Joyce Mansour, Αποσπάσματα από τα ”Σπαράγματα” (1955)

Υπάρχει αίμα στο κροκάδι του αυγού
Υπάρχει νερό πάνω στην πληγή του φεγγαριού
Υπάρχει σπέρμα πάνω στον ύπερο του ρόδου
Υπάρχει ένας θεός μες στην εκκλησίαπου τραγουδά και πλήττει.

***

Δεν υπάρχουν λέξεις
τρίχες μόνο
μέσα στον δίχως πρασινάδα κόσμο
όπου τα στήθια μου είναι βασιλιάδες.
Δεν υπάρχουν χειρονομίες
το πετσί μου μόνο και τα μερμήγκια
που ανάμεσα στις αλειμμένες κνήμες μου γαυριάζουν
της σιωπής φορούν τις μάσκες και δουλεύουν.
Έρχεται η νύχτα και η έκστασή σου.
Και το βαθύ μου σώμα, αυτό το δίχως
νόηση χταπόδι
χάφτει το πέος σου που σείεται
πάνω στη γέννησή του.

*Από το βιβλίο “Κραυγές, Σπαράγματα, Όρνια” (εκδ. Άγρα 1991), σε απόδοση Έκτωρα Κακναβάτου.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Λέξεις

Λέξεις σπαθιά

λέξεις απόγνωσης

λέξεις εξακοντίζονται
στον αγέρα

λέξεις θυμού

λέξεις μεθυστικές
και μίσους

πίσω απ’ αυτές τις λέξεις
οικοδομήσαμε
την ύπαρξή μας

πάνω σ’ αυτές τις λέξεις
ως άλλους βωμούς
θυσιαστήκαμε

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Η Μυστική ζωή της Μάγιας Μ.

φώτο: Θ. Ζαμπάκα

TO TEΛΟΣ

Και τώρα που έφυγες, Μάγια;

Πλαγιάζεις μέσα στη θάλασσα
Η θάλασσα είναι θάλασσα
πάντα λυτρωτικά σπουδαία
Κι η στάχτη σου είναι θάλασσα πια

Μάγια έγινες θάλασσα
κι εκείνος δεν το ξέρει

Το χυμένο πόρτo
ο χώρος βρώμικος
και ανάστατος
κι εσύ γυμνή
και σκόρπια
τα βιβλία του τριγύρω
χιλιουπογραμμισμένα
με κόκκινους
πράσινους
μπλε μαρκαδόρους
-να μην χάσεις τη σοφία του-

Ήθελες να κρατάς στα χέρια σου
τον Ποιητή πιο πολύ παρά τον άνθρωπο
-ή στα μάτια σου αυτές οι ιδιότητες ήταν μία;

Tι υφής ήταν αυτή η γοητεία που δεν ξεπέρασες;

Kαι έμοιαζες με πληγωμένο πουλί
λευκό
επικίνδυνα όμορφο
απόκοσμο
και μακρινό

Μάγια έφυγες
και κείνος δεν το ξέρει

Τα γεμάτα σου ημερολόγια
οι πίνακες του Μοντιλιάνι
τα χάπια στο κομοδίνο σου
το αποχαιρετιστήριο γράμμα προς συγγενείς
μια σκισμένη τράπουλα-
απ΄όταν προσπαθούσε να σου μάθει χαρτιά…

Δεν θα μάθει  πως εφυγες
παρά μονάχα αν εκδοθείς…

ΒΡΑΔΥΤΗΤΑ

Καθυστερούμε την συνάντησή μας.
Στην αρχή την καθυστερούσαμε τυχαία.
Τώρα πια ηθελημένα.
Και διασκεδάζουμε στη σκέψη ότι ηθελημένα καθυστερούμε.
Και ηδονιζόμαστε στη σκέψη ότι -όταν βρεθούμε-
μπορεί και να αρέσουμε ο ένας στον άλλο.
Αρέσουμε ήδη. Ήδη αδημονούμε.
Κι είναι τόσο όμορφα!
Αν είναι αυτό να αλλάξει,
ποτέ να μην βρεθούμε.


