Δημήτρης Τρωαδίτης, Η ακινησία

Και η ακινησία έχει
τους δικούς της νόμους
ρυθμικές κινήσεις
στο άπειρο
του πεπερασμένου χρόνου

δεν είναι άτσαλος ο χρόνος
περιμαζεύεται και πονά
γελάει και χαίρεται

μας κοροϊδεύει ασυναίσθητα
κατρακυλώντας μέσα
στα ξέφτια των στιγμών μας
που τρέχουν αλαφιασμένα
να προλάβουν χίμαιρες

Γιώργος Δάγλας, Durruti

Όπως το μισάνοιχτο τραγούδι στον αέρα.
στα σύνορα
στις έδρες των δικαστηρίων και των καμπαρέ.
Θ’ άνοιγαν το πουκάμισο στις τρυφερές
παράνομες συχνότητες.
Θα συναντούσαν το όραμα στη μέση του κόσμου.
Αυτοί, που η ερωμένη του πάπα τους οδηγούσε
σαν υπνοβάτης στην αιώνια έξαρση των κοσμικών.
Θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι τα Πυρηναία.
Ντυμένοι στα μαύρα.
Ζητώντας τους διεθνείς συντρόφους στα επιτελεία
των καπηλειών.
Στο σίδερο και την πέτρα.
Αυτοί, ποπουλάροι και ρέμπελοι
στο διαρκή έρωτα
στη διαρκή επανάσταση
θ’ άνοιγαν και θα διέσχιζαν ξάγρυπνοι
το Γράμμο και την Κροστάνδη,
αφήνοντας πίσω
ανθισμένες φυλακές
πυρπολημένα νομοσχέδια
ανθρώπους με μικρά ονόματα
και μεγάλη καρδιά.
Γιατί ήξεραν ν’ αγκαλιάζονται σφιχτά.
Να πεθαίνουν και να σκοτώνουν μ’ ένα γέλιο.
Αυτοί, που δεν τους λύγισαν παρά τα μάτια
των παιδιών
περιφέρουν ακόμα το προαιώνιο γιατί
περιφέρουν τρεις χιλιάδες συναπτά έτη
τη φωτογραφία
του Buenaventura, ρωτώντας:
-Είδατε πουθενά τον φίλο μας;

*Από τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος.

Νεκταρία Μαραγιάννη, Μπορεί η Ποίηση να απαλύνει τον πόνο;

Εις σε προστρέχω Τέχνη της Ποιήσεως,
που κάπως ξέρεις από φάρμακα۠
νάρκης του άλγους δοκιμές, εν Φαντασία και Λόγω…

Κωνσταντίνος. Π. Καβάφης «Μαχαίρι» (1908)

«Μελαγχολία του Ιάσωνος Κλεάνδρου
ποιητού εν Κομμαγηνή 595 μ.Χ. » (1911)

Για να απαντήσει κάποιος σε αυτό το ερώτημα, πρέπει πρωτίστως να αναζητήσει την ποίηση, και για να την αναζητήσει, οφείλει να έχει διαμορφώσει στην ψυχή του στους απαραίτητους κανόνες για να την κατανοήσει. Άραγε, τι να είναι η Ποίηση; Ήδη από τη δημιουργία του κόσμου προσπαθεί να δοθεί μια απάντηση, ένας ορισμός που θα περιλαμβάνει απολύτως την ουσία της, το νόημά της. Ένας ορισμός μπορεί να δοθεί μόνο μετά τη συγγραφή ενός ποιήματος, μετά από μια αναγκαία, λυτρωτική, ωστόσο, πρόσκαιρη εξομολόγηση του ποιητή προς την Τέχνη του.

Όμως, ο ορισμός αυτός είναι σαν το κύμα.. Περνά ένα άλλο κύμα που σηματοδοτεί τη συγγραφή ενός άλλου ποιήματος και, συνεπώς, τη γέννηση ενός νέου ορισμού, ανάλογα με την «εξομολόγηση» καθώς, κάθε εξομολόγηση είναι διαφορετική, όπως διαφορετική είναι κάθε ψυχή, κάθε στιγμή της ημέρας, κάθε εποχή, κάθε ανατολή… Παρόλα αυτά, ο ορισμός που αιωρείται, μαρτυρά πως η Ποίηση είναι η πεμπτουσία της ανθρώπινης τέχνης, κάτι το υψηλό, το μαγικό, το θεσπέσιο, το απόλυτο, το υπερβολικό, το εξιδανικευμένο, κάτι το αιθέριο… ένας έρωτας που έχει ως άξονα μόνο τη βίωση του πλατωνικού, πάναγνου συναισθήματος…το «Καταφύγιο του Πόνου», μια αγκαλιά για την αποφυγή όσων αέναα μας πληγώνουν και μας βασανίζουν.

