Τζούλια Φορτούνη, The passenger

τώρα ξέρω καλά
πού κρυβόσουν τόσα χρόνια
σκοτσέζικο ουίσκι
σε παράνομο μπαρ στο Μισούρι
την εποχή της ποτοαπαγόρευσης
ζεν πρεμιέ που διέφευγε πάντα
από την πίσω σκάλα στις Κάνες
για ν’ αποφύγει το φλας μου
τυχοδιώκτης άσημος
στην Καζαμπλάνκα
λαθροκυνηγός στα Πυρηναία
χαμένος ταξιδευτής στη Νεβάδα
χαρτοπαίκτης στο Sun City
επαίτης μουσικός στη Νέα Ορλεάνη

αμανές σμυρνέικος
με τραβηγμένο το αχ
στα δυτικά μου ακούσματα
η πέτρα του τείχους
που πρώτη θρυμματίστηκε
στο Βερολίνο
εκείνο που έψαχνε
ο μπάτσος επάνω μου
εξονυχιστικά
και φυσικά δεν βρήκε

γιατί ήσουν κρυμμένος καλά
σε όλα τα καταγώγια
του κορμιού μου
καιροφυλακτούσες
εν αγνοία μου
ο αιώνιος επιβάτης μου

τώρα πια ξέρω καλά
γιατί κρυβόσουν τόσα χρόνια

*Ευχαριστίες στο φίλο και ποιητή Νίκο Κυριακίδη, που μου το προώθησε.

Μήτσος Παπανικολάου, Σονέτο (Αφιερωμένο στον Ναπολέοντα Λαπαθιώτη)

Στον πολυαγαπημένο μου Ναπολέοντα

Του πόθου πηγές,
μια νιότη γυμνή,
του δρόμου θέλγητρο
προς τ’ άγνωστο πάντα,

μαδημένα τριαντάφυλλα
στης αγάπης το διάβα
κι αγάπες βρεγμένες
σε δάκρυα, πάντα… Είμαστε, Ναπολέων,
ταξιδιώτες κυνηγημένοι;
Ω, τίποτ’ άλλο δεν είμαστε παρ’ άνθρωποι μόνο,
που προσπάθειά τους υπερτάτη
ο έρωτας είναι ή ο θάνατος.

Ευάγριος Αληθινός, Βιβλιοθήκη

Ο αναρχικός των δύο κόσμων
Διασταύρωσε το βλέμμα του
Με τους αγριεμένους ανάπηρους
Που επέστρεφαν από καυτά κλίματα

Έβαλε μπροστά τη μηχανή του Rock ‘n’ Roll
Ακολουθώντας τον δρόμο
Που κάποτε χάραξε ο Χανς Πφάαλ προς τη σελήνη

Τα επαναστατικά μηνύματα
Δεν είναι σαν τον γαμήλιο έρωτα
Κανένας θάνατος στη Βενετία
Δεν θα εμποδίσει
Το χρονικό της βίας

Τα ρόδινα ακρογιάλια
Καταλείφθηκαν από τους εμπόρους των εθνών
Κανένα όνειρο στο κύμα
Δεν θα αποικήσει την έρημη χώρα

Ούτε η οδύνη της φόνισσας
Θα μαράνει τα άνθη του κακού

Τα σταφύλια της οργής
Ταΐζουν ανθρώπους και ποντίκια
Δίπλα στο δρόμο με τις φάμπρικες
Εκεί που κάποτε περίμενε ο ξένος
Τον ναύτη του Γιβραλτάρ

Πώς άρχισαν όλα;

Το 1793 ο υποπρόξενος
Κατέστειλε την ανταρσία των αγγέλων
Πεθαίνοντας στην Καταλονία
Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες
Με τη μάχη στο αίμα τους
Τραγουδούσαν εικοσιτέσσερα σονέτα
Για τη πολιτική διαχείριση
Την ερωτική απελπισία
Το έγκλημα και τη τιμωρία
Χορεύοντας το βαλς του αποχαιρετισμού
Πίνοντας κρασί από βατόμουρα
Και τρώγοντας καυτή σοκολάτα

