Στέφανος Ροζάνης, Τρία ποιήματα

_medication___by_42k

Ανάγραμμα

Το ανάγραμμά μου μπορεί να είναι το ψευδώνυμο
της αγάπης σου.

Αυτό δεν θα είχε σημασία παρά μόνο αν οι λέξεις έπαιρναν
το σχήμα σου κάθε φορά πού μ’ άκουγες να σε φωνάζω από
μακριά κι εσύ ανταποκρινόσουν μ’ ένα «δεν ξέρω» πού μέσα
του έκρυβε τον θάνατο αυτών που γνωρίσαμε.

Αγέλαστοι και με κομμένη την ανάσα νοσταλγούμε το γέλιο,
απλώνουμε τα χέρια μας σ’ ό,τι δεν υπάρχει,
στις σκοτεινές αναταράξεις που μας άφησαν άφωνους
και απορούμε αν όσα ακούσαμε ήταν φωνή ή των ήχων
μια απρόσμενη σύγχυση.

Ξεραμένα δέντρα που κάποτε τα απειλούσε ό άνεμος,
άηχες κραυγές αϋτοδάπανες, ανερμάτιστα βλέμματα
έρμαια των ονείρων.

Ο άνεμος δεν θα περάσει, δεν θα μας βρει,
κι αν μείναμε μόνοι είναι γιατί ζητήσαμε
το άλλο μας όνομα.

Αν με καλέσεις δεν θα ξέρω πια ποιος είμαι.

Επίλογος

Αν ήταν να πάρεις την ψυχή μου θα ήσουν άγγελος
Μα ξέχασες πως των αγγέλων οι δρόμοι διασχίζουν
τη νύχτα σαν αστραπή
Βγαίνουν στο φως
Γίνονται ένα με της αυγής τα μονοπάτια
Κι υστέρα μας απειλούν όχι με το σκοτάδι
Αλλά με την αιθρία ενός θανάτου που μας χαρίζεται

Ώρες

Ώρες που περίμενα ν’ αδειάσει το σπίτι
Μ’ ένα ραβδί παραπλανημένου μάγου
Να γίνει ενδιαίτημα ονείρων
Και χώρος ακατοίκητος
Απ’ τις σκιές που ρίχνουν τα πράγματα στους τοίχους
Απ’ τις φωνές πού ανασύρουν τα πεπραγμένα της ημέρας
Από τις προσδοκίες εγκλεισμού όσων έδιάβηκαν το κατώφλι

Ώρες πού διέσυραν τη μνήμη
Που απειλητικά την έσυραν εκεί πού εξαντλείται όπως κάτι
χιλιοειπωμένο
Όπως η οικειότητα ανάμεσα σε παλιούς εραστές

Ώρες που έβλεπα το πρόσωπο σου σ’ έναν καθρέφτη

*Από τη συλλογή “Ανεπίδοτο”, Εκδόσεις “Έρασμος”, 2004.

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, Τρία ποιήματα

000028

1956

Λάμπουν ακόμα τα λόγια σου
κάθε μέρα πιο καινούργια και πιο μακρινά
λάμπουν ακόμα τα γυμνά σου γόνατα:
μοναδικό μου καταφύγιο
προτού με δυναμώσει η δυστυχία.

Το ημερολόγιο βέβαια
φέρνει τον Αύγουστο κάθε χρόνο ταχτικά
όμως ο μήνας ο δικός μας δεν θα ξαναρθεί
ποτέ δεν θα επιστρέψει ούτε μια μέρα καθαρή
ούτε μια νύχτα

Ούτε μια νύχτα σαν κι αυτές πού φτιάξαμε μαζί.

οδός Σοφοκλέους, 1959

Δεν έχω τίποτα γι’ αυτήν εδώ τη γυναίκα
ούτε λύπη, ούτε κατανόηση, ούτε φωτιά για το τσιγάρο της
– άλλος ανάβει ελπίδες άλλος δυναμίτες
εγώ
δεν ξέρω να παρηγορώ
δεν έχω ελπίδα
δεν έχω φράγκο κύριοι και κυρίες
κι αυτή η γυναίκα θα πεθάνει αύριο
μες στη γλυκειά τουριστική σας πολιτεία.

«ανία»

Άλλοι πεθαίνουνε στ’ αλήθεια
με τσακισμένα χέρια γόνατα συνθήματα
με την απελπισία μπηγμένη στην καρδιά τους μέχρι τη λαβή
δεν γονατίζουν ούτε πόντο τη ζωή τους
πεθαίνοντας δαγκώνουνε το θάνατο στο λαρύγγι —

κι εσύ
ξαπλωμένος στο γρασίδι
με την ωραία λιακάδα στα μαλλιά σου
παίζεις το κρυφτούλι με τη λύπη!

*Από τη συλλογή «Στοιχεία Βιογραφίας» (1962) που συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο «Ραγισμένο Ταμπούρλο», εκδ. Ύψιλον, Νοέμβρης 2006, σελ. 35-37. Ζητώ συγνώμη για τη μη διατήρηση -λόγω τεχνικού προβλήματος- του πολυτονικού συστήματος στο πρωτότυπο.

