Φώτης Αγγουλές, Το στίγμα

Σ` έναν νεαρό φασίστα που βρέθηκε σκοτωμένος,
πάνω σε μια Ρούσσικη χιονισμένη στέππα

Και μέσ` στα χιόνια, θησαυρούς

το άρπαγο μάτι βλέπει;
ξανθέ φονιά, τι σ` έφερε

σ` αυτήν εδώ τη στέππη;

Μέσα στη νύχτα, φονικό

ποιανού έστηνες καρτέρι;

Ποιος σ` έβλαψε τόσο μακριά;

Ποιόν ξέρεις; Ποιος σε ξέρει,

εδώ που χρόνια εμόχθησε

το εργατικό το χέρι

να χτίσει την καλύβα του

και μια ζωή να φτιάσει;

Νυχτερινέ διαγουμιστή,

πως θες να σε δικάσει,

το χέρι αυτό που του γκρεμνάς,

ό,τι από χρονιά χτίζει;

Ποια καταδίκη στο φονιά

και στο φασίστα αξίζει;

Τώρα φωλιάζουν στο άσαρκο

κρανίο σου σκοτάδια,

κι αφ` της φυλής σου τα όνειρα,

είναι τα στήθια σου άδεια.

……………………………………

Κι ίσως μια μάννα, ένα παιδί!

κάπου να σε προσμένει,

μα εσύ, θα μένεις πάντοτε

ξένος σε χώρα ξένη

κι η μνήμη σου που της ζωής

το νόημα θα λερώνει,

θάναι ένα στίγμα, ένας λεκές,

μέσ` στο κατάσπρο χιόνι…
*Αναδημοσίευση από το http://exadaktylos.wordpress.com/

Νεκταρία Μαραγιάννη, Τείχος υλικών ανθρώπων

“Είμαστε σώματα στοιβαγμένα το ένα δίπλα από το άλλο.
Δημιουργούμε τείχους, θωρώντας πως θα φτάσουμε στην αιωνιότητα,
ενώ η γύμνια μας ντροπιάζει…
Ψάχνουμε απεγνωσμένα ένα ρούχο να κρύψει τη γύμνια μας!
Όλοι φοράμε περούκες!
Η βροχή καίει τη γύμνια μας,
ενώ θέλουμε τη βροχή για να ξεδιψάσουμε από τη γύμνια.”

Γιατί απεχθάνονται το γυμνό τους σώμα;

Τι να τον κάνω το χιτώνα;
Ασπάζομαι τη γύμνια μου!

Η γύμνια μου χύνεται στο χαρτί,
η γύμνια μου θα με σώσει από τον αριβιστή του τείχου ·
από το να γίνω κι εγώ ένα κομμάτι παζλ
ακολουθώντας το γλυκό τραγούδι των Σειρήνων.

Δε θέλω το χιτώνα! Ο χιτώνας θα βαλσαμώσει την πνοή μου,
τη ψυχή μου,
τη ζωή μου!

Ντυμένη με τη γύμνια μου
βλέπω τον ανθρώπινο τείχο να σαπίζει…

“Dum spiro spero!”

Νέττα

Έρμα Βασιλείου, Η αστείρευτη δημιουργικότητα

Μετά από την παρουσίαση των έργων της ακαδημαϊκού, γλωσσολόγου και ποιήτριας Έρμας Βασιλείου τον περασμένο Σεπτέμβρη, της αυτοβιογραφίας και των ποιητικών της συλλογών, επανερχόμαστε για να δώσουμε μια σφαιρική εικόνα της πνευματικής της δημιουργίας.

Το Agora Dialogue, ανοικτό σε πτυχές των ανθρώπων εκείνων που τολμούν να μοιράσουν το ενδότερο είναι τους, είχε παρουσιάσει πριν λίγους μήνες συνέντευξη (http://agora-dialogue.com/?p=41585) με την αξιόλογη δημιουργό, στην οποία η ίδια ανέπτυσσε την ευτυχή θέση τού να βρίσκεται κανείς κοινωνικά απομονωμένος λόγω των διαφορών του και παρερμηνειών που αυτές δημιουργούν στο περιβάλλον του, τη μονήρη πορεία του ανθρώπου που δεν ακολουθεί τη νόρμα και το βήμα των υπολοίπων, αλλά και την τύχη τού να μπορεί να βρίσκει κανείς τον ενδότερο εαυτό του μέσα από την έρευνα, τη μελέτη και το γράψιμο.

