Άννα Νιαράκη, Εναλλακτικές χρήσεις της ποίησης

στην εσωστρέφεια των ρολογιών
στο ένα δύο τρία
στο νεκρό σασπένς της προπαίδειας
σε όλα όσα παραμένουν σταθερά
κι αμετάβλητα
σε όλες τις γελοίες παραδοχές
στα προκάτ των ρόλων
στις οδηγίες χρήσεως
στη μεταμέλεια
στην πρωινή λογική επαναφορά
στο έλα μωρέ δεν έγινε και τίποτα
στο ωχ αδερφέ
στο αφόρητο κλισέ μιας γόβας στιλέτο
στις εξωραϊσμένες αναμνήσεις
στα αναπόδεικτα αξιώματα
στις εγνωσμένους κύρους αποφορές συμπάθειας
στις παρατεταμένες προσπάθειες
αποφυγής του έρωτα
στα τόσα ίσως

εκεί θα βάλω φωτιά
με ένα σωρό τσαλακωμένα χαρτιά
από ανεπίδοτα
για προσάναμμα

*Αναδημοσίευση από το http://antipoihsh.wordpress.com

Ο Αντόνιο Ματσάδο για το Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα


Το φονικό έγινε στη Γρανάδα

I

Το φονικό

Τον είδαν, προχωρώντας ανάμεσα στα τουφέκια,
από ένα δρόμο μακρύ,
να βγαίνει στο κρύο χωράφι,
της έναστρης, ακόμη, αυγής.
Σκότωσαν το Φεδερίκο
με το γλυκοχάραμα.
Το απόσπασμα των φονιάδων
δεν τόλμησε να τον κοιτάξει καταπρόσωπο.
Όλοι κλείσαν τα μάτια τους·
προσεύχονταν: μήτε ο Θεός σε γλιτώνει!
Ο Φεδερίκο σωριάστηκε νεκρός.
-αίμα στο μέτωπο και μολύβι στα σπλάχνα-
… όταν έγινε το φονικό στη Γρανάδα
ξέρετε- καημένη Γρανάδα! -στη Γρανάδα του…

ΙΙ

Ο ποιητής και ο θάνατος

Τον είδαν να προχωρεί μόνο μ’ Εκείνον
χωρίς να σκιάζεται απ’ το δρεπάνι του.
Κιόλας ο ήλιος από πύργο σε πύργο· τα σφυριά
πάνω στ’ αμόνι -αμόνια κι αμόνια μες στα σιδεράδικα.
Μιλούσε ο Φεδερίκο,
και χαριεντίζονταν με το θάνατο. Εκείνος πρόσεχε.
“Σύντροφε, επειδή χτες μέσα στο στίχο μου
ακούστηκε ο χτύπος της ξερής σου παλάμης,
κι έδωσες την παγωνιά στο τραγούδι μου, και την κόψη
του ασημένιου σου δρεπανιού στην τραγωδία μου,
θα σου τραγουδήσω τη σάρκα που δεν έχεις,
τα μάτια που σου λείπουν,
τα μαλλιά σου που τα ‘παιζε ο άνεμος,
τα κόκκινα χείλη που σ’ τα φίλησαν…
Σήμερα όπως χτες, γύφτε μου, θάνατε,
τι όμορφα να ήμασταν μαζί,
σ’ αυτούς τους αγέρηδες της Γρανάδας, της Γρανάδας μου”.

ΙΙΙ

Τον είδαν να προχωρεί…

Φτιάξετε, φίλοι,
από πέτρα και όνειρο, στην Αλάμπρα,
ένα τύμβο για τον ποιητή,
πάνω από μια βρύση που θρηνεί το νερό,
κι αδιάκοπα λέει:
το φονικό έγινε στη Γρανάδα, στη Γρανάδα του!

*Μετάφραση: Κλείτος Κύρου
**Αναδημοσίευση από το http://poem-for-you.blogspot.com.au/2007/08/23.html

Έντγκαρ Άλλαν Πόε

Ωραίο νησί, που από το πιο ομορφότερο λουλούδι,
από τ’ αβρότερα το πλέον αβρόν όνομα πήρες,
τι θύμησες και μέσα από τι ώρες φωτοβόλες
στ΄αντίκρυσμα της ομορφιάς σου απάντεχα ξυπνάνε,
και τι σκηνές ευδαιμονίας βαθιάς πο΄χει σβηστεί,
και πόσες σκέψεις πόσωνε που θάφτηκαν ελπίδων,
και πόσες οπτασίες μιας κόρης οπού πια δε ζει,
που πάει, δε ζει πια στα χλωρά σου πάνω τα λιβάδια.
“Δε ζεί πια”. Αλλοι μου, η μαγική φαρμακερή αυτή λέξη
τ’ αλλάζει όλα: Οι χάρες σου για μένα σβήσαν πια,
κ΄ η θύμησή σου πάει πια …”Καταραμένη χώρα”.
Θα ΄ναι για μένα εδώ και μπρός ο ανθόσπαρτος γιαλός σου,
ω υακίνθινο νησί, ω πορφυρένιο Τζάντε,
“Ιζόλα ντ ΄Ορο, Φίορο του Λεβάντε”.