**Η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από το http://diffusedlight.blogspot.com

Εμμανουέλα Αγγουράκη, Δύο ποιήματα

fishfir11

Αντί προλόγου

Λίγα απόμειναν ταξίδια να γυρίσω
σε πολιτείες ξένοιαστα απατηλές
σε δρόμους και πλακόστρωτα
με μιας να οδοιπορήσω
ατέρμονες στο νου ανηφοριές
λίγα απόμειναν ταξίδια μου στη μνήμη
ονείρου αλαλάζουσες φωνές
ποιος άραγε να δει και ποιος να κρίνει

Λίγα τα βήματα που χάραξα στην άμμο
σταγόνες του κορμιού μου ερημιάς
στο φύσημα του ανέμου πώς τα χάνω
κι ας είναι τα στιχάκια μου στο μήκος
δάκτυλα μιας πιθαμής
ίσως με αυτά κάποτε ίσως
φύγει το βάρος μιας σιωπής.

Ηράκλειο

Σαν το κλειστό προαύλιο
σαν τον αχό που καρτερεί
το αλάλαγμα του πόνου

το θάρρος σου
Ηράκλειο ζητώ
όμως το άδικο
θα ‘ναι να με ζητήσεις

Όμως για σένα Ηράκλειο
ελπίδα μου και αύριο
για μένα που σημαίνεις
τα ακροτελεύτια δάκρυα κεντήματα
θα βρω
κρυμμένα που τα έχεις

τα πάθη σου Ηράκελιο
μετρώ
όμως το άδικο
θα ‘ναι να με μετρήσεις

Δημήτρης Τρωαδίτης, Μια καλημέρα προσδοκίας

533809_455470787842647_95182648_n

Όχι άλλες αγωνίες στ’ ανήλιαγα υπόγεια
Να πυρπολήσουμε τα λουλούδια που μας κοροϊδεύουν
Οι φωνές μας να μην αυλακώνουν βολοδέρνοντας τους ανέμους
Κανένας αιχμάλωτος της κάθε Κίρκης
Να πούμε μια καλημέρα προσδοκίας
Να βρούμε μια νέα ανάσα
Να στηρίξουμε τις λιμνασμένες ελπίδες
Να λιποτακτήσουμε απ’ την ανώνυμη ζωή μας

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ανθρωπάκι

Otterness-Wealthy-Man-1997-etching-edition-of-40-email

Τον άκουγα να ωρύεται στις εξώπορτες
ζητώντας νοίκι από τ’ ορφανό,
στερώντας από δουλειά τον πεινασμένο.
Κι όταν τις νύχτες στο φως της λάμπας
υπολόγιζε τόκους κι επιτόκια,
ο ίσκιος του, ξεχειλίζοντας το δωμάτιο,
χυνόταν αργά από τα παράθυρα
σ’ αμέτρητα ποτάμια κατάμαυρης λάβας.

Άννα Ιωαννίδου, Στο τούνελ της κρίσης (αποσπάσματα)

4

«ΕΘΝΟΣΩΤΗΡΕΣ»

Κηρύχθηκε η έναρξη των υποχωρήσεων και του εξευτελισμού.
Με το δούρειο ίππο της διάσωσης
μπήκαν οι «εθνοσωτήρες» στο επίκεντρο της ζωής.
Έτοιμοι να διαγράψουν
το αποτύπωμα της ελληνικής ψυχής.
Για την κυβέρνηση,
επέμβαση διάσωσης.
Για το λαό,
αυταρχικός συμβιβασμός.

ΚΑΤΩ ΤΟΥ ΚΟΣΤΟΥΣ

Η αγγελία έγραφε με κόκκινα έντονα γράμματα:
«η Ελλάδα πωλείται κάτω του κόστους».
Μοναδική προσφορά!
Η αγορά άκρως συμφέρουσα.
Στην ίδια τιμή
περιλαμβάνονται και οι κάτοικοι της χώρας…


ΠΑΡΑΠΟΝΑ ΣΕ ΑΝΑΜΟΝΗ

Πολίτες αγχωμένοι,
δέσμιοι ενός αδηφάγου Δημόσιου.
«Άβουλα» όντα περιφερόμενα
ανάμεσα σ’ ορόφους και γραφεία.
Πρόσωπα αλλοιωμένα απ’ τη δυσφορία.
Βιώνουν την «εμπειρία» της αναμονής
στους διαδρόμους μιας υπηρεσίας.
Σφίγγουν τα δόντια,
καταπίνουν το ουρλιαχτό τους.

Οι ώρες περνούν αργά, βασανιστικά
ανάμεσα σε υπογραφές και σφραγίδες.
Η εξυπηρέτηση,
λέξη άγνωστη για την υδροκέφαλη διοίκηση!
Οι διαμαρτυρίες πέφτουν στο κενό.
Γι’ αυτές υπάρχει ειδική πρόβλεψη:
το κουτί παραπόνων…

* Από την ποιητική συλλογή “Στο τούνελ της κρίσης” που απέσπασε το Β΄Βραβείο στο Διαγωνισμό του περιοδικού “Κελαινώ” 2012.

