Εύη Γκάλαβου, Άτιτλο V.

388937_3787665374816_1469514795_n

Αγκυροβολημένη σε λευκό κρεβάτι,
να κοιμάμαι λυτρωμένη
που επιτέλους γεύτηκα τη ζωή.
Μέσα μου ακούγεται η τρικυμία της έξω θάλασσας
εσύ όρθιος,
δίπλα στις ανοικτές σημειώσεις.
Άνοιξα τα μάτια,
το δάκτυλό σου
είχε ματώσει από τις κίτρινες σελίδες
ρουφούσες βιαστικά λέξεις
αίμα εικόνες
σκέψεις
μνήματα
χορταριασμένη ζωή.
Μάζεψα την άγκυρα
με βαριά βήματα σε έφτασα,
επιτέλους.
Σχημάτισα κύκλους αιώνιους μέχρι να σε αγγίξω.
Δυο βαθιές πληγές σε ένα δάκτυλο
σε εκείνο που γράφεις σε μένα
σε σένα
στους τοίχους
στις εικόνες που κρέμονται από τους γαλάζιους
ουρανούς.
Κάλυψα με το κορμί μου
τη γυμνή σου σάρκα
ταξιδέψαμε με το λευκό κρεβάτι χωρίς άγκυρες.

Τζούλια Φορτούνη, Το κορίτσι με το σκουλαρίκι και οι ομόκεντροι κύκλοι της απώλειας

Παναγιώτης-Παπαθεοδωρόπουλος-1-620x422

“Στο Νίκο”

Τη λέγαν Μαρία κι έμενε στον καταυλισμό που έστηναν οι δικοί της, δίπλα στο υδραγωγείο. Ερχόταν την άνοιξη και έφευγε το φθινόπωρο. Μαζί με τους πελαργούς του χωριού, γιατί τα χελιδόνια στον τόπο μας είχαν αυθαίρετα δρομολόγια. Κάθε φορά που ερχόταν, την έστηνε έξω από το σχολείο μέχρι να σχολάσω κι ύστερα μ΄ ακολουθούσε ως το σπίτι. Την έβλεπα πίσω από το παντζούρι του καλού δωματίου μας, να στέκεται μπροστά στη σιδερένια πόρτα της αυλής. Άλλοτε να περιεργάζεται τα περίτεχνα κάγκελα κι άλλοτε να κοιτάζει επίμονα το παράθυρο. Κυρίως, εστίαζε το βλέμμα της στο κόκκινο ποδήλατό μου, που ήταν αφημένο δίπλα στη βρύση.
Ύστερα, εγώ μετακινούσα τη σερβάντα και έσερνα το μεγάλο τραπέζι μπροστά από εκείνο το παράθυρο. Άνοιγα το παντζούρι και τραβούσα ελαφρώς τη βαριά κουρτίνα. Τοποθετούσα τα βιβλία μου εκεί κι έκανα πως μελετούσα. Η δικαιολογία μου ήταν πως διαβάζω στο καλό δωμάτιο και όχι στην κουζίνα, όπως συνήθως, γιατί χρειάζομαι φως και ησυχία. Εγώ, που λάτρευα το σκοτάδι και τους συνήθεις ήχους του σπιτιού…

Παρατηρούσα έτσι τη Μαρία, ξέροντας πως εκείνη δεν με βλέπει. Είχε ψηλώσει από πέρυσι, σχεδόν με έφτασε. Μάλλον φορούσε ρούχα από μεγαλύτερα κορίτσια. Και τακούνια. Μια ακαθόριστη συστολή, αλλά περισσότερο η αναμονή μιας γνώριμης τελετουργικής διαδικασίας, μ΄ εμπόδιζε πάντα να πάω πρώτη να της μιλήσω. Έπαιρνε κάθε φορά, μέρες η προσέγγισή μας.
Συνήθως μιλούσαμε την πρώτη Κυριακή, μετά τον ερχομό της. Με περίμενε στην εκκλησία. Όταν μετά το αβάσταχτο μαρτύριο της ορθοστασίας και της αναμονής του «Δι’ ευχών» πετούσα από τα κάγκελα στην αυλή τα κόκκινα λουστρίνια μου και τις λευκές μου κάλτσες κι άρχιζα το ανελέητο τρέξιμο. Πίσω μου έτρεχε λαχανιασμένη η Μαρία. Διασχίζαμε όλο τον κάτω μαχαλά. Εγώ μπροστά κι εκείνη πίσω. Να ρίχνω κλεφτές ματιές να δω αν μ΄ ακολουθεί μετά τις στροφές. Η συνέχεια προδιαγραμμένη. Δυο κορίτσια ξυπόλυτα, με σκούρο δέρμα, ψιλόλιγνα, με μπερδεμένα μαύρα μαλλιά να τρέχουν μέσα στα αμπέλια. Ώσπου ξέπνοες, φτάναμε στο ποτάμι. Εκεί ξαπλώναμε στο ανάχωμα και αφού παίρναμε μιαν ανάσα, βάζαμε τα γέλια. Γέλια ασταμάτητα και αναίτια.