Η μαντάμ Εντουαρντά
Θα γινόταν η νυφούλα
Των αναμνήσεων ενός χήρου
Που ήταν μάρτυρας στη δίκη
Της δολοφονίας του Χριστού

Κατέβηκε στους λιθόστρωτους κήπους
Κι έκοψε τη μαύρη τουλίπα
Του βασιλιά Μελάνι
Ήταν ο τελευταίος της πειρασμός
Τότε που ζούσε
Κάτω από επιτήρηση και τιμωρία
Στο νησί της προηγούμενης ημέρας

Από το δωμάτιο με θέα
Παρατηρούσε κάθε βράδυ
Το γεράκι της Μάλτας
Να κάνει έρωτα με τον γλάρο Ιωνάθαν
Κάτω από το φώς των φεγγαριών του έρωτα

Κάποτε είχε ακούσει
Για μια μακρινή χώρα
Χτυπημένη από τη πανούκλα

Ο άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν
Της μίλησε για τον μικρό πρίγκιπα
Που έβριζε το κοινό στο θέατρο του παραλόγου

Αυτός ήταν ο εξόριστος του Θεού
Καταδικασμένος τη μεγάλη μέρα και τη μεγάλη νύχτα
Να φορά τη μάσκα του κόκκινου θανάτου

Ένας ανηθικολόγος, ένας κυνηγός του σκοταδιού
Που κάλπαζε προς το μηδέν και το άπειρο
Φορτωμένος επτά θανάσιμα αμαρτήματα,
Γεμάτος κενά δαιμόνια και οπλισμένες επιθυμίες

Τη μέρα εκείνη, έπεσε νεκρός καταδικασμένος
Στο όνομα του ρόδου.

Έτσι άρχισαν όλα αγαπημένη Άννα Σορρόρ
Και αν σου πουν ότι αυτά
Είναι μύθοι για την εποχή μας
Φόρεσε το χαμόγελο της Τζοκόντα
Και απάντησέ τους:
«Έχετε μαύρα μεσάνυχτα»
Και ξεκίνα να τους τραγουδάς μικρή μου Άννα:
«Όλοι οι νεκροί έχουν το ίδιο δέρμα…»

Ιούνης 2009

*Οι στίχοι του ποιήματος αυτού είναι τίτλοι γνωστών βιβλίων, ταινιών, έργων τέχνης και άλλων. Ο δε συνθέτης είναι απολύτως υπαρκτό πρόσωπο.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Εκλογή

Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του
Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ

Πόσοι μου σύντροφοι χαθήκαν στη ζωή
και πόσοι υπάρχουν πέρα από το θάνατο
παίζοντας ανάμεσα στα δάχτυλά τους τη γεύση της ζωής.
Είναι μερικοί που κουμπώθηκαν μέσα στην αξιοπρέπεια
παίρνοντας από τη θάλασσα την αρμύρα της καρδιάς τους
κι άλλοι κρύβουν τη σκέψη τους
αναζητώντας τις παγωμένες νύχτες τα χέρια τους
ου ήταν κάποτε ζεστά.
Υπάρχουν μερικοί που ασπρίζουν τ’ απόμερα σπίτια τους
κι ύστερα κάνουν έρωτα δίνοντας όλο τους τον εαυτό
κι υπάρχουν λίγοι που κλεφτήκαν με τη θάλασσα,
κάνοντας τις μικρές παλάμες τους κουπιά
για νά ‘χουν άλλο θάνατο.

Κατερίνα Γώγου: Ένα (επίκαιρο) ποίημα

Η Κατερίνα Γώγου κάπου στη Θεσσαλονίκη το 1981

Στο διάολο να πάνε όλοι,
Να μαυρίσει ο ήλιος!
Ο Λόγος Του Θεού ας είναι ο Λόγος Της Κατερίνας:

