Μαρία Κατσοπούλου, Τρία ποιήματα

Μεταμόρφωση

Μεταβάλλομαι διαρκώς
Στροβιλίζομαι στον γαλαξιακό οργασμό ενός βρέφους
Γελάω με τ’ άστρα τ’ ουρανού σου
και φεύγω στο Διάστημα με τη μαγική μου σκούπα

Παράξενη μέρα

Παράξενη μέρα
Το σύννεφο έγινε βροχή
Κι εγώ εξαφανίζομαι
σε έναν ατέρμονο κυκλώνα τύψεων

Ζαλίζομαι
Μένω εξόριστη στα όνειρά μου
Δεν παίρνω ανάσα
Μη μου μιλάς, δε σ’ ακούω

Η μπαλαρίνα

Η μικρή μπαλαρίνα
χορεύει πάντα στο σκοτάδι
μπροστά σ’ έναν πορνόγερο με χοντρό μουστάκι
Δεν τον βλέπει, αλλά ξέρει πως είναι εκεί
Μυρίζει τη λάγνα του ανάσα
ανακατεμένη με φτηνά τσιγάρα κι αλκοόλ
Κάθε βράδυ ονειρεύεται ότι το σκάει
με τον μολυβένιο της στρατιώτη
μα πάντα κάτι τυχαίνει και δεν τα καταφέρνει

Απόψε της ανανέωσαν τις μπαταρίες
Θα χορεύει χωρίς σταματημό μέχρι να ξεράσει

*Από τη συλλογή “Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά” εκδ. Γαβριηλίδης 2012

Χλόη Κουτσουμπέλη, Έλλειψη χώρου

Henri Matisse, Nude (1941)

Σε ένα κιβώτιο μου έστειλες όλα τα πράγματά μου.
Την πουκαμίσα, την θήκη των φακών,
το ποίημα που έγραψες για μένα,
τον πίνακα που θα κρεμούσαμε στον τοίχο
τον κενό χώρο στην ντουλάπα σου
τα άδεια ράφια με τα βιβλία φαντάσματα.
Φαντάζομαι πως όσο τακτικά και αν δίπλωσες
δεν μπόρεσες να χωρέσεις το κρεβάτι,
όλο φούσκωνε σαν αερόστατο
και πετούσε μακριά.
Ούτε κι εγώ έχω όμως χώρο πια γι’ αυτά.
Η αποθήκη μου βλέπεις,
είναι γεμάτη νεκρά φθινόπωρα
και μικρά ξεχαρβαλωμένα πάντα
με χαλασμένα ελατήρια.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Πότε…

Πότε θ’ αγναντέψουμε
τρεμάμενους ορίζοντες
δειλινά ατέρμονα…

πότε θα γευτούμε
τη χόβολη την ανεπαίσθητη
στα φύκια του βυθού…

πότε θ’ αναδυθεί
η αγνότητα η θεσπέσια
σε πανηγύρια άλλων τόπων…

Μαρία Τσιράκου, Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά – Ανάγνωση της Μαρίας Κατσοπούλου

Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά, Ποίηση, Μαρία Κατσοπούλου, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2012

«Σ’ όσους είναι στα κελιά»

Διαβάζω την αφιέρωση στη δεύτερη ποιητική συλλογή της Μαρίας Κατσοπούλου. Διακρίνω ευθύς εξ αρχής την ανάγκη της να «μιλήσει» την εποχή στην οποία ζει. Υποκρινόμενη μιαν αποστασιοποίηση, σαν στάση ζωής αλλά όχι συνειδητής, επιβαλλόμενης έξωθεν από όσους, εν τέλει, ζουν στα κελιά.

