Άννα Ιωαννίδου, Ηλεκτροφόρα σύρματα

Η μοναξιά διάβρωσε το κέλυφος του νου.
Γύρω απ’ το κορμί ορθώσαμε
ηλεκτροφόρα σύρματα.
Έπειτα κλειδώσαμε
την κερκόπορτα της καρδιάς
και λιώσαμε το κλειδί
μην το βρει κάποιος επίδοξος ληστής.
Οι σχέσεις μας ρηχές,
σχεδόν ανύπαρκτες,
καλυμμένες με φθηνό πλαστικό.
Γίναμε εκτελεστές,
πολεμικές μηχανές
έτοιμες να εξοντώσουν κάθε επικοινωνία.

Σφίγγουμε πια τα χέρια απ’ απόσταση.
Στο πρόσωπο μια μάσκα με παγωμένο χαμόγελο.
Μάθαμε να φλυαρούμε με τη σιωπή,
ν’ ακούμε μ’ ωτοασπίδες στ’ αυτιά.
Οι λέξεις αλλοιώνονται πριν βγουν απ΄το στόμα,
γίνονται θηλειά στο λαιμό.
Μιλάμε μόνο με τη σκιά μας,
αλλά δεν παίρνουμε απάντηση.

Χρόνια τώρα,
βουλιάζουμε στην αλαζονεία του «εγώ»,
κρυμμένοι πίσω από μαύρα γυαλιά.

* Το ποίημα αυτό έλαβε Έπαινο στον Ετήσιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης 2012.

Μίλτος Σαχτούρης, Η Μαρία

Η Μαρία σκεφτική
έβγαζε τις κάλτσες της
Από το σώμα της έβγαιναν
φωνές άλλων ανθρώπων
ενός στρατιώτη που μιλούσε σαν
ένα πουλί
ενός αρρώστου που είχε πεθάνει από πόνους
προβάτων
και το κλάμα της μικρής ανεψιάς της Μαρίας
που αυτές τις μέρες είχε γεννηθεί
Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε
τώρα η Μαρία γελούσε
άπλωνε τα χέρια της το βράδυ
έμενε με τα πόδια ανοιχτά
Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της
μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν
Το ραδιόφωνο έπαιζε
Η Μαρία έκλαιγε
Η Μαρία έκλαιγε
το ραδιόφωνο έπαιζε
Τότε η Μαρία
σιγά–σιγά άνοιγε τα χέρια της
άρχιζε να πετάει
γύρω-γύρω στο δωμάτιο.

*Από τη συλλογή “Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958).

Μανουέλ Μαρία, Λόγια για τον Αντόνιο Ματσάδο

Καλέ μου Αντόνιο Ματσάδο: πως
Είναι τα σιτάρια και τα δειλινά
Στους απέραντους κάμπους της Καστίλιας;
Ο ήλιος που φωτίζει την κρύα Σόρια
Φωτίζει και την καρδιά σου;
‘Ανθισαν πια οι ελιές στα χώματα της Μπαέθας;
Τραγουδούν τα ίδια νερά
Στον Νουέρο και τον Ερέσμα;
Πόση αναζήτηση, φίλε,
Σ’ ένα λουλούδι της ψυχής;
Πόση Σιωπή που μας τυλίγει.
Πόση εγκατάλειψη.
Η καθαρή σου λέξη, γυμνή
Κι αληθινή.
Μόνο η λέξη σου
Μας φέρνει την ειρήνη και την ησυχία.
Λεωνάρ, Γκιομπάρ:
φώτα Που θα φωτίζουν τη νύστα σου
Και που φωτίζουν Και τις δικες μας νύχτες.
Μόνο η θάλασσα, φίλε, κι όχι το μίσος
Μας δείχνει τον αληθινό δρόμο.
Ως πότε αυτό το σύννεφο της θλίψης;
Πότε θα πάψεις να ‘σαι θλιμένος,
Παλιέ φίλε;
Η θλίψη
Τελειώνει διώχνοντας και χαλώντας.
Είμαστε μαζί σου.
Μαζί Με τη βαθιά μελαγχολική σου μοναξιά.
Μαζί με τη φτωχή κι ορεινή Ισπανία σου.
Κοιτάζουμε προσδοκώντας πως αυξαίνει
Η αιώνια κι αισθαντική σου λέξη,
Το ίδιο όπως
Τ’ άσπρα σιτάρια της Καστίλιας.


