Μαρία Πισιώτη, Δείλι-Αυγή

Στην ενατένιση του δειλινού
αναδύονται μνήμες χαράς κι οδύνης.
Πόσο διαφορετική είναι η αυγή!
Το έγχρωμο σημάδι της
ραντίζει την ψυχή
με της αισιοδοξίας το γλυκό κρασί!

*Από την ποιητική συλλογή “Αιωρούμενο νησί”, University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999 **Αναδημοσιεύεται από το μπλογκ της Μαρίας Πισιώτη στο http://hdyli.wordpress.com/

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη στο ”Ποίηση και Λογοτεχνία”

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία και Θεατρολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Υποκριτική στο «Θέατρο – Εργαστήριο». Εδώ και αρκετά χρόνια διδάσκει το μάθημα της θεατρικής αγωγής στην Πρωτοβάθμια Εκπαίδευση και εργάζεται ως εμψυχώτρια θεατρικού παιχνιδιού. Παράλληλα, παραδίδει μαθήματα γλώσσας και λογοτεχνίας, καθώς και θεωρίας και ιστορίας του θεάτρου. Είναι ενεργό μέλος του Πανελλήνιου Επιστημονικού Συλλόγου Θεατρολόγων.Έχει λάβει διακρίσεις σε διάφορους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.

Ποίηση και Λογοτεχνία: Τι σας ενέπνευσε στην Αίγινα και γράψατε εκεί τα πρώτα σας ποιήματα;

Ασημίνα Ξηρογιάννη: Η Αίγινα είναι αγαπημένος τόπος! Η ιστορία και το τοπίο της μοναδικά! Ο πατέρας της μητέρας μου καταγόταν από κει. Οταν ημουν μικρή λοιπόν μοιραία πέρασα πολλά καλοκαίρια και χειμώνες στο νησί. Το πρώτο πρώτο μου ποίημα αναφερόταν σε ένα τζιτζίκι που τραγουδούσε αμέριμνο πάνω στα κλαδιά μιας φιστικιάς….και το έχω κρατήσει από τότε. Θυμάμαι…ήμουν περίπου δέκα ετών,ήταν Αύγουστος στο κτήμα μας και βοηθούσα και γω τους μεγάλους να <> το φιστίκι από τα δέντρα. Έχω ισχυρά βιώματα, αναμνήσεις, ερεθίσματα, οπότε καταλαβαίνετε το συναισθηματικό δέσιμο. Αν και είμαι κάτοικος Αθηνών… πάντα επιστρέφω στο μέρος αυτό και κάθε φορά η συγκίνηση είναι μεγάλη. Το βιβλίο μου “Η προφητεία του ανέμου” [εκδ.Δωδώνη,2009] περιέχει ένα ποίημα που έχω γραψει για την Αίγινα.

Π.Λ.: Με δεδομένο ότι ασχολείστε και με το θέατρο, πού νομίζετε ότι προσεγγίζουν περισσότερο η ποίηση με το θέατρο και που έχουν διαφορές;

