Άννα Ιωαννίδου, Τρία ποιήματα

ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ

Οι μάσκες έπεσαν.
Μας βάπτισαν κομπάρσους
σε κακοπληρωμένη παράσταση
κι έχουν και την απαίτηση
να γεμίσει το θέατρο.

OΙΚΟΛΟΓΙΚΗ ΑΝΑΙΣΘΗΣΙΑ

Δεν έχω οικολογικές ευαισθησίες!
Είμαι εθισμένος στην μόλυνση.
Έτσι με μάθανε.
Ν’απολαμβάνω τον τοξικό αέρα,
να κολυμπάω στ’απόβλητα.

ΣΗΜΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ

Συμβουλές εύκολες,λόγια ελκυστικά,
που εγγυώνται αποτελέσματα άμεσα.
Τ’ ακολούθησες κατά γράμμα
κι έπεσες στην παγίδα.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το μικρό ζώο τέλος

Υπάρχουν άνθρωποι που
σέρνουν μαζί τους ένα τέλος.
Κουλουριάζεται στα μάτια τους
κοιμάται στο κρεβάτι τους
τρέφεται την σκιά τους.
Αυτοί το χαιδεύουν τρυφερά
κι αυτό πίνει αίμα απ’ τις φλέβες
ξεσκίζει με τα γαμψά του σίγμα
όποιον τους αγγίξει.

Γιατί ό,τι είναι για τους άλλους η αρχή
γι’ αυτούς είναι ο κύκλος του θανάτου.

*Από την συλλογή “Η αλεπού και ο κόκκινος χορός”.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι πόνοι

Οι πόνοι σαϊτιές στο σώμα
θραύσματα στο μυαλό
υπογραφές σ’ αδιάβαστα συμβόλαια

οι πόνοι νεράϊδες χορού
ψάχνοντας για ταίρι
εν μέσω χειμώνα διαρκείας

οι πόνοι αστερισμοί διαψεύσεων
ανακυκλωμένα λόγια ημερομηνίες
που έγιναν θεσμοί

οι πόνοι πετροβολητό στ’ αδέσποτα
να διώξουμε το γρύλλισμά τους
να ουρλιάζουμε μόνοι μας

Στρατής Παρέλης, Έχω πλεόνασμα ψυχής κι αντέχω

Κλείνω τα μάτια μου και όταν σκοτεινιάζει
Ανοίγω κάτι παράξενες τρύπες στο έδαφος
Όπου κοιμάται το φεγγάρι.

Τα παπούτσια του γυαλίζουν λουστρίνια
που καθρεφτίζουν την τρισύλλαβη ανομία των ονείρων.

Έχω πλεόνασμα ψυχής κι αντέχω

όσες θυελλώδεις μοναξιές και να με βρούνε.

Χειρώναξ των απελευθερώσεων, αγρότης στον σιτοβολώνα της ουτοπίας.

Δεν μπορώ να κάνω αλλιώς: κοιμίζω στο στήθος μου
Όσα αποδημητικά πουλιά ζητούνε άσυλο και νέα πατρίδα…

*Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://stratisparelis.blogspot.com

Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου: Γράμμα στο Τζίρι

Τζίρι, καθώς γυρίζω μόνος στα λιμάνια στη
θάλασσα ή στην έρημο χρόνια μετά σύνορα
αφύλαχτα, χείλη μισάνοιχτα κι αρρώστια βλέπω
πως πάω αντίθετα στο ρεύμα, στις πηγές της
δυστυχίας θέλοντας να πιω ξανά

Τζίρι, πηγαίνω αντίθετα στο ρεύμα τόση
συσσωρευμένη πείρα για το τίποτε βρέθηκαν
άλλοι, μας ξέχασαν, μας διαγράψανε σκέφτομαι
πόσο στην πατρίδα σου θά με ζητάς

Η μελανίνη πότισε και το δικό μου δέρμα
πέρασε μες στο αίμα, με πονά όλα μού είναι
αδιάφορα και ξένα τώρα που η ζωή μου
κόπηκε στα δυο

*Από το βιβλίο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύσκολος θάνατος (συλλογή: Νοσοκομείο εκστρατείας)
εκδ. Νεφέλη, 2007

Σπύρος Μαρούλης, Στίχοι

Η μαρτυριάρα όσφρηση
μου αποκαλύπτει το ναυάγιο της εγκάρδιας λειτουργίας μου,
εμού, του μελανόμορφου ασθενή,
που σθεναρά απεγνωσμένος
και προσηλωμένος στην οσμή της αφέντρας του
παλεύει με την ερημωσήνη σαν φτυάρι
που προσπαθεί να την υποσκάψει…

Δέν πάω πουθενά.

Το αλληλούια της αγκαλιάς της Κυράς μου,
με προστάζει να μήν συνεχίσω.

—–

Τελειώνουν τα ταξίδια τα μεγάλα
κι άρχισε να κλείνει και η πληγή
που κατοικεί εντός μου…

Κι ο συνταξιδιώτης άνεμος περίλυπο όπου με συναντάει,
πως δέν υπάρχει άλλη σήραγγα να θέλγει τα γόνατά μου,
μου μηνάει…

——

Κι όπως καθούντανε πάνω στο πέτρινο στασίδι΄
περιμένοντας να την προσπεράσουν
οι τορπιλισμένες μαούνες της ηδονής

τέντωσε το δάχτυλο
και χάραξε στην τούρτα το αυλάκι της αμαρτίας
-ποιός δεν το ‘χει κάνει-

η γλώσσα της γέμισε ξεφλουδισμένες λέξεις

οι στιγμές της ηρεμίας της λυντσαρίστηκαν μέχρι θανάτου

εσηκώθη
μά ζαλίστηκε.