Πληθωρική στη σκέψη και τη δημιουργία, η Έρμα έχει σήμερα να παρουσιάσει τη δουλειά ενός ατέλειωτου κάματου. Βασισμένοι στις δικές της σημειώσεις παρουσιάζουμε το λογοτεχνικό αποκλειστικά έργο της που εγκαινιάζεται με την άφιξή της στην Αυστραλία.

Με τον ερχομό της λοιπόν ξεκινά να γράφει για βιοποριστικούς λόγους. Τρεις μόνο μέρες μετά την άφιξή της, τον Φεβρουάριο του 1987, αρχίζει να εργάζεται στον Πανελλήνιο Κήρυκα που εδρεύει στο Σίδνεϊ. Έγραψε μικρές ιστορίες για το περιοδικό Ελληνίς. Από τότε δεν έχει σταματήσει. Την πνευματική της δημιουργία σχετίζει η ίδια με τους στίχους ενός ποιήματος του Ελύτη (από τη συλλογή του Ο Ήλιος ο Ηλιάτορας), το Τραγούδι του κοριτσιού, “Το ‘να χέρι μου κρατεί μέλισσα θεόρατη,τ’ άλλο στον αέρα πιάνει πεταλούδα που δαγκάνει”. Σίγουρα θα γνωρίζει ποιο από τα δυο συμβολίζει τη θεόρατη μέλισσα και ποιο την πεταλούδα, η ποίηση ή η γλωσσολογία…

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, Εξάρχεια ‘80

Σαντέ σκέτα χωμένα
στο στρατιωτικό αμπέχωνο
κι οι ευαισθησίες παντιέρες
σε τσιφτετέλι και ρέγγε
στην πλατεία των ολόφωτων
γυμνασμάτων του μέλλοντος
τα μαλλιά κι οι γενειάδες
σημαίες χωρίς κατάρτια
ξέμπλιαστες στ’ αστραποβρόχια
της εκάστοτε κρατικής καταστολής
κι οι νυχτερινές κεραίες
να λικνίζονται σε ουζερί
και ταβέρνες ανά το χώρο
με τον μαύρο ποιητή απ’ το Σουδάν
στην πρωτεύουσα της αναλγησίας
όλοι υποψιασμένοι
για τούτο και για τ’ άλλο
τα περασμένα και τα παρόντα
και τα μελλούμενα να ‘ρθούν
προφητικά παρελαύνοντας
απ’ της καρδιάς το πύρωμα
και τις βεβαιότητες της ιδεολογίας
σαν την ανατολή και τη δύση
που είναι σίγουρες
σε όποιο τόπο και χρόνο…

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Περιμένοντας τους Βαρβάρους

– Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
– Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
-Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μιά τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
-Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
-Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί τον αρχηγό τους.
Μάλιστα ετοίμασε για να τον δώσει μια περγαμηνή.
Εκεί τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
-Γιατί οι δυό μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλισμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπόνουν τους βαρβάρους.
-Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαριούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
-Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που έγιναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ οι πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μιά κάποια λύσις.

Zωή κι Ανάσταση

Ένας χορός, αδέλφια μου, είναι η ζωή εδώ κάτου.
Nα τονε σύρουμε όλοι μας ελάτε αγκαλιασμένοι,
κι όποιος λεβέντικα ακλουθά μακρύ το πάτημά του,
κι όποιος λιγύζεται άγουρα και καταγή απομένει.

Kι ας μην τραβάμε αβόλεφτα, τυφλά, κατά το δρόμο
που χάραξεν απελπισμού κι υπομονής σκοτάδι,
μα ας δώσουμε τα χέρια μας στης λευτεριάς το νόμο
και γύρωθε ας σκορπίσουμε κι ενός ρυθμού το χάδι.