*Ποιήματα 1831-1849 (Εκδόσεις “Σελίδες” 1991).

Δημήτρης Τρωαδίτης, Γκρέμισμα (χαϊκού)

Σβήνει ο κόσμος
στη δύση των ματιών σου
το λιγοστό φως

θάμπωμα βαθύ
ξεπεσμένη μαγεία
των ονείρων σου

η ύπαρξή σου
σε ανοιχτή χοάνη
κρημνίζεται

Έρμα Βασιλείου, «Παλίρροια», «Εν μέσω ξωτικών και ερώτων», «Ο έρωτας όμως», «Απόσταγμα δάκρυ» και «Ιδού η γυνή μην αφήσεις»


ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

* Το κείμενο αυτό (που έχει υποστεί ελάχιστες διορθώσεις) είναι η ομιλία παρουσίασης των ανωτέρω ποιητικών συλλογών της Ερμας Βασιλείου που έκανα σε σχετική εκδήλωση στην αίθουσα εκδηλώσεων του Oakleigh Grammar, στη Μελβούρνη, την Κυριακή, 9 Σεπτεμβρίου 2012.

Γράφει ο Ισπανός ποιητής Αντόνιο Ματσάδο, σε ένα από τα γνωστά –ίσως το πιο γνωστό- ποίημά του: “Διαβάτη δεν υπάρχει δρόμος / το δρόμο τον φτιάχνεις περπατώντας”. Κι αυτό πράγματι συμβαίνει με την ιδιαίτερα ερωτική ποίηση της Έρμας Βασιλείου. Η ερωτική της ποίηση, όπως μας δίνεται απλόχερα στις ποιητικές αυτές συλλογές που παρουσιάζονται εδώ σήμερα, είναι σαν ένας δρόμος που αρχικά δεν υπάρχει, που ούτε καν αχνοφαίνεται στην πάχνη της ζήσης μας, που φαντάζει ανεξερεύνητος και αναμένει το διαβάτη ή τους διαβάτες που θα τον ανοίξουν προχωρώντας. Στην περίπτωσή μας, η ποίηση αυτή της Έρμας Βασιλείου είναι σαν ένα τέτοιο δρόμο που δεν υπήρχε πριν μας τη δώσει η ίδια και πριν αρχίσουμε να τη διαβάζουμε, εισερχόμενοι ανεπαίσθητα στα εσώτερά της.

Αυτό συνέβη και με μένα, καθώς διαβάζοντας αυτές τις μικρές ποιητικές της συλλογές που μου εμπιστεύθηκε η ίδια, βρέθηκα κι εγώ στη θέση του διαβάτη του Ματσάδο, αφού διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας όλο και άνοιγε μπροστά μου ένας πρωτόγνωρος, ανεξερεύνητος μέχρι τα τώρα δρόμος, ένας δρόμος άλλοτε ίσιος και άλλοτε με διασταυρώσεις, δρομάκια, παρόδους, λακκούβες και ανισόπεδες διαβάσεις. Εντρυφώντας, λοιπόν, στις πλοκές των ποιημάτων της Έρμας Βασιλείου, κατάλαβα ότι ο δρόμος αυτός είναι ο ίδιος της ο έρωτας που μας αποκαλύπτεται με τα ποιήματα αυτά, συλλογές που θα μπορούσαν να είναι ένα και μόνο βιβλίο, αποτελώντας, κατά τη γνώμη μου, τους κρίκους μιας μακράς αλυσίδας, μια αδιάσπαστη ενότητα.

Στα ποιήματα αυτά η ποιήτρια ιστορεί και προτείνει, αγωνίζεται και αγωνιά, δονεί και δονείται, αγαπά και πάλι αγαπά, ερωτεύεται αναζητώντας και αναζητά ερωτευόμενη.

Δεν είναι ο έρωτας ο κατ’ ανάγκη σωματικός ή αγοραίος. Είναι πρωτίστως ο έρωτας της καθημερινότητας των διαπροσωπικών σχέσεων στις χίλιες τόσες υποστάσεις τους, όπως ορίζονται από τις ανάγκες της κάθε μέρας, είναι ο έρωτας των μεγάλων ή μικρών προσδοκιών, είναι ο έρωτας του καθημερινού κάματου, διανοητικού ή χειρωνακτικού δεν έχει σημασία.