ΑΣΕ ΜΕ ΝΑ ΚΟΥΡΝΙΑΣΩ ΣΤΟ ΛΑΙΜΟ ΣΟΥ

Άσε με να κουρνιάσω στο λαιμό σου
Δεν είναι τούτο ποίηση.
Είναι η ζωή που με τυραννά και με λαβώνει
είναι η ζωή που διψά για σένα.
Η ζωή μου
διψάει
για
σένα.
Ασε με να κουρνιάσω στο λαιμό σου
να διαλυθώ εκεί.
Και σάρκα σου να γίνω,
το πιο αγαπημένο σου σημείο.

*Ποιήματα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://www.vakxikon.gr/content/view/1256/5797/lang,el/

Νεκταρία Μαραγιάννη, Carpe diem *

Στης ζωής το μονοπάτι σπείρε ευχές
απαράμιλλης εγκάρδιας,
χάραξε την κορυφή στα μάτια σου,
σήκω από το άθλιο δέντρο που σε ριζώνει
εκεί,
άθυρμα του εαυτού σου,
και πέτα, φιλώντας τ’ αστέρια,
αγκάλιασε το φεγγάρι
ψιθυρίζοντας έρωτες στη θάλασσα,
la petite mort,
εγκωμίασε ό,τι πιο αληθινό σε αξίωσε,
σαν πέταγμα της πεταλούδας,
τρέξε, ο ήλιος δύει
βυθίζοντας τον κόσμο στο Ζόφο,
όχι εσένα….

Carpe diem…

Για την επανάσταση της ζωής, μιμήσου το κύμα,
φτάσε στην αμμουδιά κάνοντας έρωτα στο κύμα…

Στο ηλιοβασίλεμα…

Μην κοιτάξεις πίσω, το χθες παραμονεύει…

*Carpe diem=αδράξτε τη μέρα

*Το ποίημα αυτό απέσπασε το Β’ Βραβείο στον Ετήσιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό 2012 του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης

Άννα Ιωαννίδου, Ηλεκτροφόρα σύρματα

Η μοναξιά διάβρωσε το κέλυφος του νου.
Γύρω απ’ το κορμί ορθώσαμε
ηλεκτροφόρα σύρματα.
Έπειτα κλειδώσαμε
την κερκόπορτα της καρδιάς
και λιώσαμε το κλειδί
μην το βρει κάποιος επίδοξος ληστής.
Οι σχέσεις μας ρηχές,
σχεδόν ανύπαρκτες,
καλυμμένες με φθηνό πλαστικό.
Γίναμε εκτελεστές,
πολεμικές μηχανές
έτοιμες να εξοντώσουν κάθε επικοινωνία.

Σφίγγουμε πια τα χέρια απ’ απόσταση.
Στο πρόσωπο μια μάσκα με παγωμένο χαμόγελο.
Μάθαμε να φλυαρούμε με τη σιωπή,
ν’ ακούμε μ’ ωτοασπίδες στ’ αυτιά.
Οι λέξεις αλλοιώνονται πριν βγουν απ΄το στόμα,
γίνονται θηλειά στο λαιμό.
Μιλάμε μόνο με τη σκιά μας,
αλλά δεν παίρνουμε απάντηση.

Χρόνια τώρα,
βουλιάζουμε στην αλαζονεία του «εγώ»,
κρυμμένοι πίσω από μαύρα γυαλιά.

* Το ποίημα αυτό έλαβε Έπαινο στον Ετήσιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ελληνο-Αυστραλιανού Πολιτιστικού Συνδέσμου Μελβούρνης 2012.

Μίλτος Σαχτούρης, Η Μαρία

Η Μαρία σκεφτική
έβγαζε τις κάλτσες της
Από το σώμα της έβγαιναν
φωνές άλλων ανθρώπων
ενός στρατιώτη που μιλούσε σαν
ένα πουλί
ενός αρρώστου που είχε πεθάνει από πόνους
προβάτων
και το κλάμα της μικρής ανεψιάς της Μαρίας
που αυτές τις μέρες είχε γεννηθεί
Η Μαρία έκλαιγε έκλαιγε
τώρα η Μαρία γελούσε
άπλωνε τα χέρια της το βράδυ
έμενε με τα πόδια ανοιχτά
Ύστερα σκοτείνιαζαν τα μάτια της
μαύρα μαύρα θολά σκοτείνιαζαν
Το ραδιόφωνο έπαιζε
Η Μαρία έκλαιγε
Η Μαρία έκλαιγε
το ραδιόφωνο έπαιζε
Τότε η Μαρία
σιγά–σιγά άνοιγε τα χέρια της
άρχιζε να πετάει
γύρω-γύρω στο δωμάτιο.

