Δημήτρης Τρωαδίτης, Το λευκό

Αχνά πρόσωπα μ’ αχνές θύμησες
είναι απ’ τις λευκές οπτασίες
αυτές τις ακίνητες φιγούρες
που φέρνουν τρεχάματα
στους διαδρόμους με τις άσπρες μπλούζες

άναρθρες οι πτυχές του λευκού
καμώνεται το λαμπερό
μα δεν απηχεί κανένα χρωματισμό

εμφανές αλλά κι αόριστο
χωρίς χρέος μα μ’ ένα σκοπό
να υφάνει σαν την αράχνη
λευκό ιστό να μας καταβροχθίσει
με μισόλογα και δικαιολογίες

γι’ αυτό
να μην αφήσουμε το άσπρο
να εξορίσει τα άλλα χρώματα.

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Τέσσερα ποιήματα

ΜΗΠΩΣ ΔΕΝ ΗΤΑΝ;

Μήπως οι αγρύπνιες μας
Συνωμότησαν κάποια φεγγάρια
Και μεις το περάσαμε για έρωτα;

Ο ΥΠΝΟΣ ΜΟΥ ΗΤΑΝ ΑΝΗΣΥΧΟΣ…

Ο ύπνος μου ήταν ανήσυχος.
Συνομιλούσα στα όνειρα με τα απωθημένα,
τις ανομολόγητες θλίψεις,
τις ηδονές που προσπέρασα με το επιχείρημα κάποιας ηθικής.
Τώρα ανδρώθηκαν και μου ζητούν το λόγο.

ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΜΕΡΙΚΑ ΒΡΑΔΙΑ…

Υπάρχουν μερικά βράδια που οι άνθρωποι περιμένουν.
Δεν κοιμούνται, περιμένουν.
Κι ο χρόνος μένει ακίνητος-κολλημένος σ’ ένα βασανιστικό παρόν…
Που δε λέει να γίνει αύριο.

ΖΗΣΑΜΕ Ο,ΤΙ ΜΠΟΡΕΣΑΜΕ…

Ζήσαμε ό,τι μπορέσαμε να αντιληφθούμε πως μας ανήκει
Και πάλι ένα μέρος μονάχα.
Δεν διαθέταμε τη νοημοσύνη των αισθημάτων
Το ένστικτο μας πρόδωσε.
Και φαίνεται τώρα…
Σα να ξεστράτισε ο δρόμος της σκέψης μας τότε…
Έφτασε ο καιρός να αναρωτηθούμε…

*Από τη συλλογή «Η προφητεία του Ανέμου» (Εκδόσεις Δωδώνη, 2009)

Κική Δημουλά, Ο πληθυντικός αριθμός

Ο έρωτας
όνομα ουσιαστικόν
πολύ ουσιαστικόν,
ενικού αριθμού,
γένους ούτε αρσενικού ούτε θηλυκού,
γένους ανυπεράσπιστου.
Πληθυντικός αριθμός
οι ανυπεράσπιστοι έρωτες.

Ο φόβος,
όνομα ουσιαστικόν,
στην αρχή ενικός αριθμός
και μετά πληθυντικός:
οι φόβοι.
Οι φόβοι
για όλα από δω και πέρα.

Η μνήμη,
κύριο όνομα των θλίψεων,
ενικού αριθμού,
μόνον ενικού αριθμού
και άκλιτη.
Η μνήμη, η μνήμη, η μνήμη.

Η νύχτα,
όνομα ουσιαστικό,
γένους θηλυκού,
ενικός αριθμός.
Πληθυντικός αριθμός
οι νύχτες.
Οι νύχτες από δω και πέρα.

Μιχάλης Κατσαρός, Θα σας περιμένω

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.

Άννα Ιωαννίδου, Σε αποσύνθεση

Θάλασσα, αέρας, φως …
Mία ρήτρα του τέλους
στα πανανθρώπινα αρχέγονα στοιχεία.
Αργοπεθαίνει η θάλασσα.
Το γαλάζιο σ’αποσύνθεση.