2012 in review

The WordPress.com stats helper monkeys prepared a 2012 annual report for this blog.

Here’s an excerpt:

4,329 films were submitted to the 2012 Cannes Film Festival. This blog had 33,000 views in 2012. If each view were a film, this blog would power 8 Film Festivals

Click here to see the complete report.

Fernando Pessoa, Το καπνοπωλείο

tumblr_m6i7372y4z1rp8l3mo1_1280[1]

Δεν είμαι τίποτα.
Ποτέ δεν θα’ μαι τίποτα.
Δεν μπορώ να θέλω να’ μαι τίποτα.
Πέρα απ’ αυτό, έχω μέσα μου τα όνειρα του κόσμου όλου.

Παράθυρα της κάμαράς μου,
Μιας κάμαρας, στα εκατομμύρια του κόσμου, που κανείς δεν γνωρίζει ποιά είναι,
(Κι αν την ήξεραν, τι θα ήξεραν;),
που βλέπει στο μυστήριο ενός δρόμου γεμάτου περαστικούς.
Σ’ ένα δρόμο απροσπέλαστο για όλες μου τις σκέψεις.
Πραγματικό, απίθανα πραγματικό, βέβαια, αβέβαια βέβαιο.
Με το μυστήριο των πραγμάτων κάτω από τις πέτρες και τα όντα,
Με τον θάνατο που υγραίνει τους τοίχους και ασπρίζει τα μαλλιά των ανθρώπων.
Με το Πεπρωμένο που σέρνει την άμαξα των πάντων, μέσα από το δρόμο του
τίποτα.

Σήμερα είμαι ηττημένος, λες και γνώρισα την αλήθεια.
Σήμερα είμαι διαυγής, λες και πρόκειται να πεθάνω.
Λες και η επαφή μου με τα πράγματα δεν ήταν μεγαλύτερη
απ’το να πω ένα αντίο, αυτό το σπίτι κι αυτή η γωνιά του δρόμου να γίνονται
μια σειρά από βαγόνια, που αναχωρούν στο άκουσμα μιας σφυρίχτρας
που αντηχεί μέσα απ’ το κεφάλι μου,
και ένα τίναγμα των νέυρων κι ένα ράγισμα των οστών καθώς πηγαίνουν.

Continue reading

Nanni Balestrini, από το “Σώματα σε κίνηση και σώματα σε ισορροπία”

Nanni-Balestrini4

Θα μπορούσαμε να κάνουμε χωρίς,
τα δέντρα κάνουν πάρα πολύ θόρυβο,
μα τι κάθονται και κάνουν τα άλογα, καθένας για λογαριασμό του
θα είχαμε καταλήξει να χαθούμε,
να επιστρέψουμε, να κάνουμε όλα αυτά που θες, κάποιες
φορές τα δέντρα καταφέρνουν
να μεγαλώνουν προς τον ουρανό φιλοδοξώντας την έκρηξη της αναπάντεχης
στιγμής, περιμένοντας να σταματήσει
να βρέχει, εμπνευσμένοι από το ένστικτο τρέχοντας από τη μια ήπειρο στην άλλη,
δασύτριχοι, υποκινούμενοι από την υστερία
η καρδιά γεμάτη με κουμπιά τα δάχτυλα βυθισμένα, κουλουριασμένα,
όμορφα όπως ήτανε από τη βάρκα,
ας φυσήξουμε πάνω, τέλος.

[μτφρ. κυόκο, σταύρος]
Filed under: Τεφλονομεταφράσεις,Τεύχος Έξι — kyokokishida @ 1:29 πμ

*Αναδημοσίευση από το http://teflon.wordpress.com

Έρμα Βασιλείου, Δύο ποιήματα

0

Ήταν παλιοί καιροί

κι ήμουνα σ’ αμφιθέατρα
σε κήπους θεϊκούς
στωική και ονειροπόλα
κι εκεί πατούσες το κορμί μου
να το νιώσεις έλεγες
γιατί οι νίκες έχουν χρόνο για τον
ηττημένο μόνο
σε βλέπω που ετοιμάζεις
την πομπή που θα μας πάρει
εσένα σ’ ουρανό
και μένα σ’ άλλο μάρτυρα,
στου νου φεγγάρι
τώρα θα το δεχτώ να με νικήσεις
όπως το σχεδίαζες
καλόψυχα να σώσω τα μετάλλιά σου

Όταν πλησιάζουν οι εχθροί

όταν κοντέψουν οι ωκεανοί
το στενό
στο φαράγγι αντέχει
στις διαταγές του πνεύματος αρκούν
κρατήθηκαν τ’ αντίτιμα
στις τρύπιες εσοχές των εσωρούχων
δεν χάθηκε τίποτε,
τίποτε
δεν έπαψε τίποτε
τίποτε
καρτερικά τα μέτρα
του μυαλού τα δέχονται
τα ηχεία
κι είναι μοιχεία να μην ελπίζεις
μ’ ένα άδειο κουβά στη βροχή

*Από την “Αισθητική της σκιάς” (Από την ειδική σειρά βιβλίων “Άμισθα Χρόνια”), Μελβούρνη