Ron Riddell, Ένα άδειο σπίτι στο Titirangi*

20030301-012

Στους γονείς μου

Κενά δωμάτια δέχονται το φως –
στα παράθυρα αφήνοντάς σε να εμμένεις
σε αδιακρισία, σε εγρήγορση, σε υπερένταση.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αφήνοντας λιπόθυμους, ψιθυριστούς ήχους
στον απαλά λικνιζόμενο αγέρα.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αλλά όχι οι φτέρες, τα λουλούδια,
οι μανόλιες, οι μπουκαμβίλιες, τα manuka**.

Οι άνθρωποι έχουν φύγει
αλλά όχι οι θάμνοι, τα δέντρα
Kauri***, Rimu****, οι χρυσές φτελιές.

Από την είσοδο στην πλευρά του δρόμου
μέσα από το θόλο των φυλλωμάτων
προβάλει ο δυτικός ήλιος

τα στιλπνά του δάχτυλα οπισθοχωρούν
οι κουρτίνες, κατοικώντας
το σπίτι για μια ακόμη φορά.

*Titirangi, προάστειο στην περιοχή Waitakere της πόλης Auckland της Νέας Ζηλανδίας.
**Manuka, φυτό με θεραπευτικές ιδιότητες που ευδοκιμεί στη Νέα Ζηλανδία και την Αυστραλία, από τα λουλούδια του οποίου παράγεται μέλι.
***Kauri, ιθαγενές δέντρο της Νέας Ζηλανδίας που φτάνει μέχρι και 50 μέτρα ύψος και ζει πάνω από 2.000 χρόνια.
****Rimu. ιθαγενές δέντρο της Νέας Ζηλανδίας από το οποίο παράγεται αρκετά ανθεκτική ξυλεία.

# Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Σχετικά με το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ

408534_363403327090669_1437993034_n

Της Μαρίας Κατσοπούλου από τη σελίδα της στο facebook

Λοιπόν για ακόμη μία φορά θα επανέλθω στο θέμα του ΕΚΕΒΙ. Αναμφίβολα, έχει υπάρξει κέντρο διεφθαρμένο, πυρήνας ρουσφετιών και λογοτεχνικού κυκλώματος, κι έχω έρθει προσωπικά σε ρίξη μαζί του σχετικά με παρόμοια ζητήματα.

Ωστόσο, το να κλείσει το ΕΚΕΒΙ σημαίνει την επίσημη εγκαθίδρυση του ολοκληρωτισμού σε αυτήν τη χώρα, την περιέλευσή μας -για ακόμη μια φορά στην ιστορία- σε καθεστώς σκοταδισμού. Υπήρξε ολοφάνερο ήδη από τον Μάιο, ότι η χώρα θα έμπαινε σύντομα σε φασιστοειδής ρυθμούς. Τα ντου στις καταλήψεις και τα αυτόνομα στέκια ήταν δεδομένα εκ του εκλογικού αποτελέσματος. Το ίδιο και οι επιθέσεις στον ανεξάρτητο Τύπο. Το ίδιο και οι επιθέσεις στα θέατρα. Τώρα κλείνει το ΕΚΕΒΙ. Και μετά τι; Θα αρχίσουν να απαγορεύονται βιβλία; Πολλοί από μας θα θεωρηθούμε αντικαθεστωτικοί και θα σταλούμε διακοπές διαρκείας στη Μακρόνησο; Θα μπούμε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αντιφρονούντων;

Ας μην ξεχνάμε όμως την ιδιωτικοποίηση του ΟΠΑΠ. Για να πωληθεί ο Οργανισμός, είναι απαραίτητο να γίνει έλεγχος στους φορείς που χρηματοδοτούνται από αυτόν και το Υπουργείο, εν προκειμένω και στο ΕΚΕΒΙ.

Είναι απαράδεκτο να υπάρχουν ορισμένοι που χαίρονται για το κλείσιμο του ΕΚΕΒΙ, και μάλιστα να το θεωρούν “ηθική νίκη”. Όχι, αυτό δεν είναι νίκη, είναι η ήττα ενός Έθνους. Η χαιρεκακία και η εμπάθειά σας δεν έχει όρια. Δεν κλείνουμε έναν φορέα πολιτισμού επειδή είναι δυσλειτουργικός. Φροντίζουμε να τον βελτιώσουμε.

Σύμφωνα με τις απόψεις σας, θα ήταν καλό να κλείσουν και τα Πανεπιστήμια της χώρας, επειδή και σε αυτά λειτουργούν “κυκλώματα”. Θέλετε να βυθιστεί αυτή η χώρα στο σκοτάδι. Η μικρότητά σας είναι τρανό παράδειγμα κοινωνικού κανιβαλισμού. Ενισχύετε τη διάλυση αυτής της χώρας. Δεν διαφέρετε από κανέναν φασίστα.