Continue reading

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Νύχτα του άγρυπνου έρωτα

Νύχτα πάνω από τους δυο με πανσέληνο,
εγώ βάλθηκα να κλαίω κι εσύ γελούσες.
Η καταφρόνια σου ήταν ένας Θεός, τα δικά μου παράπονα
στιγμές και περιστέρια αλυσοδεμένα.

Νύχτα κάτω από τους δυο. Κρύσταλλο οδύνης,
έκλαιγες εσύ από βάθη απόμακρα.
Ο πόνος μου ήταν ένας σωρός από αγωνίες
πάνω στην αδύναμη καρδιά σου από άμμο.

Η αυγή μας έσμιξε πάνω στο κρεβάτι,
τα στόματα βαλμένα πάνω στο παγωμένο σιντριβάνι
του αίματος τ αστείρευτου που χύνεται.

Κι ο ήλιος μπήκε απ το κλειστό μπαλκόνι
και το κοράλλι της ζωής άπλωσε το κλαδί του
πάνω στην καρδιά μου τη σαβανωμένη.

*Από τα “Έντεκα σονέτα του σκοτεινού έρωτα” (Ελεγεία, 2008). Μετάφραση Μάγια-Μαρία Ρούσσου

Μαρία Θεοφυλάκου, Ποιητές πετάξτε τα χαρτιά σας

Είναι η ώρα του ανέγνοιαστου στον ήλιο.
Ποιητές πετάξτε τα χαρτιά σας!
Ένα, δυο, εκατοντάδες στον αέρα
Χαρτιά, της διαρκώς σκυφτής σας λιτανείας
Για μιαν ανίατη πληγή.
Χαρτιά, ανέμυαλα να προσγειώνονται
Στο πάτωμα που τρίζει ερημία·
Ας δικαιώσετε λοιπόν τους αναστεναγμούς του!
Στο δρόμο βγείτε
Την τύχη ακολουθήστε
Ανοίγοντας πρώτη φορά τα μάτια
Ώστε να ιδούν αυτά
Τα πόσα ανείδωτα,
Τα δίχως ανταπόκριση στον έρωτά τους, που περάσαν
Χρυσά του Δεκεμβρίου πρωινά. Ποιητές πετάξτε τα χαρτιά
Μ’ ωραίους αυτοσχεδιασμούς στον άφρονα αιθέρα
Ποιητές όλους τους δρόμους περπατήστε
Μ’ ωραία πυξίδα την καρδιά της ποίησης που γεννιέται
Και που ‘ναι η πάντα ανεξάντλητη ποτέ αδραγμένη
Η για-όλα-αυτά θριαμβεύτρια, η τόσο φευγαλέα
Η διάφανη ομορφιά.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Να ξηλώσουν τα κράσπεδα

Αφιερωμένο στους άρτι εν ψυχρώ δολοφονηθέντες ανθρακωρύχους της Νότιας Αφρικής

Ανταριασμένα αρχεία
στα συρτάρια του μυαλού μου
ζητούν ν΄ αποκτήσουν πρόσωπο
μορφή και οντότητα
στις αυλακωμένες καρδιές
στα βαθουλωμένα μάτια
στα μπράτσα που διστάζουν

φλογισμένες φωτοσυνθέσεις
στα ράφια της ύπαρξής μου
ζητούν να περιπλανηθούν
σε άπατες θάλασσες
να συγκροτήσουν
μαχητικές διαδηλώσεις
με επαναστατικά συνθήματα
παρά την αντίθετη ντιρεκτίβα
της κεντρικής επιτροπής
του κόμματος

τρομερά αρχεία
φωτοτυπίες ανατροπής
προγράμματα δημιουργίας
που δεν φτώχυναν ποτέ
που δεν τροποποιήθηκαν
κάτω απ’ τα χτυπήματα
των ιντρουχτόρων της ιδεολογίας
όλα αυτά που αρνούνται
να γίνουν τροφή υψικαμίνων
ή χωματερών…