Α. Ξ.: Ποίηση και Θέατρο! Είναι και τα δύο μορφές Τέχνης και αυτό τα λέει όλα. Ο ποιητής θέλει να επικοινωνήσει με τον κόσμο, να του κοινωνήσει την τέχνη του, να τον μυήσει σε νέες εμπειρίες, να του ανοίξει πνευματικούς ορίζοντες, να τον ταξιδέψει, αγγίζοντας παράλληλα το νου και την ψυχή του αναγνώστη του. Το θέατρο είναι ένας άλλος, επίσης θαυμαστός κόσμος. Από την πλευρά του θεατρικού συγγραφέα παρόμοια τα ζητούμενα λίγο πολύ. Πολλοί διαχωρίζουν την θεατρική γραφή για ποικίλους τρόπους. Μην ξεχνάμε ότι το θέατρο αποτελεί μέρος της λογοτεχνίας. Σύμφωνα με τις Γραμματολογίες η λογοτεχνία απότελείται από την Ποίηση, την Πεζογραφία και το Θέατρο. Αυτό ως απαραίτητη διευκρίνηση. Σημειώνω εδώ ότι μεγάλοι θεατρικοί συγγραφείς ήταν και ποιητές, όπως ο Λόρκα και ο Σαίξπηρ. Από την πλευρά του ηθοποιού η μαγεία συνεχίζεται. Όμως έχει άλλη ποιότητα και διάσταση… Είναι πολύ γοητευτικό το ταξίδι στην υποκριτική τέχνη. Για να εισχωρήσεις στα άδυτά της, απαιτείται, μεταξύ άλλων, και ειλικρινή καταβύθιση στον εαυτό σου! Η προσπάθεια προσέγγισης ενός ρόλου είναι κάτι που μόνο ουσιαστικά πράγματα μπορεί να σου αφήσει. Η υποκριτική τέχνη είναι ένα διαρκές και αέναο πάλεμα με τα μέσα σου και τα έξω, κι αυτό το έμαθα καλά όσο ήμουν στη σχολή θεάτρου. Για να ερθω πάλι στην ποίηση, πολλοί είναι οι ποιητές που φοράνε προσωπεία/μάσκες ,βλέπε Καβάφης! Πίσω από την ποιητική persona υπάρχει ο κρυμμένος πόνος του δημιουργού, που συχνά αντιστοιχεί σε αληθές αυτο-βιογραφικό στοιχείο. Τέλος,το ποίημα ως κατασκευή που είναι μπορεί να εμπεριέχει στοιχεία θεατρικότητας. Οι ποιητές συχνά “σκηνοθετούν” τα ποιήματά τους δημιουργώντας υποβλητικές σκηνογραφίες, διαλόγους ή και μονολόγους… ανάλογα για ποια περίπτωση μιλάμε… Άρα, ποίηση και θεατρο συμπλέουν πολλές φορές και αλληλοσυμπληρώνονται.

Continue reading

Στρατής Παρέλης, Homo homini lupus

Οι ύαινες των τραπεζών είναι στημένες στο παιχνίδι του ανίερου θανάτου
Λογοβόμβες εξαπολύουν οι φίλιοι πολιτικοί τους ταυτόσημοι
Αίμα στάζει το χρήμα
αίμα πίνουν οι βρικόλακες του μέλλοντος
Τεχνάσματα να επικρατήσουν οι αχρείοι
Τεχνάσματα το σύστημα της βδέλλας να μην χάσει μια ρανίδα αίμα
Σβήνουν οι φάροι της συμπόνιας
Homo hominι lupus
Και λατινικά και ελληνικά και σαξονικά
και αραβικά
Και πάντων των εθνοτήτων
οι ταυτότητες παραχαράσσουν το ανθρώπινο και ο πόνος
ξιφήρης
έχει
παρουσία μόνιμης λαίλαπας..

*Ποίημα και εικόνα αναδημοσιεύονται από το http://stratisparelis.blogspot.com

Ποιητικό Απόγευμα στη Γκαλερί Steps

Οι συντελεστές της εκδήλωσης σε ένα αναμνηστικό στιγμιότυπο

Την Κυριακή, 22 Ιουλίου, το απόγευμα, στο χώρο της Γκαλερί Steps, στο Carlton, παρουσιάστηκε Ποιητικό Απόγευμα, στο πλαίσιο της Έκθεσης Τέχνης του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου με την επωνυμία «Antipodean Palette».

Η όλη οργάνωση και ο συντονισμός της εκδήλωσης ανήκαν στον Δημήτρη Τρωαδίτη.

Η εκδήλωση άνοιξε από τον ίδιο και σύντομο χαιρετισμό απηύθυνε αμέσως μετά η πρόεδρος του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου, Καίτη Αλεξοπούλου. Στη συνέχεια παρουσίασαν χαρακτηριστικά δείγματα της ποιητικής τους δουλειάς οι Ιάκωβος Γαριβάλδης, Panagiota Pixie Trangas, Γιώργος Αθανασίου, Ντίνα Γερολύμου και Δημήτρης Τρωαδίτης, και στις δύο γλώσσες, ελληνικά και αγγλικά.

Όμως, την όλη παράσταση «έκλεψαν» οι Χριστίνα και Κατερίνα, μαθήτριες του ημερήσιου δίγλωσσου κολλεγίου Oakleigh Grammar. Οι δύο μαθήτριες, συνοδευόμενες και από καθηγήτριά τους, απήγγειλαν ποιήματα των Γιάννη Ρίτσου, Άγγελου Σικελιανού κ.ά., μιας και αυτόν τον καιρό στο σχολείο τους ασχολούνται με το θέμα «Γυναίκα στην Αντίσταση» και τα ποιήματα προέρχονταν από την δουλειά αυτή. Εκτός προγράμματος, ποιήματά της απήγγειλε η Τζένη Σταματέλου, ενώ δύο δικά του τραγούδια παρουσίασε ο Παύλος Ανδρόνικος.