Το φασισμό βαθιά καταλαβέ τον. Δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον.

Άρης Αλεξάνδρου, Φρόντισε

577760_3963426005739_2072174917_n

Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε νά’ ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
‘Ετσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.

Νίκος Καρούζος, Γίγνεσθαι

306726_3397418175897_414425718_n

Εγώ δεν τα βλέπω τα αντικείμενα όπως  
είναι· τα οραματίζομαι.
Βλέπω κρεμασμένη μια κόκκινη πετσέτα.
Εγώ δεν πρόκειται να πω αυτή την πρόταση.
Εγώ θα πω κάτι αστάθμητο· ίσως το αίμα  
του Θεάνθρωπου  
από σταυρό να χύνεται.
Πηγάζω από ηλιθιότητα· δυσφορώντας  
να είμαι έξυπνος.
Τετέλεσται· ο μέγας παρακείμενος του κόσμου.
Μιλώ από ένα υπόγειο· μιλώ απ’ το υπερώο  
της Ελλάδας.

*Από την ποιητική συλλογή «Ερυθρογράφος» (1988). Από το βιβλίο: Νίκος Καρούζος, «Τα ποιήματα», τ. Β΄ (1979-1991), Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία, Αθήνα 1994, σελ. 496.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Η ψυχή είναι άναρχη

408870_460746277281688_919001839_n

Αφιερωμένο στους συλληφθέντες της Villa Amalias και κάθε αυτοδιαχειριζόμενο κοινωνικό χώρο που έχει μπει στο στόχαστρο κράτους και κεφαλαίου. Αφιερωμένοσε όλα τα αγωνιζόμενα κομμάτια αυτής της κοινωνίας

Η ψυχή είναι άναρχη
κι εμείς επαναστάτες
αδάμαστοι πρωταγωνιστές
συνεχών ανατροπών
πρωτεργάτες παθιασμένοι
εκρηκτικών ενώσεων
πασχίζοντας να εξουδετερώσουμε
κάθε τραγωδία
στοιχηματίζοντας στο μέλλον
μιας και τα χωράφια του παρελθόντος
έχουν γόνιμα σπαρθεί
αποσυντονίζοντας
ξύλινες γλώσσες
αρνούμενοι να ενηλικιωθούμε
ξεδιπλώνοντας την ποίησή μας
στα μήκη και τα πλάτη
με χάδια απαλά
θωπεύοντας τις διακηρύξεις μας
η λάμψη μας προκαλεί
απέραντη φωτοχυσία
κι οι στοχασμοί γίνονται
ιδιοκτησία των πάντων
στο φεγγαρόφωτο

Η Ασημίνα Ξηρογιάννη για το βιβλίο “Ποιητές στη σκιά” (εκδ. Γαβριηλίδης)

resize_1351857494

Ώρα: Ποίηση! Ένα βιβλίο που μόλις κυκλοφόρησε και αφορά όλους τους ένθερμους υποστηρικτές και εραστές της Ποίησης. Οι καιροί είναι δύσκολοι και ίσως υπάρχουν καλοθελητές που ισχυρίζονται: «Για ποίηση θα μιλάμε τώρα!». Και μοιραία μου έρχονται στο μυαλό οι ηχηροί στίχοι του Εγγονόπουλου «Προπαντός στα χρόνια τα δικά μας, τα σακάτικα, είθισται να δολοφονούν τους ποιητές». Κι όμως η ποίηση είναι πάντα παρούσα και με αυθάδεια και τόλμη αντιμιλά σε όσους την περιφρονούν ή άδικα την απαξιώνουν. Κι οι ποιητές δεν σιωπούν, αντίθετα πεισμώνουν και προχωρούν. Ένας τίτλος λοιπόν: «Ποιητές στη Σκιά». Δέκα ποιητές: Άρης Αλεξάνδρου, Νίκος Αλέξης Ασλάνογλου, Ελένη Βακαλό, Νικόλας Κάλας, Νίκος Καρούζος, Μιχάλης Κατσαρός, Τάσος Λειβαδίτης, Μίλτος Σαχτούρης, Γιάννης Σκαρίμπας, Μάτση Χατζηλαζάρου. Αυθεντικές φωνές, τολμηρές και μόνες, δεν είχαν προφανή θέση σε τελετές βράβευσης, αφιερώματα και επετείους. Μα χάραξαν δρόμους, διεύρυναν ορίζοντες, φλέρταραν με τον Λόγο και την Ομορφιά, έδωσαν με την πένα τους τη δική τους μάχη. Μπορεί να μην προβλήθηκαν, για ποικίλους λόγους, όσο άλλοι ομότεχνοί τους, αλλά προσέφεραν άπειρα ανεκτίμητα πράγματα στην τέχνη της Ποίησης και στον Πολιτισμό.