*Μετάφραση: Μ.Λαγκουβάρδος
**Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το Αλωνάκι της Ποίησης.

Κάτοπτρο παθών – ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ Ηλιόπετρα

ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ Ηλιόπετρα
ΜΤΦΡ. – ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
«ΜΑΪΣΤΡΟΣ», ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ,
ΣΕΛ. 101, ευρώ 12,50

«Πίνανε χωρίς να μιλάνε, συνεπαρμένοι ακόμα απ’ αυτή τη φευγαλέα μαγεία εκείνης της χαμένης για πάντα στιγμής». Ουίλιαμ Φόκνερ, «Σαρτόρις» (εκδόσεις «Ινδικτος»)

Εχουν, μεταξύ άλλων, προϋπάρξει και απασχολήσει αναλόγως τη δημιουργική σκέψη: η ετυμηγορία του Ηράκλειτου περί της αέναης ροϊκότητας του Σύμπαντος, σε διαλεκτική συνύπαρξη με τον αφορισμό του «μεταβάλλον αναπαύεται», η ρηματική ευφορία της Μπάγκαβατ Γκίτα, η περιώνυμη αγωνία της σωκρατικής αυτογνωσίας, οι αντιστικτικές παραβολές του Τσουάνγκ Τζου, η εμμονή του Αμλετ στον εαυτό, η διακήρυξη του ρηξικέλευθου Σκότου Ντέιβιντ Χιουμ περί της αδυναμίας μας να απαντήσουμε με ειλικρίνεια στο ερώτημα «Ποιος είμαι άραγε στ’ αλήθεια;», η συνεπακόλουθη έξοδος από τον μεταφυσικό μας λήθαργο με τον τρόπο του Ιμάνουελ Καντ, η οριακή άρνηση του Αρθούρου Σοπενχάουερ να αποδεχτεί τη φαινομενολογία της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ως την οριστική εκδοχή της Πραγματικότητας, η διαστολή και η απόλυτη διύλιση της κορυφαίας σημασιολογικά στιγμής από την Εμιλι Ντίκινσον, αλλά και την υφολογικά μεθοδική Βιρτζίνια Γουλφ, η καφκική προσέγγιση του δαιμονικού, το εμβληματικό πείραμα του Εζρα Πάουντ να αποφανθεί μουσικά – συνθετικά – διιστορικά, η υπερρεαλιστική ρήξη και βεβαίως η ορμητική εκφορά του λόγου, σε συνδυασμό με τη σύλληψη του κόσμου πέρα από τη γνωστή μαθηματική τάξη του χρόνου, όπως απαντά συστηματικά στον τζοϊσικό «Οδυσσέα»: ό,τι δηλαδή υπολανθάνει ως φιλάδελφο υπερ-ποίημα, προς το οποίο αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς ο Οκτάβιο Πας (1914-1998).

Continue reading

Άννα Νιαράκη, Ποιήματα προ αναχωρήσεως

Σχετικότητες

Αφετηρία εσύ, μου είπαν
Κι εγώ είπα το τέλος.
Μέγα μέγεθος σε θεωρούν.
Εγώ, το απόλυτο μηδέν.
Δεν σε έχουν συναντήσει
Παρά μονάχα σε βιβλία
Και διδασκαλίες μυστικιστικές.
Δεν ρώτησαν κι εμένα
Που ένα πρωί μου χτύπησες
Την πόρτα κι είπες
-Χαιρέτα τον πατέρα σου,
φεύγουμε σήμερα ταξίδι.

Χωρίς κατάλυση

Θέλει χρόνο η λήθη να κάνει τη δουλειά της.
Να με ξεγράψει εντελώς απ’ το κιτάπι.

Κάτι τέτοιες ώρες νοσταλγώ
τις ξεχασμένες μέρες.
Μα δεν τις συλλογιέμαι και πολύ
μην τις ταράξω.

Μ’ αρέσει να τις σκέφτομαι
Γυμνές, άγνωστες, ξένες
Σε μπλε βυθούς ανάσκελα
Ν’ ατενίζουν το σκοτάδι.