Θάλασσα τοξική,
χρωματισμένα με δυσοσμία
τα ταξιδεμένα της νερά.
Μία υδάτινη χωματερή.
Ένας ομαδικός τάφος στον βυθό.
«Αυτοκτονία ψαριών»,ξεθωριασμένα φύκια.
Άδοξα χύθηκε το«αίμα» των κοραλλιών.

Στον αέρα μυρωδιά αλλοιωμένου πλαστικού.
Ακρωτηριασμένες γοργόνες ξεψυχούν στ’ αμπάρι
κι οι γλάροι έστησαν επιθανάτιο χορό
στο κατάρτι του σάπιου καραβιού.

Δηλητήριο καλύπτει τον βυθό.
Μαύρες κηλίδες νοθεύουν τα βότσαλα στην ακτή.
Και τα θαλασσοπούλια νεκρά
σαν ανεξίτηλα σημάδια εγκατάλειψης.

Τα όνειρα πνίγηκαν σ’απόβλητα από μαζούτ
κι η ελπίδα μια κακοποιημένη αυταπάτη.
Αργοπεθαίνει η θάλασσα.
Το γαλάζιο σ’αποσύνθεση.
Όλοι συνένοχοι στο έγκλημα.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Υποθήκες

Οι προηγούμενες γενιές
μ’ αναμαλλιασμένα χρόνια
στραβά πόδια
μυαλά σ’ υγρούς τάφους

άφησαν υποθήκες

έτσι που οι σύγχρονες καταχνιές
να νεκρώσουν τις κλειδώσεις

κι όταν αγωνιούμε
να γράψουμε στίχους
οι σελίδες μένουν κενές
γεμάτες τύψεις κι αδημονίες.

Γιώργος Σαραντάρης (1908-1941), Ποιήματα της θάλασσας

Ὅποιος φέρνει τὴ θάλασσα στὴν ἀγκαλιά του
Εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑποφέρει ἀπὸ βάρος
Εἶναι σὰ νὰ μὴ ντρέπεται ποὺ πηγαίνει μὲ τὸν ἀγέρα
Εἶναι σὰ νὰ κρατάει ὁλάκερη τὴ γῆ μέσα στὸ βλέμμα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὴ νύχτα
Καὶ νὰ τοῦ γίνεται ἡ νύχτα μητέρα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἥλιο
Καὶ ν’ ἀγαπάει μία γυναῖκα
Ποὺ τὴ νομίζει βρέφος
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἄνεμο
Κι ἔτσι νὰ χάνει
καὶ νὰ κερδίζει τὴ φωνή του

Joyce Mansour, Όλα τα βράδια

Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.

*Τζόυς Μάνσουρ, 1928-1986.
**Μετάφραση Έκτωρ Κακναβάτος, “Κραυγές” (επιλογή), στον τόμο “…δεν άνθησαν ματαίως. Ανθολογία υπερρεαλισμού, (επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου), Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1980.

Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα

Ελέησον σε

Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να ‘χεις
Συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων.
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
Κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου,
Πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ’ ένα πλήθος μόνων.
Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.

* * *

τω αγνώστω ποιητή

Πέρασε τη ζωή του,
Γράφοντας ποιήματα
Με τη γομολάστιχα.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Μέθεξη

Η αγάπη είναι μεθυστική
μ’ ένα εσώτερο τόλμημα
της ψυχής

αγωνίζεσαι με πάθος
ν’ αναπτερώσεις
εκείνη τη γαλήνια όψη
του μαγευτικού υβίσκου
που μένει άναυδος
μπροστά στον ήλιο

έκθαμβος μπροστά
στην τόση μέθεξη
έτσι που τα ψήγματα
του ευωδιαστού αέρα
μόλις που καταφέρνουν
ν’ αποδράσουν