(στον Σαχτζάτ Λουκμάν που δολοφονήθηκε τα ξημερώματα της 17 Γενάρη 2013)
Μόλις άκουσα την είδηση ταράχτηκα. Κάθε φορά που ακούω για «ατυχήματα» με ποδηλάτες ταράζομαι. Αυτή τη φορά περισσότερο. Μου φάνηκε πως τον γνώριζα τον Σαχζάτ. Πως οι ματιές μας είχαν διασταυρωθεί ένα Σαββάτο απόγευμα στη Λένορμαν. Την ώρα που γυρνούσαμε. Εγώ από την ποδηλατοβόλτα μου στο κέντρο κι αυτός από το πόστο του στη λαϊκή των Πετραλώνων. Κινούμασταν κι οι δυο στο λεωφορειόδρομο. Παραβγήκαμε μάλιστα. Εγώ με το εκκεντρικό ακριβό μου ποδήλατο κι αυτός με ένα παλιό σιδερένιο μοντέλο του 80. Εγώ κουβαλούσα τις εικόνες μιας παρακμάζουσας πόλης και κάτι απροσδιόριστες ενοχές για τους άστεγους που επιμελώς απέφευγε το βλέμμα μου στις εισόδους των κτηρίων κι αυτός ένα βαρύ ξύλινο καφάσι γεμάτο πραμάτεια και δυο σακούλες αριστερά και δεξιά στο τιμόνι. Ήταν εκείνο το απόγευμα του Νοέμβρη που άρχισε να φυσάει ξαφνικά πολύ δυνατά και ξεριζώνονταν δέντρα και εκτοξεύονταν από τις πολυκατοικίες γλάστρες και άλλα περίεργα αντικείμενα.