Εισάγοντας τον εαυτό της στην πενιχρή των πραγμάτων πραγματικότητα με το ποίημα «ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ» ομολογεί τη διαρκή μεταβολή της. Τον ζυμώνει με τους ανθρώπους που συναντά, με της φύσης τα στοιχεία και τα εφήμερα υλικά. Αγανακτεί, παραμιλά, φωνάζει «Πουλημένοι!» και καταληκτικά γυρίζει ξανά στον εαυτό της με μία ακόμα εξομολόγηση στο ποίημα «ΒΟΥΤΙΑ ΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΟΥ»

«Δεν ανήκω στα ανδροειδή/ Δεν είμαι φτιαγμένη από ξύλο/ Πιο πιθανόν να είμαι/ Από πλαστελίνη».

Από τη Μαρία Κατσοπούλου δε λείπει -δε φοβάται πιο σωστά, γιατί αυτό είναι το ρήμα που ταιριάζει στην ποίησή της- η αυτοαναφορικότητα και η ενδοσκόπηση. Μιλάει τις λέξεις της καθημερινότητας, φορές χρησιμοποιεί τραχύ λόγο, απερίφραστη βωμολοχία για να περιπαίξει, για να τραβήξει την προσοχή ίσως, πάντα όμως προσπαθώντας και εν τέλει, καταφέρνοντας να κάνει ποίηση το παρόν μιας γενιάς.

Της γενιάς που ξεθυμαίνει σε ποτήρια με αλκοόλ, με κάπνισμα, με μηχανές εντούρο, με θα, στο δρόμο, στην υποκρισία μιας σχέσης, σε αόρατους ανθρώπους, στη γενιά της λακκούβας όπως πολύ απλά και συνοπτικά διηγείται μέσα από τους τίτλους των ποιημάτων της.

Οι στίχοι της διακρίνονται από μια συντομία και πολύ σωστά, αφού η εποχή είναι σκληρή και δε σηκώνει φιοριτούρες, δίνοντας καίρια χτυπήματα στον καιρό που:

«Μιλάς για την αγάπη/ Σαν να είναι κάτι σημαντικό».

Εύκολα, επίσης, διακρίνει κανείς τον λυρισμό της εγκατάλειψης. Την περιγραφή των περιθωρίων της πόλης, εκεί όπου συναντάμε το πλήθος των ανθρώπων που κρύβονται από τον εαυτό τους, που αναζητούν τη χαρά στο επίπλαστο, στο νόθο, στο προσωπείο των πεζοδρομίων, τους ανθρώπους που ζουν επ’ ενοικίω.

Οι ευθύβολες φράσεις της, μας κάνουν κοινωνούς της κάθε μέρας της όπου με απόλυτη ειλικρίνεια καταδεικνύει το κοινωνικό μοντέλο που αδρανοποιεί ψυχικά το νέο άνθρωπο και τον καθιστά υπόδουλο των ετεροβαρών αναγκών του.

«Τα προδομένα ιδανικά σου θα ξεράσεις/ στη βρώμικη λεκάνη ενός ξενοδοχείου/ Θα κοιτάξεις στον καθρέφτη και θα πεις/ «Ποιος είσαι;»

Στη Μαρία Κατσοπούλου ποίηση φτιάχνουν τα «προδομένα ιδανικά», για να χρησιμοποιήσω ένα στίχο της, ελεύθερα από φόρμες και μοντερνιστικά παιχνίδια, λιτά μα και μεστά, με μόνο τίμημα να νιώθεις όσα στην πραγματικότητα βιώνεις και δε δύνασαι να αλλάξεις.Ή για να μιλήσουμε με τον δικό «της» Μπουκόβσκι «καλλιτέχνης είναι ο άνθρωπος που λέει ένα δύσκολο πράγμα με απλό τρόπο».


