
“Στο Νίκο”
Τη λέγαν Μαρία κι έμενε στον καταυλισμό που έστηναν οι δικοί της, δίπλα στο υδραγωγείο. Ερχόταν την άνοιξη και έφευγε το φθινόπωρο. Μαζί με τους πελαργούς του χωριού, γιατί τα χελιδόνια στον τόπο μας είχαν αυθαίρετα δρομολόγια. Κάθε φορά που ερχόταν, την έστηνε έξω από το σχολείο μέχρι να σχολάσω κι ύστερα μ΄ ακολουθούσε ως το σπίτι. Την έβλεπα πίσω από το παντζούρι του καλού δωματίου μας, να στέκεται μπροστά στη σιδερένια πόρτα της αυλής. Άλλοτε να περιεργάζεται τα περίτεχνα κάγκελα κι άλλοτε να κοιτάζει επίμονα το παράθυρο. Κυρίως, εστίαζε το βλέμμα της στο κόκκινο ποδήλατό μου, που ήταν αφημένο δίπλα στη βρύση.
Ύστερα, εγώ μετακινούσα τη σερβάντα και έσερνα το μεγάλο τραπέζι μπροστά από εκείνο το παράθυρο. Άνοιγα το παντζούρι και τραβούσα ελαφρώς τη βαριά κουρτίνα. Τοποθετούσα τα βιβλία μου εκεί κι έκανα πως μελετούσα. Η δικαιολογία μου ήταν πως διαβάζω στο καλό δωμάτιο και όχι στην κουζίνα, όπως συνήθως, γιατί χρειάζομαι φως και ησυχία. Εγώ, που λάτρευα το σκοτάδι και τους συνήθεις ήχους του σπιτιού…
Παρατηρούσα έτσι τη Μαρία, ξέροντας πως εκείνη δεν με βλέπει. Είχε ψηλώσει από πέρυσι, σχεδόν με έφτασε. Μάλλον φορούσε ρούχα από μεγαλύτερα κορίτσια. Και τακούνια. Μια ακαθόριστη συστολή, αλλά περισσότερο η αναμονή μιας γνώριμης τελετουργικής διαδικασίας, μ΄ εμπόδιζε πάντα να πάω πρώτη να της μιλήσω. Έπαιρνε κάθε φορά, μέρες η προσέγγισή μας.
Συνήθως μιλούσαμε την πρώτη Κυριακή, μετά τον ερχομό της. Με περίμενε στην εκκλησία. Όταν μετά το αβάσταχτο μαρτύριο της ορθοστασίας και της αναμονής του «Δι’ ευχών» πετούσα από τα κάγκελα στην αυλή τα κόκκινα λουστρίνια μου και τις λευκές μου κάλτσες κι άρχιζα το ανελέητο τρέξιμο. Πίσω μου έτρεχε λαχανιασμένη η Μαρία. Διασχίζαμε όλο τον κάτω μαχαλά. Εγώ μπροστά κι εκείνη πίσω. Να ρίχνω κλεφτές ματιές να δω αν μ΄ ακολουθεί μετά τις στροφές. Η συνέχεια προδιαγραμμένη. Δυο κορίτσια ξυπόλυτα, με σκούρο δέρμα, ψιλόλιγνα, με μπερδεμένα μαύρα μαλλιά να τρέχουν μέσα στα αμπέλια. Ώσπου ξέπνοες, φτάναμε στο ποτάμι. Εκεί ξαπλώναμε στο ανάχωμα και αφού παίρναμε μιαν ανάσα, βάζαμε τα γέλια. Γέλια ασταμάτητα και αναίτια.
Ώσπου η Μαρία έβγαζε από την τσέπη της ένα ζευγάρι μεγάλα σκουλαρίκια. Από αυτά που πουλούσαν φαντάζομαι οι δικοί της στα πανηγύρια. Ένα για μένα, ένα για κείνη. Με κλιπς. Γιατί τα αυτιά μας δεν ήταν ακόμη τρυπημένα. Η πρώτη λέξη λοιπόν ήταν συνήθως δική μου και ήταν πάντα: «Αχ τι όμορφα!» Όλο το καλοκαίρι στραφτάλιζαν τα σκουλαρίκια στ΄ αυτιά μας. Το αριστερό εγώ, το δεξί αυτή. Πολλές φορές τα χάναμε, αλλά πάντα τα ξαναβρίσκαμε, λες και υπήρχε μια θεά, η θεά των χαμένων σκουλαρικιών, όπως τη λέγαμε και μας τα αποκάλυπτε. Το χειμώνα, όταν οι πελαργοί και η Μαρία αποδημούσαν, τα σκουλαρίκια χάνονταν οριστικά. Το δικό της ανάμεσα στα κιλίμια και στα μπακίρια των τσαντιριών, το δικό μου στα σκαρφαλώματα και στ΄ αγορίστικα παιχνίδια. Γιατί η Μαρία ήταν η μοναδική φιλενάδα των παιδικών μου χρόνων. Μπορεί τότε να μη το παραδεχόμουν –πώς να παρουσιάσω άραγε ένα γυφτάκι στην αγοροπαρέα μου, πώς να πω στη μαμά μου πως παίζω με μια τσιγγάνα- όμως τώρα που αποτιμώ φιλίες και σχέσεις το ξέρω καλά. Έφευγε λοιπόν και μαζί της χάνονταν όλες οι κοριτσίτσικές μου ασχολίες.
Continue reading →