Στρατής Παρέλης, Τα πρωινά πάντα κοιτώ τον ουρανό

Τα πρωινά πάντα κοιτώ τον ουρανό.
Έτσι όπως ξυπνώ νωρίς και θέλω
το κατάφωτο δάκρυ του που κυλά
πάνω στο μάγουλο της μέρας.
Ακούω τους ήχους τους πρώτους ήχους
που σέρνει το φως
ως έξω απ’ το στερέωμα. Και τότε
μια βαθιά σιωπή εμβληματική και ωραία
στέκεται γύρω μου και μαρμαρώνει
κάτι δευτερόλεπτα τα πάντα.
Είναι που σκέπτεται την κίνηση του επάνω στην σκακιέρα ο θεός.
Μετά βήχει και όλα ξεκινούν πάλι καθώς
καπνίζει την πίπα του και φυσά
τον καπνό κατά το μέγα πέλαγο.
Ρόδινα φώτα ηλιαχτίδες μαγικές χαρίεντα τιτιβίσματα
κι ένα αεράκι εύκολο που πλέει τα γαλάζια αισθήματα
ως την απώτατη γραμμή των οριζόντων.
Η ώρα η καλή των πάντων.
Η γένεση ενός καημού κι άλλων καημών.
Η άφραστη ευδαιμονία των ερωτευμένων
που αγκαλιά κορμί ψυχή αποκοιμήθηκαν
κάτω απ’ τα σεντόνια τ’ ουρανού.

*Αναδημοσίευση από το http://stratisparelis.blogspot.com

Δημήτρης Τρωαδίτης, Το παγωμένο χέρι

Το παγωμένο χέρι
της αλλοτινής ανέχειας
τσακίζει μία-μία
τις σανίδες σωτηρίας
στους τωρινούς κατακλυσμούς

οι ενοχές μας
δημοσιεύονται σε εγχειρίδια
ακατάσχετης κοινωνιολογίας

το αύριο σκελετωμένο
σ’ ένα ανένδοτο σκοτάδι

εάν δεν ξεχερσώσουμε
τις πεδιάδες των αιώνων
τα τείχη της Ρώμης
θα επανέλθουν

Τζεζάρε Παβέζε, Το θλιμμένο κρασί

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού. Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής. Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.

*Μετάφραση: Σπύρος Δόικας, Μάντσεστερ, 1995

**Αναδημοσίευση από το http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=52524.0

Δήμος Βιλαέτης, Οι Σπονδές

Τι κρίμα
να ‘σαι κτίριο αλεξαντρινό,
νά ‘χεις
όλη σου την αξία
εκεί αποθέσει
και ξένο
με τη δυστυχία των φελλάχων

να πεθαίνεις,
φορώντας
τη φαιδρή προμετωπίδα…
«Υπήρξανε
και δω Έλληνες…».

*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985

Νίκος Α. Νομικός, Ενθύμιο της Ερμούπολης

Στη μνήμη του καπετάν Μανόλη Νομικού

Να μη σηκώσεις άγκυρες
απόψε καπετάνιε
λάβρος ανάβει ο πυρσός
στην άκρη του αρόδου
και ήλθε το σήμα άγρυπνο
στην τελευταία βάρδια
που το καράβι κουρασμένο
μέχρι τα ύφαλα, θε ν’ ακουμπίσει
στης Σύρας το μουράγιο
με τα φανάρια της θερμής
απανεμιάς, και τα ονόματα
απόμαχων πλοιάρχων
στις γαλανές Κυκλάδες της αντάμωσης.
Κι αν το κοιτάξεις το ταξίδι
πιο βαθιά, σαν μια σανίδα
από ναυάγιο μας ταξιδεύει
η κοσμοφόρα θέαση
απ΄άκρη σ’άκρη της Πατρίδας.

Μάρτης 2010

Μαρία Κατσοπούλου, Τρία ποιήματα

Μεταμόρφωση

Μεταβάλλομαι διαρκώς
Στροβιλίζομαι στον γαλαξιακό οργασμό ενός βρέφους
Γελάω με τ’ άστρα τ’ ουρανού σου
και φεύγω στο Διάστημα με τη μαγική μου σκούπα

Παράξενη μέρα

Παράξενη μέρα
Το σύννεφο έγινε βροχή
Κι εγώ εξαφανίζομαι
σε έναν ατέρμονο κυκλώνα τύψεων

Ζαλίζομαι
Μένω εξόριστη στα όνειρά μου
Δεν παίρνω ανάσα
Μη μου μιλάς, δε σ’ ακούω

Η μπαλαρίνα

Η μικρή μπαλαρίνα
χορεύει πάντα στο σκοτάδι
μπροστά σ’ έναν πορνόγερο με χοντρό μουστάκι
Δεν τον βλέπει, αλλά ξέρει πως είναι εκεί
Μυρίζει τη λάγνα του ανάσα
ανακατεμένη με φτηνά τσιγάρα κι αλκοόλ
Κάθε βράδυ ονειρεύεται ότι το σκάει
με τον μολυβένιο της στρατιώτη
μα πάντα κάτι τυχαίνει και δεν τα καταφέρνει

Απόψε της ανανέωσαν τις μπαταρίες
Θα χορεύει χωρίς σταματημό μέχρι να ξεράσει

*Από τη συλλογή “Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά” εκδ. Γαβριηλίδης 2012

Χλόη Κουτσουμπέλη, Έλλειψη χώρου

Henri Matisse, Nude (1941)