*Αναδημοσίευση από το http://www.vakxikon.gr/content/view/1341/6492/lang,el/

Νίκος Καρούζος, Εἴσοδος

Εἶναι μία θύρα στὰ μάτια κάθε νεκροῦ
μὲ καίει τρόμος ἀπ᾿ τὴν ἡλικία
τῶν λουλουδιῶν ἔτσι γρήγορα ποὺ φεύγουν
ἔτσι γρήγορα εἶναι μιὰ θύρα βαμμένη μὲ τὴ σιωπὴ
κι ὁ θάνατος μονόλιθος.
Κράζει τ᾿ ἀηδόνι μαῦρος κόρακας καὶ θέλει τὴ φωνή του
μὰ δὲν ἔχει γλῶσσα ἡ δεύτερη ζωή μας. Καλὴ νύχτα,
ποὺ λέει ὁ θεατρίνος ἢ ὁ ψευδοσκότεινος, δὲν ὑπάρχει
κι οὔτε νύχτα κακὴ κι ἀκόμη οὔτε νύχτα
εἶναι μονάχα τὸ Δὲν τὸ Μὴ καὶ τ᾿ Ὄχι σὰν καρπὸς
τοῦ δέντρου μὲ τ᾿ ὄνομα Ἐγὼ καὶ τ᾿ ἄλλο τ᾿ ὄνομα Ταξιδεύω
κι ὅλα τὰ λόγια μας ἐδῶ
φενάκη κ᾿ ἐσωτερικὰ τηλέφωνα
εἶναι μιὰ θύρα φοβερὴ
γι᾿ αὐτὸ κρατοῦμε τουφέκι τὸ τραγούδι:
Μιὰ θύρα, θύρα ἡ γκρέμιση
τὸ σάλιο τοῦ χελιδονιοῦ ποὺ φτιάχνει μὲ τὰ φρύγανα
στὰ δέντρα οὐράνιες φωλιές.
Καὶ χωρίζουμε σὲ φῶς καὶ σκοτάδι τὸ Ἕνα.
Χωρίζουμε τὸν Ὀδυρμὸ σὲ τύφλωση καὶ θυσία.

Άρης Αλεξάνδρου, Είμαστε υπεύθυνοι

Για να χτίσουν μιά καλύβα
Παίρνουν κοκκινόχωμα νερό ζυμώνουνε τη λάσπη με τα πόδια
ρίχνοντας άχυρο τριμμένο για να δέσουν τα πλιθιά όταν
τ’ αραδιάσουνε στον ήλιο.
Εμείς το μόνο πούχαμε είταν στάχτη αίμα και σκουριασμένο
συρματόπλεγμα.
Χρόνια και χρόνια τώρα πασχίζω να στεριώσω το μικρό πλιθί μου
μ’ αυτά τα υλικά
χρόνια πασχίζουμε να χτίσουμε τον κόσμο
να τον μεταμορφώσουμε
Ζυμώνουμε τη λάσπη και συνεχώς διαλύεται
Απ’ τις προλήψεις τις βροχές τις προδοσίες.
Είμαστε υπεύθυνοι για τα υλικά
για τις λιποψυχίες μας
είμαστε υπεύθυνοι για την επιμονή μας
να ζυμώνουμε ακόμα με τα γυμνά μας πόδια
τη στάχτη και το αίμα.

*Από το βιβλίο: Άρης Αλεξάνδρου, «Ποιήματα (1941-1974)» β΄ έκδοση, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 1981, σελ. 87.

Τότε…

όταν οι δρόμοι
αυτών που αντιστάθηκαν
σβήσουν τις παρελάσεις
των ευτυχισμένων υπηκόων

όταν τα όνειρα και οι κραυγές
παγώσουν
τα αστραφτερά χαμόγελα
μιας ακόμη
παγκόσμιας γιορτής

όταν οι μορφές
αυτών που δεν υποτάχτηκαν
σκιάσουν τα πυροτεχνήματα
της Έλευσης
του καινούργιου χρόνου

ΤΟΤΕ

θα ξέρουμε

για ποιον θα είναι

ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ Το 2000

* Ο τίτλος δόθηκε “αυθαίρετα”. Από μικρό φυλλάδιο των “Ασκήσεων Αναπνοής”. Προφανώς το 1999 στη Θεσσαλονίκη.

Δήμος Βιλαέτης, Τρία ποιήματα

Η Υπόδειξη

Απλωθείτε
στο μνήμα σας
παρελθόν,
ο ουρανός
είναι στο μέγεθος σας.