Τότε κατάλαβε τίς ορμήνειες του ποιητή.

”Το φώς που μας φωτίζει απο ψηλά
είναι φανέλα ναύτη”

——

Εχω μπεί σε πολλά παραμύθια…
κι ενώ ήξερα το τέλος του παραμυθιού
προσπαθούσα να το παραποιήσω…
ενώ ήξερα…πως δεν μπορώ…
καθόμουν μέσα στη γυάλινη σφαίρα του παραμυθιού…
νόμιζα πως δέν μπορούσαν να με δουν απέξω…
αλλά έκανα λάθος…
δέν μπορούσα να δώ εγώ έξω…
οι άλλοι με έβλεπαν καθαρά…

Η αλήθεια μετράει για όσο την αντέχεις…
γι’ αυτό τις ερωτήσεις που θα κάνεις να προσέχεις…

*Οι στίχοι και η εικόνα της ανάρτησης προέρχονται από τη σελίδα του καλού φίλου και παλιού συντρόφου Σπύρου από τη σελίδα του στο facebook.

Μάρκος Μέσκος, Ένα πρωινό

Σήμερα το πεύκο υψώθηκε στην αυλή;
Γυμνοί οι αγκώνες της κυρα-Τασούλας στη σκάφη.
Κοντά η βρύση∙ κοντά οι τριανταφυλλιές.
Ο ήλιος στην ανατολή∙ μακριά το Βέρμιον πάναγνο.

Ένα πρωί, αχ! ένα πρωινό λαφρύ σαν την κουφόπετρα
του τρελού και του Βαρύθυμου
βάρκα λευκή στο ακρόγιαλο
στον γαλανό ουρανό
πουλί.

*Από τη συλλογή “Μαυροβούνι” (1963)

Rene Char, Καθοδήγηση

Πέρνα.
Η αστρική σκαπάνη
έχει ανοίξει για σένα τα βουνά.
Πέρνα όπως απόψε πάνω εκεί
περνά σα ρίγος
ένα σμάρι από πουλιά.
Άκουσε πως χτυπούν των βράχων τα μηνίγγια
μη σου ξεφύγουν ψίθυροι
η λέξη εκείνη που γλυκιά
σαν το φθινόπωρο
μπορεί να σε κοιμίσει.
Κοίταξε πώς κυματίζουν γύρω
πώς μας τυλίγουν τρυφερά
οι βεβαιότητες, ησύχασε λοιπόν,
ω Λόγχη μου, Δίψα μου σκληρή!
Τι αυστηρή που ήταν η ζωή,
τώρα έχει λυθεί από πόθο
στην αγκαλιά της εξορίας.
Πέφτει μία λεπτή βροχή από αμύγδαλο,
δροσίζει την ελευθερία,
ιδού ποια είναι η φύση σου,
Η αλχημεία σου, ω Αγαπημένη!

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δες με

δες με που περιφέρομαι
ίδιος με ξέμπλεκες τούφες μαλλιών
να προλάβω το αγέρι
που χώνεται στις ξέσκεπες καμινάδες
των ανθρώπινων ονείρων

δες με που περιφέρομαι
έξω από κλειστές πλατείες
με πλακόστρωτα λήθης
κι αλέες υστεροφημίας
αγορασμένες σε μαγαζιά ευκαιριών

δες με που ξεστρατίζω
με μια αλήτικη διάθεση
να διασπάσω τις αδάμαστες
κορνίζες των καιρών
να τους δώσω υπόσταση
στη βαρυχειμωνιά του γκρίζου

δες με που βρίζω ασύστολα
βωμούς και θεούς
απαστράπτουσες προσωπικότητες
συντεφένια πλαστικά
είδωλα των θεαμάτων της πεντάρας
που προκαλούν ημίγυμνα
τις μνήμες μας

δες με που πασχίζω
μια καθοριστική κλωτσιά να δώσω
στ’ αγάλματα και τις ρύμες
που καμώνονται την ποίηση

δες με που συγκροτώ τις ιαχές μου
σε παράταξη μάχης
στ’ αλώνια του χρόνου
με την κραυγή

στον αγύριστο
μεσίτες της ζωής μας

Αντώνης Στασινόπουλος, Δύο ποιήματα


Μελωδία

Να ενδώσουμε στη μελωδία
Στις ρωγμές, της νύχτας
ρυάκια με γάργαρο νερό σιγοτραγουδούν.
Νεράιδες κρατούν με θαλπωρή κραυγούλες
νεογέννητων μωρών.
Τα νυχτερινά μονοπάτια χορεύουν,
ώσπου η άχλη της αυγής συναντά τη μελωδία
στο πετάρισμα των πουλιών…
Πάλλεται στη μουσική του απανωτού κυματισμού της θάλασσας.
Έκταση ψυχής

Φαλούτζα

Φαλούτζα, έρημη κουκίδα στο χάρτη
με τους φοίνικές σου να σχίζουν τον αγέρα.
Ανυπότακτη στο τελεσίγραφο
της αυτοκρατορίας.
Αντιστάθηκες, πόλη μοναχή.
Χάθηκαν τα χαμόγελα των παιδιών.
Οι μανάδες ούρλιαζαν τις βόμβες.
Λίγοι οι υπερασπιστές σου,
Παρανάλωμα ελευθερίας.
Φαλούτζα, οι μισθοφόροι ακόμη
κυνηγούν το φαντασμά σου.

*Από την ποιητική συλλογή “Των ονείρων τα χρώματα” , εκδ. Βιβλιοπέλαγος 2004