Λαδερά στο πλαστικό Ακομινάτου
έξω απ’ την πόρτα Αύγουστος
άσπρες σαν πανί οι πουτάνες
40 υπό σκιάν 4 η ώρα μεσημέρι.
Ανοίγουνε τα μπούτια μοναχά τους
σαν ψόφια μύδια
γέμισ’ ο κόσμος χρωματιστά βρακιά
Πακιστανούς ντετόλ κουτσές ρουφιάνες
κι αδερφές μ’ ενέσεις στα βυζιά
γεμάτες καρκινώματα.
Γέμισ’ ο δρόμος
ξετιναγμένες σάλπιγκες και πεταμένες μήτρες
τουμπάνιασε η κοιλιά
απ’ άχρηστα σπέρματα
– δεν πιάνονται παιδιά εδώ
δεν πιάνεται τίποτα από πουθενά
η Μαγδαληνή και η Βάνου τη γυρίσανε
οι δοσάδες κι ο άγιος της γειτονιάς είναι κολεγιά
πρώτα τα παίρνουνε και μετά σας καρφώνουνε.
Έτσι είναι.
Απλώσατε πουτάνες στο Μεταξουργείο
ντάλα μεσημέρι χωρίς δέντρο – πού
θα σκαλώσετε χωρίς τοίχο –
πού’ ρθατε εδώ να ακουμπήσετε
Αγανακτισμένοι Πολίτες
και θρησκευτικοί παράγοντες τα βρήκανε.
Οργανωθήκανε. Αγόρασαν μπιτόνια. Και βενζίνα.
Θα σας καταβρέξουν. Θα σας κάψουνε λέει.
Σα τυφλοπόντικες λέει.
Κλούβες με κωλομπαράδες αστυνομικούς
ματάκηδες ανίκανοι οι Γιατροί των Ηθών
μουνόψειρες κάνουν σουλάτσο τη μέρα στο μυαλό σας
λευκόρροια στον ύπνο οι τσιλιαδόροι
– ποιανού το μέρος παίρνουνε
Εδώ καίμε τις μάγισσες.
Γαμάμε τις πουτάνες.
Η αφίσα του Καραμανλή
τα μάτια σας καμιά φωτογραφία
κλωστές από κεντήματα
περούκες καραφλές μελανιασμένες ρόγες
εξώσεις σφίγγουν τα μαλλιά και το λαιμό
δένουνε χέρια και πόδια στα κρεβάτια
εσάς και εμάς μαζί
ο τρόπος κι η ταρίφα αλλάζει
ο τόπος και το όνομα αλλάζει
Στη Λάρισα 40 βαθμοί
εδώ στο σταυρό ο ήλιος.

*Το ποίημα αυτό της Κατερίνας Γώγου δημοσιεύθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1980 στο περιοδικό “Το Κράξιμο”, το οποίο εξέδιδε “η εκδιδόμενη τραβεστί Πάολα”.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Διάψευση

είπα να συλλέξω
τα τρίμματα της ψυχής μου
και να στα προσφέρω δώρο
στάλα-στάλα
κάτω απ’ τα μπαλκόνια
των νυχτερινών μας εναγκαλισμών
αλλά αποδείχτηκαν
πέτρινα όλα
στο μαγκανοπήγαδο
της ζήσης μας

είπα να ταξιδέψω
στη θάλασσα
των ματιών σου
γυρεύοντας τις παρυφές
ενός χρυσαφένιου κόσμου
αλλά τα ‘χουν αρπάξει όλα
οι χρυσοθήρες
της καθημερινότητάς μας

έτσι βρεθήκαμε
σταυρωμένοι
στις πλανεύτρες
εικασίες των ειδικών.

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το είδωλο

Σε κάθε καθρέφτη
υπάρχει πάντα ένα είδωλο
που κρύβεται από πίσω.
Κανείς ποτέ δεν νοιάζεται γι αυτό.
Γυάλινη γλιστράει η ζωή του.
Κανείς δεν το αγγίζει
ούτε κι αυτό αναγνωρίζει
τον ξένο που κάθε φορά
στέκεται μπροστά του.
Μηχανικά μιμείται τις κινήσεις.
Όταν ο ξένος σηκώνει το δεξί
αυτό κινεί το αριστερό
όταν ο ξένος βήχει
αυτό κουνάει άηχα τα χείλη.
Μόνο όταν το σπίτι ερημώνει,
το είδωλο παίρνει το ξυράφι
το ακουμπά στις φλέβες των καρπών του
έτσι για να νιώσει ότι είναι ζωντανό.
Γι’ αυτό με προσοχή κοιτάξτε τους καθρέφτες.
Αν είστε τυχεροί,
μπορεί και να το δείτε.
Πίσω από το πρόσωπό σας.
Το είδωλο που ουρλιάζει.