Aληθινά τα μάτια μας μέσα στον παιδεμό μας
ας νοιώσουνε τον Tύραννο που τάθελε κλειστά,
και πώς το χέρι που κρατά σφιγμένο το λαιμό μας
μας κάρφωσε τις όψες του σαν έργατα φριχτά.

Στη νέα τη στράτα ανέγγιχτο θ’ αφίνουμε το χώμα,
τι θα πατάμε του Άσπλαχνου τις χίλιες τις μορφές
και τα πεδούκλια σπάνοντας θε να τηράμε ακόμα
οι Πόρτες που διαβαίνουμε να μη σταθούν κρυφές…

Kαι σα χυθή παντού το φως της Nίκης κι η γαλήνη,
σαν απλωθή η αγάπη μας κι ώς των ανθών το χνούδι,
αν! τότες άλλο, αδέλφια μου, εδώ δε θ’ απομείνη
παρλα ο χορός μας να τραβά μ’ ένα γλυκό τραγούδι.

PHΓAΣ ΓKOΛΦHΣ
(Aφιερωμένο στην εφημερίδα «Eργάτης» του Bόλου – 1909-1911).

Μιχ. Κατσαρός, Δωριείς

Μπορούσα βέβαια να βρίσκομαι πρώτος
ανάμεσα στους οπλισμένους Δωριείς

ντυμένος την περιλάλητη αμφίεσή τους
όπως εκείνος που ποζάριζε σ’ ένα μουσείο
ακίνητος – θυμίζοντας ένδοξους καταρράκτες –
μπορούσα βέβαια
κι όχι τυχαία.

Όμως σε τι θα ωφελούσε την υπόθεσή μας;
όλη μου η μεγαλοπρέπεια
όλες μου οι φωνές μέσα στα τείχη;

Οι ποταμοί θα γύριζαν κύκλο στα περιθώριά μου
οι ελπίδες μου φτηνές παλιές πραμάτειες –
να υποκρίνομαι τον άθεο και τον καταλύτη
εγώ ο πιο ειλικρινής νέος με τα όνειρα
ο θερμός ανταλουσιάνος
μέσα σ’ αυτά τα απαίσια σίδερα της πανοπλίας.

Για τούτο παρέμεινα με τα κουρέλια μου
όπως με γέννησε η Γαλλική επανάσταση
όπως με γέννησε η απελευθέρωση των νέγρων
όπως με γέννησες μάνα μου Ισπανία
ένας σκοτεινός συνωμότης.

Εκείνοι το κατάλαβαν πρώτοι-
τα σιδερένια χέρια τους λέγανε προσευχές
κατέλαβαν τη μια πόλη μετά την άλλη
άφιναν φρουρούς παντού
κλείναν τις πύλες
οι πέτρινες εντολές περιφέρονταν σε λιτανεία-
ώσπου στο τέλος με ξέχασαν.

Και τώρα – απ’ έξω απ’ τα στρατεύματα
κοιτάζω την ένδοξη πόλη
όπου ξαπλώνει ράθυμα πόρνη και δυναμίτης –
κοιτάζω τούτη την πόλη που την περικύκλωσαν
τα φρούρια
αυτή που με γέννησε και δεν έχει πια όνομα
δεν έχει αναμμένη φωτιά –
κοιτάζω κ’ υψώνω θεριό τη φωνή μου
μήπως μ’ ακούσουν.

Η κίνηση μέσα στα τείχη μας είναι σημαντική.

Θάνος Πάσχος, Τρία ποιήματα

Εραστής Άγγελος

Η απόδραση απ’ τη νύχτα
και το μεγάλο άλμα πάνω
απ’ το φράχτη με τις παλάμες γυμνές
να σκαρφαλώσω σταθερά στο φεγγάρι.
Από κει να πηδήξω κρυστάλλινος
να προσγειωθώ έξω απ’ το παράθυρό σου
μαζί με κείνες τις απατηλές σταγόνες δροσιάς
που πολλαπλασιάζουν τα μάτια μου
μετρώντας το σώμα σου.
Θα διαψεύσω την απόσταση
και θα αισθανθείς την κλαγγή των φτερών,
Εραστής Άγγελος.