προγράμματα λύτρωσης
στις τωρινές μου θεωρίες
για την υπεραξία
και την οργάνωση
θέλω να δοθούν
σε πλήθη αλαφιασμένα
με ζέση και θέληση
να ξεχυθούν στους δρόμους
με στρατηγικές και διεκδικήσεις
να πυρπολήσουν τους ναούς
του αισχρού εμπορεύματος
να ξηλώσουν τα κράσπεδα
να τελειώνουν μια για πάντα
με την υποδούλωση
της τελευταίας μόδας

E.E. Cummings, Τρία ποιήματα

1.
όταν ο θεός αποφάσισε να επινοήσει
τα πάντα πήρε μια
ανάσα μεγαλύτερη από τέντα τσίρκου
και τα πάντα ξεκίνησαν

όταν ο άνθρωπος αποφάσισε να
καταστρέψει τον εαυτό του ξεχώρισε
το ήταν του θα και βρίσκοντας μόνο το γιατί
το συνέτριψε στο επειδή μέσα

Continue reading

Μαρία Σερβάκη, Από τη συλλογή “Ο Άλλος Κήπος”

Υπέροχο – είναι υπέροχο
Σαν αγαπάς να περιμένεις!…
Υπέροχο αναμετρώντας τις στιγμές …
Βραδιάζοντας. Ξημερώνοντας.
Αυτό το γέλιο
Αυτό το γέλιο που κυλάει σφυρίζοντας
Άλλος όπου κανένας δεν το ξέρει.

*ΜΑΡΙΑ ΣΕΡΒΑΚΗ”Ο ΑΛΛΟΣ ΚΗΠΟΣ”, 1983)

Δημήτρης Τρωαδίτης, Δεν υπάρχει φως στα μάτια

Αφιερωμένο στον αγωνιζόμενο λαό της Συρίας

Δεν υπάρχει φως στα μάτια
τρέμουλο στα δάχτυλα
τα πουλιά δεν φτερουγίζουν
όλα πυρακτωμένα
αίμα της καρδιάς
λάβα σε ρίζες δέντρων
πληγές από πύρινα βέλη
ξεραΐλα σε ατέρμονα σχήματα
ψυχές ξεριζώνονται
σ’ ανασκαλεμένη γη
με σύνεργα καλοφτιαγμένα
για θάνατο και φρίκη

ποιους νεκρούς ν’ αναστήσεις
και σε ποια ιδέα να μυηθείς
ποια μορφή να τραγουδήσεις
και ποια φωνή να βγάλεις
σε εκτάσεις αλλόφρονες
που το λιοπύρι στέγνωσε
τα δάκρυα και οι βρύσες
ηφαίστεια οι πηγές
στοιχειωμένα τα νάματα
πυρκαγιές στη ζήση

δόντια τρεκλίζουν
σε σύγκορμες ανατριχίλες
ρωγμές στα μάγουλα
σφύριγμα που παραπαίει
τα δειλινά αποξεχάστηκαν
υπνοβάτες μ’ αλλήθωρα βλέμματα
φτύνοντας λάσπες και οργή
στο απερίγραπτο δάσος
των μεταμεσονύχτιων ίσκιων
τα άλλοτε ανένδοτα τοπία ενέδωσαν
στα ρουμάνια τους τα νυχτοπούλια
λικνίζονται σ’ αγέρηδες
κεραυνούς που τα κυνηγούν.

Τάσος Δενέγρης, Τέσσερα ποιήματα για την Ελένη

1

Aπ’ όλες τις γυναίκες που ήταν στο νησί
εκείνη που απουσίαζε ήταν και η πιο ωραία.

2

Κι αν σου κρατούσα το κεφάλι μέσα στο νερό
και να προσπαθούσα να σε σβήσω
σε ξένο κρεβάτι και νέες συνήθειες
ήταν γιατί σε αγάπησα πολύ
κι ετρόμαξα πολύ
να μη μου φύγεις.

3

Κι ο πίθηκος σκυφτός πίσω από το πόμολο της πόρτας
σε μια βδομάδα κάτου απ την λάμπα
στο δρόμο του νοσοκομείου
σιωπή, σανίδες και ασετιλίνες εργατών
στα πληγωμένα πεζοδρόμια
σ’ αυτόν το δρόμο με τη λάμπα
ένα ξένο δαιμονικό βλέμμα
στα μάτια σου
κράτησα σφιχτά τη σάρκα της Ελένης
με το ξένο βλέμμα
να με πανικοβάλλει.

4

Άδεια όσο κι η στέπα
απαλλαγμένη από καμπάνες και βλάστηση.

*Τάσος Δενέγρης (1934-2009)
**Από τη συλλογή “Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος” (1975)