*Από τη νέα ποιητική συλλογή “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”.

Τόλης Νικηφόρου, Δύο ποιήματα

Georg Grosz, Έκρηξη (1917)

εγώ

μη με κοιτάτε έτσι χλωμό
καλοντυμένο
με τρόπους άνετους και με κινήσεις
από το σπίτι στο γραφείο
απ’ το γραφείο στο σπίτι
σε μάταιο κύκλο ερμητικά κλεισμένο

μη με κοιτάτε έτσι δειλό
με το σημάδι του γραφιά στο δάχτυλο
με τον μισθό στην πρώτη και στις δεκαπέντε
ανίδεο
ή με τη γνώση υποταγμένη

εγώ
κρύβω στα μάτια μου οράματα που οδηγούν
σε τόπους και καιρούς που θάρθουν

εγώ μπορώ με μια φωνή
να πλημμυρίσω τις πλατείες
τους δρόμους με σημαίες και λάβαρα
με μια βουή ασυγκράτητη που καταλύει τα πάντα

η φαντασία μου εξουσιάζει τη ζωή σας

μαγεμένη ψυχή

σ’ αγάπησα
σε σκονισμένες γειτονιές και εργοστάσια
στην άχρωμη επιφάνεια του μπετόν

πίσω από οδοφράγματα σ’ αγάπησα
σε συγκεντρώσεις απεργών
σε διαδηλώσεις φοιτητών
στους διαδρόμους των δικαστηρίων

σε μυστικές συνεδριάσεις της νύχτας
είναι γραμμένο τ’ όνομά σου
στις προκηρύξεις που μοιράσαμε
στις κόκκινες αφίσες που κολλήσαμε
και στα αρχεία των τμημάτων ασφαλείας

σ’ αγάπησα, σύντροφέ μου,
η μαγεμένη σου ψυχή είναι δική μου
η αγωνία σου μου ανήκει

*Από “Τα Αναρχικά” (1979)

Ιβάν Γκολλ, Ποιήματα

XVII

Είμαι το ρυάκι σου
που μέθυσε με δυόσμο

Σκύψε πάνω μου
για να σου μοιάσω

Κολύμπησε μέσα μου
να νιώσεις πως τρέμω

Φάε τα ψάρια μου
να μ’ αφανίσεις

Πιες με
να με στερέψεις

Αγάπησέ με
Θα σε συντρέξω να πνιγείς

XX

Στο φιλί σου πιο βαθύ κι απ’ το θάνατο
νιώθω τη λύσσα σου να ξαναμπείς στη γη
να γυρίσεις πίσω στο χάος σου

Λιώνεις
χάνεσαι
σύννεφο πέφτεις
ποτάμι τρέχεις στη θάλασσά σου

Κι η σάρκα μου σε δέχεται σαν ένα μνήμα

XXV

Σκεπάστηκα με εφτά πέπλα
για να με ξεσκεπάσεις
εφτά φορές

Μυρώθηκα μ’ εφτά μύρα
για να με μυρίσεις
εφτά φορές

Σου είπα εφτά ψέματα
για να με αφανίσεις
εφτά φορές

*Μετάφραση: Ε. Χ. Γονατάς

Πρίμο Λέβι, Η ανακωχή

Ονειρευόμασταν στις άγριες νύχτες
όνειρα βίαια και πυκνά,
ονειρευόμασταν με την ψυχή και το σώμα
να γυρίσουμε, να φάμε, να εξιστορήσουμε.
΄Ωσπου αντηχούσε κοφτά, σιγανά
το παράγγελμα που συνόδευε την αυγή
«Wstawać»
και ράγιζε την καρδιά μας

Τώρα που ξαναβρήκαμε τα σπίτια μας,
τώρα που χορτάσαμε την κοιλιά μας,
και οι αφηγήσεις μας στέρεψαν όλες,
σήμανε η ώρα. ΄Οπου να ’ναι θα ακούσουμε πάλι
το ξενικό παράγγελμα:
«Wstawać»

11 Ιανουαρίου 1946