Continue reading

Χλόη Κουτσουμπέλη, Δύο ποιήματα

66489_388080184561786_1419712469_n

ΟΔΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΟΥΣ

Θα μπορούσε να είναι
μία φλέβα στον καρπό μου
ή ένα αιλουροειδές
Μία πινακίδα οδοσήμανσης
Ή σήματα μορς για τυφλές κουκουβάγιες
Στην πλατεία με πήγαινε παλιά ο παππούς
Του ζητούσα να με συστήσει στα παιδάκια
Τα περιστέρια ήταν όλα ύπουλα και παχουλά
Ράμφιζαν τα χέρια και το πρόσωπο
Η οδός Αριστοτέλους θα μπορούσε να είναι
Χθες ή αύριο
Σήμερα δεν είναι παρά ένας δρόμος ταχείας αδιαφορίας
ανθρώπων την ώρα της αιχμής

ΟΙ ΑΔΕΙΕΣ ΜΕΡΕΣ

Πάνω σε τσιγκέλια
κρεμασμένες
ωμές και ψόφιες
οι μέρες της ζωής μας
Ο κρεοπώλης χρόνος
τρίβει τα χέρια με χαρά

*Από τη νέα ποιητική συλλογή της Χλόης Κουτσουμπέλη, ¨Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, εκδ. Γαβριηλίδης

Εύη Γκάλαβου, Άτιτλο V.

388937_3787665374816_1469514795_n

Αγκυροβολημένη σε λευκό κρεβάτι,
να κοιμάμαι λυτρωμένη
που επιτέλους γεύτηκα τη ζωή.
Μέσα μου ακούγεται η τρικυμία της έξω θάλασσας
εσύ όρθιος,
δίπλα στις ανοικτές σημειώσεις.
Άνοιξα τα μάτια,
το δάκτυλό σου
είχε ματώσει από τις κίτρινες σελίδες
ρουφούσες βιαστικά λέξεις
αίμα εικόνες
σκέψεις
μνήματα
χορταριασμένη ζωή.
Μάζεψα την άγκυρα
με βαριά βήματα σε έφτασα,
επιτέλους.
Σχημάτισα κύκλους αιώνιους μέχρι να σε αγγίξω.
Δυο βαθιές πληγές σε ένα δάκτυλο
σε εκείνο που γράφεις σε μένα
σε σένα
στους τοίχους
στις εικόνες που κρέμονται από τους γαλάζιους
ουρανούς.
Κάλυψα με το κορμί μου
τη γυμνή σου σάρκα
ταξιδέψαμε με το λευκό κρεβάτι χωρίς άγκυρες.

Τζούλια Φορτούνη, Το κορίτσι με το σκουλαρίκι και οι ομόκεντροι κύκλοι της απώλειας

Παναγιώτης-Παπαθεοδωρόπουλος-1-620x422

“Στο Νίκο”

Τη λέγαν Μαρία κι έμενε στον καταυλισμό που έστηναν οι δικοί της, δίπλα στο υδραγωγείο. Ερχόταν την άνοιξη και έφευγε το φθινόπωρο. Μαζί με τους πελαργούς του χωριού, γιατί τα χελιδόνια στον τόπο μας είχαν αυθαίρετα δρομολόγια. Κάθε φορά που ερχόταν, την έστηνε έξω από το σχολείο μέχρι να σχολάσω κι ύστερα μ΄ ακολουθούσε ως το σπίτι. Την έβλεπα πίσω από το παντζούρι του καλού δωματίου μας, να στέκεται μπροστά στη σιδερένια πόρτα της αυλής. Άλλοτε να περιεργάζεται τα περίτεχνα κάγκελα κι άλλοτε να κοιτάζει επίμονα το παράθυρο. Κυρίως, εστίαζε το βλέμμα της στο κόκκινο ποδήλατό μου, που ήταν αφημένο δίπλα στη βρύση.
Ύστερα, εγώ μετακινούσα τη σερβάντα και έσερνα το μεγάλο τραπέζι μπροστά από εκείνο το παράθυρο. Άνοιγα το παντζούρι και τραβούσα ελαφρώς τη βαριά κουρτίνα. Τοποθετούσα τα βιβλία μου εκεί κι έκανα πως μελετούσα. Η δικαιολογία μου ήταν πως διαβάζω στο καλό δωμάτιο και όχι στην κουζίνα, όπως συνήθως, γιατί χρειάζομαι φως και ησυχία. Εγώ, που λάτρευα το σκοτάδι και τους συνήθεις ήχους του σπιτιού…