*Από τη συλλογή “Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο” (1958).

Μανουέλ Μαρία, Λόγια για τον Αντόνιο Ματσάδο

Καλέ μου Αντόνιο Ματσάδο: πως
Είναι τα σιτάρια και τα δειλινά
Στους απέραντους κάμπους της Καστίλιας;
Ο ήλιος που φωτίζει την κρύα Σόρια
Φωτίζει και την καρδιά σου;
‘Ανθισαν πια οι ελιές στα χώματα της Μπαέθας;
Τραγουδούν τα ίδια νερά
Στον Νουέρο και τον Ερέσμα;
Πόση αναζήτηση, φίλε,
Σ’ ένα λουλούδι της ψυχής;
Πόση Σιωπή που μας τυλίγει.
Πόση εγκατάλειψη.
Η καθαρή σου λέξη, γυμνή
Κι αληθινή.
Μόνο η λέξη σου
Μας φέρνει την ειρήνη και την ησυχία.
Λεωνάρ, Γκιομπάρ:
φώτα Που θα φωτίζουν τη νύστα σου
Και που φωτίζουν Και τις δικες μας νύχτες.
Μόνο η θάλασσα, φίλε, κι όχι το μίσος
Μας δείχνει τον αληθινό δρόμο.
Ως πότε αυτό το σύννεφο της θλίψης;
Πότε θα πάψεις να ‘σαι θλιμένος,
Παλιέ φίλε;
Η θλίψη
Τελειώνει διώχνοντας και χαλώντας.
Είμαστε μαζί σου.
Μαζί Με τη βαθιά μελαγχολική σου μοναξιά.
Μαζί με τη φτωχή κι ορεινή Ισπανία σου.
Κοιτάζουμε προσδοκώντας πως αυξαίνει
Η αιώνια κι αισθαντική σου λέξη,
Το ίδιο όπως
Τ’ άσπρα σιτάρια της Καστίλιας.


*Μετάφραση: Μ.Λαγκουβάρδος
**Η εικόνα της ανάρτησης είναι από το Αλωνάκι της Ποίησης.

Κάτοπτρο παθών – ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ Ηλιόπετρα

ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ Ηλιόπετρα
ΜΤΦΡ. – ΕΠΙΜΕΤΡΟ: ΚΩΣΤΑΣ ΚΟΥΤΣΟΥΡΕΛΗΣ
«ΜΑΪΣΤΡΟΣ», ΔΙΓΛΩΣΣΗ ΕΚΔΟΣΗ,
ΣΕΛ. 101, ευρώ 12,50

«Πίνανε χωρίς να μιλάνε, συνεπαρμένοι ακόμα απ’ αυτή τη φευγαλέα μαγεία εκείνης της χαμένης για πάντα στιγμής». Ουίλιαμ Φόκνερ, «Σαρτόρις» (εκδόσεις «Ινδικτος»)

Εχουν, μεταξύ άλλων, προϋπάρξει και απασχολήσει αναλόγως τη δημιουργική σκέψη: η ετυμηγορία του Ηράκλειτου περί της αέναης ροϊκότητας του Σύμπαντος, σε διαλεκτική συνύπαρξη με τον αφορισμό του «μεταβάλλον αναπαύεται», η ρηματική ευφορία της Μπάγκαβατ Γκίτα, η περιώνυμη αγωνία της σωκρατικής αυτογνωσίας, οι αντιστικτικές παραβολές του Τσουάνγκ Τζου, η εμμονή του Αμλετ στον εαυτό, η διακήρυξη του ρηξικέλευθου Σκότου Ντέιβιντ Χιουμ περί της αδυναμίας μας να απαντήσουμε με ειλικρίνεια στο ερώτημα «Ποιος είμαι άραγε στ’ αλήθεια;», η συνεπακόλουθη έξοδος από τον μεταφυσικό μας λήθαργο με τον τρόπο του Ιμάνουελ Καντ, η οριακή άρνηση του Αρθούρου Σοπενχάουερ να αποδεχτεί τη φαινομενολογία της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ως την οριστική εκδοχή της Πραγματικότητας, η διαστολή και η απόλυτη διύλιση της κορυφαίας σημασιολογικά στιγμής από την Εμιλι Ντίκινσον, αλλά και την υφολογικά μεθοδική Βιρτζίνια Γουλφ, η καφκική προσέγγιση του δαιμονικού, το εμβληματικό πείραμα του Εζρα Πάουντ να αποφανθεί μουσικά – συνθετικά – διιστορικά, η υπερρεαλιστική ρήξη και βεβαίως η ορμητική εκφορά του λόγου, σε συνδυασμό με τη σύλληψη του κόσμου πέρα από τη γνωστή μαθηματική τάξη του χρόνου, όπως απαντά συστηματικά στον τζοϊσικό «Οδυσσέα»: ό,τι δηλαδή υπολανθάνει ως φιλάδελφο υπερ-ποίημα, προς το οποίο αναφέρεται εμμέσως πλην σαφώς ο Οκτάβιο Πας (1914-1998).

