όπου έζησε για επτά χρόνια. Εκεί συνεργάστηκε με γαλλικές εφημερίδες και ήρθε σε επαφή με τους λογοτεχνικούς κύκλους μέσω του Ζαν Μωρεάς (Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλο), με τον οποίο συνδέθηκε φιλικά. Ο Μωρεάς μάλιστα μετέφρασε στα γαλλικά στίχους του Ζητουνιάτη. Στο Παρίσι συνδέθηκε επίσης και με τον Γιάννη Ψυχάρη.

Επίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 1890 συνεργάστηκε και με την αναρχική εφημερίδα του Πύργου Ηλείας “Νέον Φως”, δημοσιεύοντας σύγγραμμα με τίτλο «Nεοελληνική Φιλολογία» στο 1ο και 2ο τεύχος της εφημερίδας (1898). Δεν γνωρίζουμε αν συνεχίστηκε η συνεργσία αυτή. Ωστόσο, ο Πέτρος Ζητουνιάτης δεν φαίνεται να ήταν μέλος του Αναρχικού Ομίλου Πύργου που εξέδιδε την εν λόγω εφημερίδα.

Την πρώτη επίσημη εμφάνισή του στο χώρο της λογοτεχνίας πραγματοποίησε με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων “Γραμμές” το 1895. Ακολούθησε η ποιητική συλλογή “Αστέρια” (1900).
Το 1903 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου πέθανε το 1910 σε ηλικία μόλις 35 χρόνων. Εξαιτίας της μικρής διάρκειας της ζωής του δεν παρουσίασε μεγάλο λογοτεχνικό έργο. Μετά το θάνατό του πραγματοποιήθηκε συγκεντρωτική έκδοση στίχων του με τίτλο “Λύκηθος”. Ανέκδοτο έμεινε το έργο του “Εντυπώσεις και αναμνήσεις”.

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, Προσκυνήστε, Ω! πιστοί!…

Οι μέρες της ευτυχίας πέρασαν
κόλλησαν σαν λάδι σε γρανάζια
κι εξαυλώθηκαν με το πρώτο φύσημα
της νέας ακαταστασίας πραγμάτων

οι άκρατες ώρες της ευδαιμονίας
έγιναν παρανάλωμα του πυρός
της νέας φτώχειας
που σιγόβραζε στο υπόστρωμα
της κοινωνικής ευαισθησίας

οι στιγμές της ατέλειωτης κραιπάλης
μεταμορφώθηκαν σε βαριά ρινίσματα
μιας νέας εκμετάλλευσης
με μελανοχίτωνες ως προφήτες
και νέα σιδερόφρακτα τάγματα
ως ταγούς των νέων φαντασμάτων

Προσκυνήστε, Ω! πιστοί!…

μείνετε γονυπετείς σε ένδειξη σεβασμού
προς τους νέους ηγέτες του βροντερού τίποτα

υποκλιθείτε μπροστά στο μεγαλείο
των αναβαπτισμένων αγαλμάτων
στην αχλύ του νέου τύπου ανθρώπου
που μπολιάστηκε με υστεροφημίες
κι είναι έτοιμος να πλέξει ξανά
τη φανέλα του στρατιώτη
για τη δόξα των νέων πατρίδων
των αγορών και των στατιστικών

αφεθείτε στα πλοκάμια τους
αφεθείτε στην υποκριτική θαλπωρή τους
ξαπλώστε δίπλα τους
σε προκρούστεια κρεβάτια
κι αλώστε τις Κερκόπορτες
της όποιας ιδιωτικότητας απέμεινε
να χάσκει τρομερά μόνη
σε καταρρέοντα μπαλκόνια.