Η Παρανόηση

Καθώς έδειξα σ’ ένα σημείο
τους ανδριάντες
που δεν στηθήκανε,
όλοι υποθέσανε
πως: μίλαγα για κείνο,
ενώ εγώ έλεγα για σας
που έτσι
αισχρά αγνοηθήκατε.

Οι Σπονδές

Τι κρίμα
να ‘σαι κτίριο αλεξαντρινό,
νά ‘χεις
όλη σου την αξία
εκεί αποθέσει
και ξένο
με τη δυστυχία των φελλάχων
να πεθαίνεις,
φορώντας
τη φαιδρή προμετωπίδα…
«Τπήρξανε
και δω Έλληνες…».

*Από την ποιητική συλλογή “Πράξη”, Πύργος 1985

Anne Sexton, Ξυπόλητη

Το να μ’ αγαπάς χωρίς παπούτσια
σημαίνει πως αγαπάς τις μακριές καφέ μου γάμπες,
γλυκές αγαπημένες, ελκυστικές σαν κουτάλια·
και τα πόδια μου· αυτά τα δυο παιδιά
αμολύθηκαν έξω να παίξουν γυμνά. Μπερδεμένοι κόμποι,
τα δάχτυλα των ποδιών μου. Τώρα πια λυμένα.
Κι ακόμη περισσότερο, δες νύχια ποδιών και
συλληπτήριες κλειδώσεις κλειδώσεων και
όλα τα δέκα στάδια, απ’ τη ρίζα­ρίζα.
Όλα πνευματώδη κι άγρια, αυτό το μικρό
γουρουνάκι πήγε στην αγορά κι αυτό το μικρό γουρουνάκι
έμεινε. Μακριές καφέ γάμπες και μακριά καφέ δάχτυλα ποδιών.
Πιο πάνω, λατρεία μου, η γυναίκα
φωνάζει τα μυστικά της, μικρά σπίτια,
μικρές γλώσσες που σου μιλάνε.
Δεν υπάρχει άλλος κανείς από μας

σ’ αυτό το σπίτι στην αμμώδη ξηρά επάνω.

Η θάλασσα φοράει ένα κουδούνι στον αφαλό της.

Και είμαι η ξυπόλυτη κοπέλα σου για μια
ολόκληρη βδομάδα. Σε ενδιαφέρει το σαλάμι;

Όχι. Δεν θα προτιμούσες το σκωτσέζικο ουΐσκι;

Όχι. Δεν πολυπίνεις. Πίνεις όμως

εμένα. Οι γλάροι σκοτώνουν ψάρια,

κλαψουρίζοντας σαν τρίχρονα.

Οι ήχοι του κύματος είναι ναρκωτικό, φωνάζοντας

υπάρχω, υπάρχω, υπάρχω 
όλη νύχτα. Ξυπόλυτη,

παίζω ταμπούρλο πάνω-κάτω στην πλάτη σου.

Το πρωί τρέχω από πόρτα σε πόρτα

στην καμπίνα παίζοντας κυνήγησέ με.

Τώρα μ’ αρπάζεις απ’ τους αστράγαλους.

Τώρα κατεργάζεσαι το δρόμο σου προς τις γάμπες μου

κι έρχεσαι να με τρυπήσεις στο σημείο όπου πεινώ.

*Μετάφραση Ευτυχία Παναγιώτου

Μάριος Μαρκίδης (1940-2003), Οιονεί ποίημα

Λαθρεμπόριο, γιατρέ μου, ιδεών
λαθρεμπόριο αισθημάτων.
Έκλεισα τα εξήντα κι είμαι παρών:
έτοιμος προς εκποίησιν των τραυμάτων.
Ξόδεψα τη νοσταλγία των ουρανών
βγήκα με ψευδώνυμο στο κυνήγι.
Διαπρεπής στοχαστής, σώφρων,
πλην όμως η πελατεία μου λίγη.

*Από τη συλλογή “Παρά ταύτα”, 2001
**πηγή: http://pampalaionero.wordpress.com