Σε ένα κιβώτιο μου έστειλες όλα τα πράγματά μου.
Την πουκαμίσα, την θήκη των φακών,
το ποίημα που έγραψες για μένα,
τον πίνακα που θα κρεμούσαμε στον τοίχο
τον κενό χώρο στην ντουλάπα σου
τα άδεια ράφια με τα βιβλία φαντάσματα.
Φαντάζομαι πως όσο τακτικά και αν δίπλωσες
δεν μπόρεσες να χωρέσεις το κρεβάτι,
όλο φούσκωνε σαν αερόστατο
και πετούσε μακριά.
Ούτε κι εγώ έχω όμως χώρο πια γι’ αυτά.
Η αποθήκη μου βλέπεις,
είναι γεμάτη νεκρά φθινόπωρα
και μικρά ξεχαρβαλωμένα πάντα
με χαλασμένα ελατήρια.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Πότε…

Πότε θ’ αγναντέψουμε
τρεμάμενους ορίζοντες
δειλινά ατέρμονα…

πότε θα γευτούμε
τη χόβολη την ανεπαίσθητη
στα φύκια του βυθού…

πότε θ’ αναδυθεί
η αγνότητα η θεσπέσια
σε πανηγύρια άλλων τόπων…

Μαρία Τσιράκου, Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά – Ανάγνωση της Μαρίας Κατσοπούλου

Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά, Ποίηση, Μαρία Κατσοπούλου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

«Σ’ όσους είναι στα κελιά»

Διαβάζω την αφιέρωση στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Μαρίας Κατσοπούλου. Διακρίνω ευθύς εξ αρχής την ανάγκη της να «μιλήσει» την εποχή στην οποία ζει. Υποκρινόμενη μιαν αποστασιοποίηση, σαν στάση ζωής αλλά όχι συνειδητής, επιβαλλόμενης έξωθεν από όσους, εν τέλει, ζουν στα κελιά.

Εισάγοντας τον εαυτό της στην πενιχρή των πραγμάτων πραγματικότητα με το ποίημα «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ» ομολογεί τη διαρκή μεταβολή της. Τον ζυμώνει με τους ανθρώπους που συναντά, με της φύσης τα στοιχεία και τα εφήμερα υλικά. Αγανακτεί, παραμιλά, φωνάζει «Πουλημένοι!» και καταληκτικά γυρίζει ξανά στον εαυτό της με μία ακόμα εξομολόγηση στο ποίημα «ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥ»

«Δεν ανήκω στα ανδροειδή/ Δεν είμαι φτιαγμένη από ξύλο/ Πιο πιθανόν να είμαι/ Από πλαστελίνη».

Από τη Μαρία Κατσοπούλου δε λείπει -δε φοβάται πιο σωστά, γιατί αυτό είναι το ρήμα που ταιριάζει στην ποίησή της- η αυτοαναφορικότητα και η ενδοσκόπηση. Μιλάει τις λέξεις της καθημερινότητας, φορές χρησιμοποιεί τραχύ λόγο, απερίφραστη βωμολοχία για να περιπαίξει, για να τραβήξει την προσοχή ίσως, πάντα όμως προσπαθώντας και εν τέλει, καταφέρνοντας να κάνει ποίηση το παρόν μιας γενιάς.

Της γενιάς που ξεθυμαίνει σε ποτήρια με αλκοόλ, με κάπνισμα, με μηχανές εντούρο, με θα, στο δρόμο, στην υποκρισία μιας σχέσης, σε αόρατους ανθρώπους, στη γενιά της λακκούβας όπως πολύ απλά και συνοπτικά διηγείται μέσα από τους τίτλους των ποιημάτων της.

Οι στίχοι της διακρίνονται από μια συντομία και πολύ σωστά, αφού η εποχή είναι σκληρή και δε σηκώνει φιοριτούρες, δίνοντας καίρια χτυπήματα στον καιρό που:

«Μιλάς για την αγάπη/ Σαν να είναι κάτι σημαντικό».

Εύκολα, επίσης, διακρίνει κανείς τον λυρισμό της εγκατάλειψης. Την περιγραφή των περιθωρίων της πόλης, εκεί όπου συναντάμε το πλήθος των ανθρώπων που κρύβονται από τον εαυτό τους, που αναζητούν τη χαρά στο επίπλαστο, στο νόθο, στο προσωπείο των πεζοδρομίων, τους ανθρώπους που ζουν επ’ ενοικίω.

Οι ευθύβολες φράσεις της, μας κάνουν κοινωνούς της κάθε μέρας της όπου με απόλυτη ειλικρίνεια καταδεικνύει το κοινωνικό μοντέλο που αδρανοποιεί ψυχικά το νέο άνθρωπο και τον καθιστά υπόδουλο των ετεροβαρών αναγκών του.

«Τα προδομένα ιδανικά σου θα ξεράσεις/ στη βρώμικη λεκάνη ενός ξενοδοχείου/ Θα κοιτάξεις στον καθρέφτη και θα πεις/ «Ποιος είσαι;»

Στη Μαρία Κατσοπούλου ποίηση φτιάχνουν τα «προδομένα ιδανικά», για να χρησιμοποιήσω ένα στίχο της, ελεύθερα από φόρμες και μοντερνιστικά παιχνίδια, λιτά μα και μεστά, με μόνο τίμημα να νιώθεις όσα στην πραγματικότητα βιώνεις και δε δύνασαι να αλλάξεις.Ή για να μιλήσουμε με τον δικό «της» Μπουκόβσκι «καλλιτέχνης είναι ο άνθρωπος που λέει ένα δύσκολο πράγμα με απλό τρόπο».


*Αναδημοσίευση από το http://www.vakxikon.gr/content/view/1341/6492/lang,el/

Νίκος Καρούζος, Εἴσοδος

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,
ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει
κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα
εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς
τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω
κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ
φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα
εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ
γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:
Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση
τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα
στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.
Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.
Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.