Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα αδιάφορος-
Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.
Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου
ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.
Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος
χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.
Πίσω από το χάρτινο κήπο σας
πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας
εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη
ο άνεμος δικός μου
μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες
μάταιοι λόγοι.
Μην αμελήσετε.
Πάρτε μαζί σας νερό.
Το μέλλον μας θα έχει πολύ ξηρασία.
Άννα Ιωαννίδου, Σε αποσύνθεση
Θάλασσα, αέρας, φως …
Mία ρήτρα του τέλους
στα πανανθρώπινα αρχέγονα στοιχεία.
Αργοπεθαίνει η θάλασσα.
Το γαλάζιο σ’αποσύνθεση.
Θάλασσα τοξική,
χρωματισμένα με δυσοσμία
τα ταξιδεμένα της νερά.
Μία υδάτινη χωματερή.
Ένας ομαδικός τάφος στον βυθό.
«Αυτοκτονία ψαριών»,ξεθωριασμένα φύκια.
Άδοξα χύθηκε το«αίμα» των κοραλλιών.
Στον αέρα μυρωδιά αλλοιωμένου πλαστικού.
Ακρωτηριασμένες γοργόνες ξεψυχούν στ’ αμπάρι
κι οι γλάροι έστησαν επιθανάτιο χορό
στο κατάρτι του σάπιου καραβιού.
Δηλητήριο καλύπτει τον βυθό.
Μαύρες κηλίδες νοθεύουν τα βότσαλα στην ακτή.
Και τα θαλασσοπούλια νεκρά
σαν ανεξίτηλα σημάδια εγκατάλειψης.
Τα όνειρα πνίγηκαν σ’απόβλητα από μαζούτ
κι η ελπίδα μια κακοποιημένη αυταπάτη.
Αργοπεθαίνει η θάλασσα.
Το γαλάζιο σ’αποσύνθεση.
Όλοι συνένοχοι στο έγκλημα.
Δημήτρης Τρωαδίτης, Υποθήκες
Γιώργος Σαραντάρης (1908-1941), Ποιήματα της θάλασσας
Ὅποιος φέρνει τὴ θάλασσα στὴν ἀγκαλιά του
Εἶναι σὰ νὰ μὴν ὑποφέρει ἀπὸ βάρος
Εἶναι σὰ νὰ μὴ ντρέπεται ποὺ πηγαίνει μὲ τὸν ἀγέρα
Εἶναι σὰ νὰ κρατάει ὁλάκερη τὴ γῆ μέσα στὸ βλέμμα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὴ νύχτα
Καὶ νὰ τοῦ γίνεται ἡ νύχτα μητέρα
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἥλιο
Καὶ ν’ ἀγαπάει μία γυναῖκα
Ποὺ τὴ νομίζει βρέφος
Νὰ τραγουδάει μέσα στὸν ἄνεμο
Κι ἔτσι νὰ χάνει
καὶ νὰ κερδίζει τὴ φωνή του
Joyce Mansour, Όλα τα βράδια
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.
*Τζόυς Μάνσουρ, 1928-1986.
**Μετάφραση Έκτωρ Κακναβάτος, “Κραυγές” (επιλογή), στον τόμο “…δεν άνθησαν ματαίως. Ανθολογία υπερρεαλισμού, (επιμ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου), Αθήνα, εκδ. Νεφέλη, 1980.
Αργύρης Χιόνης, Δύο ποιήματα
Ελέησον σε
Ένιωθες μόνος και μας έπλασες για να ‘χεις
Συντροφιά εις τους αιώνας των αιώνων.
Έσφαλες όμως πλάθοντάς μας
Κατ’ εικόνα και ομοίωσίν σου,
Πολλαπλασίασες τη μοναξιά σου.
Τώρα είσαι μόνος μέσα σ’ ένα πλήθος μόνων.
Δεν έχει πιο μεγάλη μοναξιά.
* * *
τω αγνώστω ποιητή
Πέρασε τη ζωή του,
Γράφοντας ποιήματα
Με τη γομολάστιχα.