Γενικά η εκδήλωση θεωρείται επιτυχημένη και για τη συμμετοχή των μαθητριών, αλλά, κυρίως, για την αισθαντικότητα και αμεσότητα με την οποία οι συμμετέχοντες παρουσίασαν την ποιητική τους δουλειά, η οποία συνδιαλεγόταν τόσο με προβλήματα του καιρού μας, οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά, όσο και ζητήματα διαπροσωπικών σχέσεων, χαμού και απώλειας.

Ο θάνατος της δημοκρατίας

Η οπτασία της δημοκρατίας
στρωμένη φαρδιά πλατιά
στα στασίδια της διαπλοκής
λογοκοπούσε ασύστολα
με ύφος σαράντα αμπελοφιλόσοφων
ως άλλων καρδινάλιων…
Κι αφού οι οπαδοί της
βαρέθηκαν να στήνουν αυτί
στα ίδια και τα ίδια
άρχισαν ένας-ένας
να την μουντζώνουν
γυρνώντας της τις πλάτες,
βλαστημώντας στους πέντε ανέμους…
Και τότε αυτή κοντοστάθηκε
φορώντας την ίδια κακόγουστη μάσκα
σαν μακριά ξενυχτισμένος
αποκριάτικος πανηγυριώτης
κι άρχισε να τους φτύνει κατάμουτρα,
τα σάλια της πετάγονταν μακριά
ώς εκεί που άλλοι πιστοί της
προσεύχονταν γι’ αυτήν,
σε κοινοβούλια όμοια με ναούς
και κομματικά γραφεία
όμοια με μαυσωλεία
περασμένων μεγαλείων
κι η ξινισμένη της ανάσα
σαν πολυκαιρισμένο γιαούρτι
σε ελαττωματικό ψυγείο
έστελνε τα βόλια της χιλιόμετρα μακριά
μέχρι που ξεψύχησε η ίδια
πνιγμένη στα αναφιλητά της
που έμοιαζαν με παλιρροιακούς στρόβιλους
αναλγησίας, αλαζονείας και σιχαμάρας.

17/1/2005

Αλεξάνδρα Μπακονίκα, Δύο ποιήματα

Βάρκα στ’ ανοιχτά

Πρότεινε στη μικρή παρέα μας να κολυμπήσουμε
στη διπλανή, καταγάλανη παραλία.
Μπήκαμε όλοι στη βάρκα του.
Οδηγούσε με τη μηχανή,
κι όταν ξανοιχτήκαμε, με γλυκό βλέμμα στράφηκε σε μένα
—αναμφίβολα του άρεσα—
«Και τώρα τραγούδησέ μας ό,τι πιο πολύ σου κάνει κέφι».
Χαμογελώντας το απέφυγα, γιατί είμαι παράφωνη.

Από τη στιγμή που μπήκαμε στη βάρκα
μου έδειξε την εύνοιά του.
Εκεί στ’ ανοιχτά της θάλασσας,
και τι δεν θα έδινα να μπορούσα να ανταποκριθώ
με ένα τραγούδι.

Τα κεράσια

Λόγια μιας μετανάστριας από τη Γεωργία:
«Δούλευα μέρα νύχια στο σπίτι μιας ηλικιωμένης.
Μαρτύρησα εκεί μέσα,
συνεχώς με ταπείνωνε.
Όσο κι αν το βγάζω από το μυαλό μου, επανέρχεται.
Θυμάμαι πήρε κεράσια σ’ένα πιάτο για να φάει,
άφηνε στην άκρη τα μαραμένα,
Αυτά είναι δικά σου, μου είπε, όταν τελείωσε,
δείχνοντας τα μαραμένα,
τα σχεδόν σκάρτα που έμειναν.
Ταπείνωση από μέρα σε μέρα».

*Η Αλεξάνδρα Μπακονίκα γεννήθηκε το 1951 στη Θεσσαλονίκη, όπου και ζει. Εργάστηκε ως καθηγήτρια αγγλικών. Τελευταία της ποιητική συλλογή η «Ηδονή και εξουσία» (Μεταίχμιο 2009). **Από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Οκτώβρη-Δεκέμβρη 2011.