Continue reading

Άννα Νιαράκη, Ποιήματα προ αναχωρήσεως

Σχετικότητες

Αφετηρία εσύ, μου είπαν
Κι εγώ είπα το τέλος.
Μέγα μέγεθος σε θεωρούν.
Εγώ, το απόλυτο μηδέν.
Δεν σε έχουν συναντήσει
Παρά μονάχα σε βιβλία
Και διδασκαλίες μυστικιστικές.
Δεν ρώτησαν κι εμένα
Που ένα πρωί μου χτύπησες
Την πόρτα κι είπες
-Χαιρέτα τον πατέρα σου,
φεύγουμε σήμερα ταξίδι.

Χωρίς κατάλυση

Θέλει χρόνο η λήθη να κάνει τη δουλειά της.
Να με ξεγράψει εντελώς απ’ το κιτάπι.

Κάτι τέτοιες ώρες νοσταλγώ
τις ξεχασμένες μέρες.
Μα δεν τις συλλογιέμαι και πολύ
μην τις ταράξω.

Μ’ αρέσει να τις σκέφτομαι
Γυμνές, άγνωστες, ξένες
Σε μπλε βυθούς ανάσκελα
Ν’ ατενίζουν το σκοτάδι.

Liberty

Ορθια, στην αποβάθρα
σήκωσα το χέρι μου
γνέφοντας ασυναίσθητα
στο άπειρο.

Μέσα μου νοερά
αποχαιρετούσα
όλα τα ποιήματα
που ξέφυγαν από μένα.

*Αναδημοσίευση από το http://www.poema.gr/poem.php?id=354&pid=28
ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ: http://antipoihsh.wordpress.com

Στρατής Παρέλης, Τα πρωινά πάντα κοιτώ τον ουρανό

Τα πρωινά πάντα κοιτώ τον ουρανό.
Έτσι όπως ξυπνώ νωρίς και θέλω
το κατάφωτο δάκρυ του που κυλά
πάνω στο μάγουλο της μέρας.
Ακούω τους ήχους τους πρώτους ήχους
που σέρνει το φως
ως έξω απ’ το στερέωμα. Και τότε
μια βαθιά σιωπή εμβληματική και ωραία
στέκεται γύρω μου και μαρμαρώνει
κάτι δευτερόλεπτα τα πάντα.
Είναι που σκέπτεται την κίνηση του επάνω στην σκακιέρα ο θεός.
Μετά βήχει και όλα ξεκινούν πάλι καθώς
καπνίζει την πίπα του και φυσά
τον καπνό κατά το μέγα πέλαγο.
Ρόδινα φώτα ηλιαχτίδες μαγικές χαρίεντα τιτιβίσματα
κι ένα αεράκι εύκολο που πλέει τα γαλάζια αισθήματα
ως την απώτατη γραμμή των οριζόντων.
Η ώρα η καλή των πάντων.
Η γένεση ενός καημού κι άλλων καημών.
Η άφραστη ευδαιμονία των ερωτευμένων
που αγκαλιά κορμί ψυχή αποκοιμήθηκαν
κάτω απ’ τα σεντόνια τ’ ουρανού.

*Αναδημοσίευση από το http://stratisparelis.blogspot.com