Continue reading

Χλόη Κουτσουμπέλη, Φάσεις φεγγαριού

Είμαι κι εγώ μια νύχτα.
Χωρίς χρώμα, χωρίς όνομα,
χωρίς απελπισία, χωρίς έκσταση,
χωρίς μυρωδιά, χωρίς ταυτότητα,
χύνομαι και χάνομαι,
κανείς δεν με αιχμαλωτίζει,
και δεν ανήκω κανενός
μα ούτε και στον εαυτό μου.
Μόνο που και που,
όταν στα δύο με ξεσκίζει η αυγή,
κλαίω μεθυσμένη
σε μια γωνιά του δρόμου.

*Από την ποιητική συλλογή “Η Νύχτα είναι μια φάλαινα”.
**Αναδημοσίευση από το http://ta-parakeimena.blogspot.com

Μάρκος Μέσκος, Τρία ποιήματα


Δήθεν αιωνιότητα

Μοναδική του ηδονή το σήμερα•
με το φως του ήλιου και θάλασσα βαθιά γαλάζια
χελιδόνια που δίνουν την τροφή στον αέρα
τιτιβίζοντας ευχαριστημένα σήμερα•

με το νέο δάσος και το χορτάρι και τα ζωντανά
μέρα νύχτα και με φεγγερή σελήνη πολεμούν
οι αλλόφρονες ενάντιοι στους άλλους πλανήτες
για το χρήμα το ματαιόδοξο το θανατηφόρο σήμερα•

εφτά του Αυγούστου ημέρα Τρίτη, στον τροχό του Χρόνου
το έτος 2007 μετά Χριστόν — κι εσύ μόριο φευγαλέας
σκόνης• ένα τίποτε.

Ενδοχώρα

Γκρίζο πρωινό σκελετωμένα δέντρα ορίζοντες τυφλοί•
για ‘κει που πας κανείς δεν σε προσμένει• φώτα χλωμά
ο πεινασμένος κι άλαλος κοκκινολαίμης μόνο
βουβός ο δρόμος κρύο πολύ
πάχνη στο αναποδογυρισμένο χώμα•
–άξιος είμαι πάρε με!

Σήματα

V

Πεινασμένος ο λόγος που καρτερεί σιωπηλά
λέξεις που σημαίνουν λέξεις που δεν σπιθοβολούν
λέξεις που εγείρονται να μιλήσουν πάλι βιαστικά
μην τάχα δεν προλάβουν…

*Από τη συλλογή “Τα Λύτρα”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012.

Arthur Rimbaud, Σας λέω, δεν νοώ από νόμους…

Το πορτραίτο φιλοτεχνήθηκε από τον Πάμπλο Πικάσσο

”Ιερείς! Διδάσκαλοι! Άρχοντες… γιατί με παραδίνεται σε τέτοια κρίση; Ποτέ μου δεν ασπάστηκα τους νόμους σας.

Ποτέ δεν ήμουν χριστιανός. Έρχομαι από τόπους, που τους νόμους τους δεν ξέρετε ν’ ακούσετε!

Ένα μονάχα θα σας πω:
Είμαι εκείνης της φυλής, που τραγουδά και στους τροχούς και στις αγχόνες. Σας λέω, δεν νοώ από νόμους……”

*Αναδημοσίευση από το http://callinos.blogspot.com/2012/09/blog-post_6.html

Μαρία Πισιώτη, Το χρέος

Τα χρέη μου τα εξαργύρωσα.
Έδωσα στην αγάπη ένα ρόδο,
στο γέλιο ένα περιστέρι,
στον πόνο μια ηλιαχτίδα,
στη φιλία μία υπόσχεση,
στο όνειρο ένα ουράνιο τόξο,
στους εφηβικούς παροξυσμούς
έδωσα ιπτάμενο χαλί
και σ’ εκείνη τη συμβουλή
ένα βιβλίο.
Τώρα ήσυχη αποχωρώ
κρατώντας των επιλογών μου
το αριστείο.

*Από την ποιητική συλλογή Ηδύλη-ακά τοπία; Ε.Π.Μ., 2008.
**Αναδημοσίευση από το http://hdyli.wordpress.com

Τόλης Νικηφόρου, Ένα παιδί

με το πρόσωπο κολλημένο στο τζάμι
κοιτάζω εκστατικά
πίσω απ’ τις στάλες της βροχής
ένα πολύχρωμο κόσμο

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τις τσέπες γεμάτες μπίλιες
μέσα στον χειμώνα
ένα παιδί με δακρυσμένα μάτια
για το γατάκι του που πέθανε
για το λουλούδι που μαράθηκε
για όσους έφυγαν χωρίς επιστροφή

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
με τρύπιο παλτό
που λαχταράει τα ζεστά κάστανα
τη γειτονιά και τους φίλους
την άνοιξη που θάρθει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
που δεν δέχεται
πως μπορεί να γελάω
όταν την ίδια στιγμή κάποιος κλαίει

κρύβω μέσα μου ένα παιδί
απαρηγόρητο
που θάθελε να φτιάξει τη ζωή
στα μέτρα της καρδιάς του


*Από τη συλλογή “Τα Αναρχικά” (1979).