Ζακ Πρεβέρ, Κινούμενες αμμουδιές

Δαίμονες και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Μακριά η θάλασσα έχει ήδη τραβηχτεί
Κι εσύ σαν ένα φύκι που το χάιδεψε ο άνεμος με γλύκα
Μέσα στις αμμουδιές του κρεβατιού κουνιέσαι κι ονειρεύεσαι
Δαίμονες και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Μακριά η θάλασσα έχει ήδη τραβηχτεί
Αλλά μέσα στα μισάνοιχτα μάτια σου
Δυο μικρά κύματα έχουν απομείνει
Δαίμονες και θαύματα
Άνεμοι και παλίρροιες
Δυο μικρά κύματα για να με πνίξουν .

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Νίκος Καρούζος, Νεότερος

Ό,τι δείχνω είναι η ουράνια πηγή
με τον έρωτα
με τα στήθη
ό,τι δείχνω είναι η ουράνια επιστροφή
με γυμνά δάκρυα
με πόνο θησαυρισμένο στο βλέμμα
ο ποιητής είναι μια νύχτα στη θάλασσα.
Θεέ μου σε κυνηγώ
όπως παιδί τις πεταλούδες.
Θεέ μου σε κυνηγώ όπως παιδί τους συνομηλικούς μου
στο δειλινό παιχνίδι.
Αισθάνομαι μόνος
αφού δεν υπάρχει δεύτερη ζωή ν’ αλλάξουμε
και το φεγγάρι ταξιδεύει πάντα ίδιο.
Σύντροφε ουρανέ
άλλοτε η ελπίδα φεγγοβολούσε στα χέρια
κοιτάζω το σώμα βρίσκω τ’ όνειρο
πάει κ’ η αγάπη
χάνεται
σαν το νερό στην πέτρα.
Τι είναι πια ένα δέντρο τι είναι τ’ ασημένια φύλλα;
Μέσ’ στην ορμή της ερημιάς γινόμαστε διάφανοι

Αρθούρος Ρεμπώ, Πείνα

Και να’ χα όρεξη,
μόλις και μετά βίας
Γεύση γης και πέτρας
Πάντα ελαφρά γευματίζω
Χωρίς να εξαντλώ το βράχο, το κάρβουνο και το σίδερο.
Η πείνα μου ανάβει,
Τροφή, πείνα, Του αγρού ο ήχος
Ρουφήξτε το ζωντανό φαρμάκι Βοτανίζοντας.
Φάτε τις πέτρες που αυτός σπάζει
Αρχαίες πέτρες εκκλησιών
Βότσαλα κατακλυσμών παλαιών,
καρβέλια σπαρμένα σε γκρίζες κοιλάδες.
***
Κάτω απ’ τις φυλλωσιές
ο Λύκος ούρλιαξε φτύνοντας φτερά πολύχρωμα
από το συμπόσιο των πτηνών
κι όπως αυτός, ίδια καταβροχθίστηκα.
Φρούτα και χορταρικά έτοιμα να συλλεχθούν
Αλλά η αράχνη στο φράχτη απάνω
τρώγει βιολέτες μόνο.
Έτσι αποκοιμήθηκα!
Έτσι θυσιάστηκα
Στους βωμούς του Σολόμωντα
Ποτίζοντας το χώμα με σκουριά
Και ανθίζοντας Κέδρους.

Αντιστάσου…

Αντιστάσου στο καθημερινό
ασφυκτικό που στοιβάζεται
στις μνήμες και τα αισθήματα,
στις στιγμές και τις εικόνες.
Η ζωή δεν είναι μόνο
η διεκδίκηση του πάθους,
είναι κι η καταστροφική ηδονή
που μας διαπερνά,
ο εχθρικός χειμώνας
που ο ένας διαβάζει στη σκέψη του άλλου,
το μίσος των βλεμμάτων,
το αφηρημένο και πικρό
το άβουλο μίγμα σαρκασμού
και τα αβάσταχτα καρυκευμένα βάσανα
που το αίμα φορτώνει στις φλέβες.
Μνημόνευσε την αναρχική
λογική της φύσης,
βρες δρόμους που τέμνονται,
γεφύρωσε τα χάσματα,
διέρρηξε τις Κερκόπορτες των ονείρων
φώτισε τα σκοτάδια τους,
διατάραξε τον ακανθώδη ύπνο
των πλαστικών ηρώων σου,
πάρε βαθιά ανάσα
κι αναδύσου στο φως.

*Από τον κύκλο ποιημάτων «Σκέψεις τη νύχτα» που γράφτηκε στη Μελβούρνη το διάστημα 1993-1997.