Παρατηρούσα έτσι τη Μαρία, ξέροντας πως εκείνη δεν με βλέπει. Είχε ψηλώσει από πέρυσι, σχεδόν με έφτασε. Μάλλον φορούσε ρούχα από μεγαλύτερα κορίτσια. Και τακούνια. Μια ακαθόριστη συστολή, αλλά περισσότερο η αναμονή μιας γνώριμης τελετουργικής διαδικασίας, μ΄ εμπόδιζε πάντα να πάω πρώτη να της μιλήσω. Έπαιρνε κάθε φορά, μέρες η προσέγγισή μας.
Συνήθως μιλούσαμε την πρώτη Κυριακή, μετά τον ερχομό της. Με περίμενε στην εκκλησία. Όταν μετά το αβάσταχτο μαρτύριο της ορθοστασίας και της αναμονής του «Δι’ ευχών» πετούσα από τα κάγκελα στην αυλή τα κόκκινα λουστρίνια μου και τις λευκές μου κάλτσες κι άρχιζα το ανελέητο τρέξιμο. Πίσω μου έτρεχε λαχανιασμένη η Μαρία. Διασχίζαμε όλο τον κάτω μαχαλά. Εγώ μπροστά κι εκείνη πίσω. Να ρίχνω κλεφτές ματιές να δω αν μ΄ ακολουθεί μετά τις στροφές. Η συνέχεια προδιαγραμμένη. Δυο κορίτσια ξυπόλυτα, με σκούρο δέρμα, ψιλόλιγνα, με μπερδεμένα μαύρα μαλλιά να τρέχουν μέσα στα αμπέλια. Ώσπου ξέπνοες, φτάναμε στο ποτάμι. Εκεί ξαπλώναμε στο ανάχωμα και αφού παίρναμε μιαν ανάσα, βάζαμε τα γέλια. Γέλια ασταμάτητα και αναίτια.

Ώσπου η Μαρία έβγαζε από την τσέπη της ένα ζευγάρι μεγάλα σκουλαρίκια. Από αυτά που πουλούσαν φαντάζομαι οι δικοί της στα πανηγύρια. Ένα για μένα, ένα για κείνη. Με κλιπς. Γιατί τα αυτιά μας δεν ήταν ακόμη τρυπημένα. Η πρώτη λέξη λοιπόν ήταν συνήθως δική μου και ήταν πάντα: «Αχ τι όμορφα!» Όλο το καλοκαίρι στραφτάλιζαν τα σκουλαρίκια στ΄ αυτιά μας. Το αριστερό εγώ, το δεξί αυτή. Πολλές φορές τα χάναμε, αλλά πάντα τα ξαναβρίσκαμε, λες και υπήρχε μια θεά, η θεά των χαμένων σκουλαρικιών, όπως τη λέγαμε και μας τα αποκάλυπτε. Το χειμώνα, όταν οι πελαργοί και η Μαρία αποδημούσαν, τα σκουλαρίκια χάνονταν οριστικά. Το δικό της ανάμεσα στα κιλίμια και στα μπακίρια των τσαντιριών, το δικό μου στα σκαρφαλώματα και στ΄ αγορίστικα παιχνίδια. Γιατί η Μαρία ήταν η μοναδική φιλενάδα των παιδικών μου χρόνων. Μπορεί τότε να μη το παραδεχόμουν –πώς να παρουσιάσω άραγε ένα γυφτάκι στην αγοροπαρέα μου, πώς να πω στη μαμά μου πως παίζω με μια τσιγγάνα- όμως τώρα που αποτιμώ φιλίες και σχέσεις το ξέρω καλά. Έφευγε λοιπόν και μαζί της χάνονταν όλες οι κοριτσίτσικές μου ασχολίες.

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, Αντίδοτο

Art-2-260-41

δεν ξέρω αν πονώ
όταν γράφω
ή όταν σκέφτομαι

μεθώ με την
ιστορική μνήμη
πασχίζω ν’ αναδείξω
τ’ ανεξίτηλα σημάδια
προηγούμενων φαντασμάτων

σ’ απόπειρες κατά του
όποιου κατακερματισμού
υποτιθέμενων φωταψιών
στιγμιαίες επάρσεις
κι απαγορεύσεις

σαν αιώρημα στο κενό
σ’ αιθέρες αμφιβολίας

γι’ αυτό η όποια ποίηση
παραμένει κλάμα
αντίδοτο
στην ταρίχευση
της μνήμης

3/9/2007

*Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://bibliotheque.gr/?p=13635