Πρόσκληση

Σε καλώ να διαιωνιστούμε
όπως ο φυλλομετρητής των κυμάτων
και των ημερών
που με το σταθερό άκοσμο χέρι
γυρίζει τη σελίδα μη χάνοντας
ούτε στιγμή από φως και νύχτα.
Στα λεία μάγουλα της πέτρας
σμιλεύει έρημες Δαναΐδες με ριγηλά σώματα
που δεν προδίδουν
την θλιβερή παράσταση του χρόνου
που σκήνωσε στο όνομά μας.
Έχει καταφύγει η αιωνιότητα
πίσω από γραμμή τεθλασμένη,
αποσυνάγωγος της λογικής
σε καλώ.

Σπονδή στον έρωτα

Στο τραπέζι το σώμα
κι ένα ποτήρι κρασί να το συνοδεύει.
Το κρασί χύνεται σπονδή
για να συθηκολογήσει το σώμα με τον έρωτα και
ο αέρας γεμίζει απ’ τις φωνές των συνδαιτημόνων
της ηδονής.

Η λάμπα σβήνει,
ανάβει ο ομφαλός τη γης δεμένος
με τις σκιές στο ταβάνι.
Παράξενη ονειροπαγίδα ο έρωτας
μια τελετουργία,
όπου δεν έχει χώρο η λογική.

Οι ώρες μαζί σου
εύθραυστος ενάλος παράδεισος.

*Από την πρώτη συλλογή του Θάνου Πάσχου “Έρως ονειρευόμενος”, εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2102.

Federico Garcia Lorca, O ποιητής στη Νέα Υόρκη

Καταγγέλω όλους αυτούς
που αγνοούν το άλλο μισό,

που υψώνει τα τσιμεντένια βουνά του
εκεί που χτυπούν οι καρδιές
των ταπεινών ξεχασμένων ζώων,
εκεί που θα πέσουμε όλοι
στο τελευταίο πανηγύρι των τρυπανιών.
Σας φτύνω κατάμουτρα.
Το άλλο μισό μ’ ακούει
καταβροχθίζοντας, κατουρώντας, πετώντας μες στην αγνότητά του
σαν τα παιδιά των θυρωρείων
που βάζουν λεπτά ξυλάκια μες στις τρύπες που σκουριάζουν
οι κεραίες των εντόμων.
Δεν είναι κόλαση, είναι ο δρόμος.
Δεν είναι ο θάνατος, είναι το μανάβικο.
Υπάρχει ένας κόσμος σπασμένων ποταμών και ασύλληπτων αποστάσεων
στο ποδαράκι αυτής της γάτας που το ‘σπασε το αυτοκίνητο,
κι ακούω το τραγούδι του σκουληκιού
μες στην καρδιά πολλών κοριτσόπουλων.
Οξείδωση, ζύμωση, γη που αναριγεί.
Γη εσύ ο ίδιος που κολυμπάς μέσα στους αριθμούς
του επιστημονικού σου εργαστηρίου.
Τι να κάνω• να τακτοποιήσω τα τοπία;
Να τακτοποιήσω τους έρωτες
που είναι ύστερα φωτογραφίες,
που είναι ύστερα κομμάτια ξύλο και μπουκιές αίμα;
Όχι, όχι, όχι, όχι• εγώ καταγγέλω.
Καταγγέλω τη συνωμοσία
αυτών των έρημων γραφείων
που δεν αναγγέλουν στο ραδιόφωνο τις αγωνίες,
που σβήνουν τα προγράμματα του δάσους,
και προσφέρομαι να φαγωθώ
από τις πρεσαρισμένες αγελάδες
όταν οι κραυγές τους γεμίζουν την κοιλάδα,
εκεί που ο ποταμός μεθάει με λάδι.