Δημήτρης Τρωαδίτης, Μέθεξη
Γιώργος Φιλιππίδης, Γαλάζια Μηχανή (εκδ. Καστανιώτη)
Η “Γαλάζια Μηχανή” είναι το μοναδικό βιβλίο με ποίηση και σκέψεις του Γιώργου Φιλιππίδη που εκδόθηκε τρία χρόνια μετά το θάνατό του. Ο Γιώργος Φιλιππίδης γεννήθηκε στο 1977 στην Αθήνα και είχε περάσει στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών όπου και φοιτούσε. Συνεργάστηκε με τα περιοδικά “Ιδεότροπο” και “Αντί”. Τον Ιούλιο του 1997, μέσα στη ζέστη του καλοκαιριού, αφαίρεσε τη ζωή του με έναν τρόπο που τον ανύψωσε στα μάτια αρκετών ως κάποιον «ένθεο ερωτικό επαναστάτη».
Γράφει, ανάμεσα στα άλλα, η ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου: “Τα ποιήματά του, γραμμένα δύο χρόνια πριν πεθάνει, έγιναν βιβλίο το 2000 με τον τίτλο ‘Γαλάζια Μηχανή”. Τα ποιήματά του αυτά (αν και δεν ξέρουμε πόσα είχε πράγματι γράψει) μαρτυρούν μια πολύ ώριμη για την ηλικία αμφισβήτηση του κόσμου, του κράτους, του ανθρώπου, σε παγκόσμιο βεληνεκές, ενώ παράλληλα είναι διάστικτα από το πάθος του έρωτα και την ποίηση κλειστού δωματίου. Η κραυγή του, που σου τρυπά τα σωθικά, είναι τόσο η φωνή της αντίστασης στον πόνο και στο ζόφο, όσο και η παραίτηση που χαρακτηρίζει κάποιον που έχει ήδη ονοματίσει τα πράγματα γύρω του. Το όνομα που χάρισε στα πράγματα μπορεί και να συγγένευε με λέξεις όπως «φαρσοκωμωδία», «τραγέλαφος», «ρώσικη ρουλέτα του θανάτου».
Νίκος Α. Νομικός, Μια σκιτσογραφία στην απεραντοσύνη των ευκαλύπτων
Μνημόνευση
στην Kath Walker
την ποιήτρια
των Αβοριγίνων
Μέσα απ’ τα αμίλητα χείλη
του ιερού σου βράχου
αντιποδικοί ψίθυροι έρχονται
σαν συρσίματα σαύρας
απ’ τις ερημιές της Γιαριγκίλας
γεμάτες μοιρολόγια σκονισμένα
με καυτούς ανέμους, και σύμβολα ιερά
της Νουνακάλλας, με πετσί τριμμένο
κι άνυδρο στην μαύρη άσκηση
του πιο σκληρού μύθου, χαρακωμένου
σε πέτρες βαμμένες πυρ ερυθρό
του κίτρινου ήλιου, δείχνουν ασάλευτες
κι αιματοβαμμένες την φυλή σου
με άσματα απόμακρα, που όπως και να τ’ ακούς
λεν’ την αλήθεια του καημού τους.
Μέσα και σ’ αυτή τη νύχτα, ακούγεται καθαρά
η φωναχτή οπτασία της μορφής σου
έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλο
να μην υπάρχει εχθρός, αφού είν’ ένα χώμα
τούτη η γη, και η ζωή κυλάει αδελφή μου
στους ευκαλύπτους με τα παράξενα μουρμουρητά
και τις χιλιάδες μίλια τα πουλιά της
που φτάνουν ασταμάτητα μέσα στα όνειρά σου.
Κωνσταντίνος Καβάφης, Τρώες
Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων•
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε• κομμάτι
παίρνουμ’ επάνω μας• κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.
Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—
Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.
Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται•
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει•
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.
Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.
*Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984.
**Αναδημοσίευση από το http://www.kavafis.gr/poems/list.asp?cat=1