Liberty

Ορθια, στην αποβάθρα
σήκωσα το χέρι μου
γνέφοντας ασυναίσθητα
στο άπειρο.

Μέσα μου νοερά
αποχαιρετούσα
όλα τα ποιήματα
που ξέφυγαν από μένα.

*Αναδημοσίευση από το http://www.poema.gr/poem.php?id=354&pid=28
ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://antipoihsh.wordpress.com

Στρατής Παρέλης, Τα πρωινά πάντα κοιτώ τον ουρανό

Τα πρωινά πάντα κοιτώ τον ουρανό.
Έτσι όπως ξυπνώ νωρίς και θέλω
το κατάφωτο δάκρυ του που κυλά
πάνω στο μάγουλο της μέρας.
Ακούω τους ήχους τους πρώτους ήχους
που σέρνει το φως
ως έξω απ’ το στερέωμα. Και τότε
μια βαθιά σιωπή εμβληματική και ωραία
στέκεται γύρω μου και μαρμαρώνει
κάτι δευτερόλεπτα τα πάντα.
Είναι που σκέπτεται την κίνηση του επάνω στην σκακιέρα ο θεός.
Μετά βήχει και όλα ξεκινούν πάλι καθώς
καπνίζει την πίπα του και φυσά
τον καπνό κατά το μέγα πέλαγο.
Ρόδινα φώτα ηλιαχτίδες μαγικές χαρίεντα τιτιβίσματα
κι ένα αεράκι εύκολο που πλέει τα γαλάζια αισθήματα
ως την απώτατη γραμμή των οριζόντων.
Η ώρα η καλή των πάντων.
Η γένεση ενός καημού κι άλλων καημών.
Η άφραστη ευδαιμονία των ερωτευμένων
που αγκαλιά κορμί ψυχή αποκοιμήθηκαν
κάτω απ’ τα σεντόνια τ’ ουρανού.

*Αναδημοσίευση από το http://stratisparelis.blogspot.com

Δημήτρης Τρωαδίτης, Το παγωμένο χέρι

Το παγωμένο χέρι
της αλλοτινής ανέχειας
τσακίζει μία-μία
τις σανίδες σωτηρίας
στους τωρινούς κατακλυσμούς

οι ενοχές μας
δημοσιεύονται σε εγχειρίδια
ακατάσχετης κοινωνιολογίας

το αύριο σκελετωμένο
σ’ ένα ανένδοτο σκοτάδι

εάν δεν ξεχερσώσουμε
τις πεδιάδες των αιώνων
τα τείχη της Ρώμης
θα επανέλθουν

Τζεζάρε Παβέζε, Το θλιμμένο κρασί

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού. Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής. Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.

*Μετάφραση: Σπύρος Δόικας, Μάντσεστερ, 1995

**Αναδημοσίευση από το http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=52524.0

Δήμος Βιλαέτης, Οι Σπονδές

Τι κρίμα
να ‘σαι κτίριο αλεξαντρινό,
νά ‘χεις
όλη σου την αξία
εκεί αποθέσει
και ξένο
με τη δυστυχία των φελλάχων

να πεθαίνεις,
φορώντας
τη φαιδρή προμετωπίδα…
«Υπήρξανε
και δω Έλληνες…».

*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985

Νίκος Α. Νομικός, Ενθύμιο της Ερμούπολης

Στη μνήμη του καπετάν Μανόλη Νομικού

Να μη σηκώσεις άγκυρες
απόψε καπετάνιε
λάβρος ανάβει ο πυρσός
στην άκρη του αρόδου
και ήλθε το σήμα άγρυπνο
στην τελευταία βάρδια
που το καράβι κουρασμένο
μέχρι τα ύφαλα, θε ν’ ακουμπίσει
στης Σύρας το μουράγιο
με τα φανάρια της θερμής
απανεμιάς, και τα ονόματα
απόμαχων πλοιάρχων
στις γαλανές Κυκλάδες της αντάμωσης.
Κι αν το κοιτάξεις το ταξίδι
πιο βαθιά, σαν μια σανίδα
από ναυάγιο μας ταξιδεύει
η κοσμοφόρα θέαση
απ΄άκρη σ’άκρη της Πατρίδας.

Μάρτης 2010