Ώσπου η Μαρία έβγαζε από την τσέπη της ένα ζευγάρι μεγάλα σκουλαρίκια. Από αυτά που πουλούσαν φαντάζομαι οι δικοί της στα πανηγύρια. Ένα για μένα, ένα για κείνη. Με κλιπς. Γιατί τα αυτιά μας δεν ήταν ακόμη τρυπημένα. Η πρώτη λέξη λοιπόν ήταν συνήθως δική μου και ήταν πάντα: «Αχ τι όμορφα!» Όλο το καλοκαίρι στραφτάλιζαν τα σκουλαρίκια στ΄ αυτιά μας. Το αριστερό εγώ, το δεξί αυτή. Πολλές φορές τα χάναμε, αλλά πάντα τα ξαναβρίσκαμε, λες και υπήρχε μια θεά, η θεά των χαμένων σκουλαρικιών, όπως τη λέγαμε και μας τα αποκάλυπτε. Το χειμώνα, όταν οι πελαργοί και η Μαρία αποδημούσαν, τα σκουλαρίκια χάνονταν οριστικά. Το δικό της ανάμεσα στα κιλίμια και στα μπακίρια των τσαντιριών, το δικό μου στα σκαρφαλώματα και στ΄ αγορίστικα παιχνίδια. Γιατί η Μαρία ήταν η μοναδική φιλενάδα των παιδικών μου χρόνων. Μπορεί τότε να μη το παραδεχόμουν –πώς να παρουσιάσω άραγε ένα γυφτάκι στην αγοροπαρέα μου, πώς να πω στη μαμά μου πως παίζω με μια τσιγγάνα- όμως τώρα που αποτιμώ φιλίες και σχέσεις το ξέρω καλά. Έφευγε λοιπόν και μαζί της χάνονταν όλες οι κοριτσίτσικές μου ασχολίες.

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, Αντίδοτο

Art-2-260-41

δεν ξέρω αν πονώ
όταν γράφω
ή όταν σκέφτομαι

μεθώ με την
ιστορική μνήμη
πασχίζω ν’ αναδείξω
τ’ ανεξίτηλα σημάδια
προηγούμενων φαντασμάτων

σ’ απόπειρες κατά του
όποιου κατακερματισμού
υποτιθέμενων φωταψιών
στιγμιαίες επάρσεις
κι απαγορεύσεις

σαν αιώρημα στο κενό
σ’ αιθέρες αμφιβολίας

γι’ αυτό η όποια ποίηση
παραμένει κλάμα
αντίδοτο
στην ταρίχευση
της μνήμης

3/9/2007

*Ποίημα και εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://bibliotheque.gr/?p=13635

Θεοχάρης Παπαδόπουλος, Επίσκεψη

17141_gallery

Φαντάζεσαι την ειρήνη,
με φόρεμα ολόλευκο,
να σου χαμογελά,
με άσπρα περιστέρια συντροφιά της.
Σαν έρθει η ειρήνη να σε βρει,
σαν χτυπήσει την πόρτα σου,
θα φορά κόκκινο φόρεμα,
το σώμα της θα είναι γεμάτο πληγές,
θα κλαίει.
Θα είναι μόνη καθώς
τα περιστέρια κατασπαράχτηκαν
απ’ τα γεράκια του πολέμου.
Και τότε μ’ έκπληξη θα δεις
πληγές που ο ίδιος άνοιξες
έστω κι αν κράτησες
τα χέρια σταυρωμένα.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Σιγανή βροχή

184546_349765265122857_1904526139_n

Σιγανή βροχή
χασμουριέται
στο παραπέτασμα
στις ρωγμές των βράχων
στις χαραμάδες των κτιρίων
στις οπτασίες των πόλεων
στα θροΐσματα των δασυλίων
στον ανάστροφο στρόβιλο
των πεζοδρομίων
στις παιδικές ανεμοζάλες
στις αποδράσεις
όταν σβήνουν όλα τα φώτα.

Rachel Jacobs, Ένα δρομάκι

50bec_epiki-gkafa-odigou-fortigou-06

Σκοτάδι, μόνη, απομονωμένη
στο κρυμμένο μέρος της πόλης
ξεχασμένη, κοιμισμένη, άδεια
εκεί όπου σακούλες ίπτανται
και τρωκτικά κυκλοφορούν
σε βρώμικες λακκούβες
φτιαγμένες από επιθετικές όξινες βροχές
και στις σκιές ύπουλες λάσπες
ξεγλιστρούν μέσα κι έξω
από τους υπονόμους.

*Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης

Γιάννης Γιαννουλέας, Δύο ποιήματα

R001-029

Αναπνέοντας άπειρο

Αγνοώ την κοινή πρόληψη!
Το γέμισμα του φεγγαριού,
η εναλλαγή της μέρας με τη
νύχτα,
το σύντομο πέρασμα της άμμου
στην κλεψύδρα
είναι στην αληθινή μου φύση.
Μόνο φευγαλέα
αντιμετωπίζω την πιθανότητα
μιας τρικυμίας
απροσδόκητης,
ενός ύφαλου
αιφνίδιου —
το τσιγάρο εδώ
ίσως παίξει
το ρόλο του,
να μετατρέψει δηλαδή
σε πολύκλαυστο ναυάγιο
το πολλά υποσχόμενο ταξίδι μου
στη β΄ θέση
του πλοίου.

Τίποτ’ άλλο

Τίποτα δεν χρειάζομαι
στη ζωή μου
όχι
παρέες — ακατάσχετες — λόγια —
δίχως αντίκρισμα — συγγενείς —
αιμοδιψείς — άνευ — ουσίας —
αντιπαράθεση.
Τίποτα δεν χρειάζομαι
στη ζωή μου
μόνο έναν απλό, ανεπιτήδευτο,
συνειδητό φίλο.

*Από την ποιητική συλλογή “Απροσδόκητος Κήπος”, Αθήνα 2005.

**Ο Γιάννης Γιαννουλέας γεννήθηκε το 1962. Έκανε σπουδές σκηνοθεσίας κινηματογράφου και γύρισε τις ταινίες: Η άλλη πλευρά (1985), η μοναδική ολοκληρωμένη κινηματογραφική συνέντευξη του παλαίμαχου επαναστάτη Άγι Στίνα (διάρκεια 25΄) και Καλημέρα Μανάγκουα (1987), ένα ταξιδιωτικό ντοκιμαντέρ στη Νικαράγουα των Σαντινίστας (διάρκεια 10΄). Ελλείψει χρηματοδότησης, τα κινηματογραφικά σχέδια εγκαταλείφθηκαν νωρίς. Τα επόμενα χρόνια συνδύασε το βιοποριστικό καταναγκασμό, την παρακολούθηση σεμιναρίων τέχνης, την πολιτική δράση, τη δημοσίευση διηγημάτων σε διάφορα έντυπα (περιοδικό “9″ – εφημ. Ελευθεροτυπία, “Δρομολόγια”, “Big Bang”). Στη διάρκεια αυτή έγραψε το βιβλίο: Σε 45 τετραγωνικά: Tαχυδράματα (Απόπειρα, 1997). Απόσπασμα του βιβλίου περιλαμβάνεται στο σχολικό βοήθημα Η Νεοελληνική γλώσσα και Έκθεση στο Ενιαίο Λύκειο (εκδόσεις Πατάκη, 1998). Δημοσιεύει συχνά κείμενα κινηματογραφικής κριτικής. Διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://lathrometanastis.wordpress.com/

***Η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από το http://diffusedlight.blogspot.com

Γιώργος Γιαννόπουλος, Ο ζωγράφος κι ο διάβολος

b164520

Μια μέρα ο διάβολος δέχτηκε τον ζωγράφο.
—Σε θαυμάζω, του είπε.
Αποδίδεις με πιστότητα το περίγραμμα
των πραγμάτων.
—Έχω μια κόρη, απάντησε ο ζωγράφος.
Είναι βυθισμένη στην καλή λογοτεχνία.
Το νεφρό της έσκασε σαν καρπούζι.
—Σε πιστεύω, απάντησε ο διάβολος.
Κι εμένα δουλειά μου είναι το εμπόριο του λευκού.
—Το γνωρίζω, απάντησε πάλι ο ζωγράφος,
κι ένιωσε να ματώνουντα χείλη του απ’της ζωής τ’ ανείπωτα.
—Δεν πιστεύω να με μπερδεύεις με τον πατέρα σου,
ακούστηκε σαν φίλος ακατονόμαστος.
—Μα δεν με λένε Χριστόφορο, αντέκρουσε
λίγο σαστισμένος, ο ζωγράφος.
Τότε ανοιγόκλεισε τα μάτια.
Έξω από τη Βιβλιοθήκη της Βιέννης
χιόνιζε.

*Από την ποιητική συλλογή «Το θέρος των βροτών», εκδ. «Ένεκεν», 2010.

Στρατής Παρέλης, Ζω αναζητώντας την διττή έκλαμψη

sideras

Με φτάνει ο θόρυβος- σαν να είμαι
ένα μεγάλο αμόνι
που πάνω του σφυροκοπά η ζωή
τις εκδοχές της θλίψης.
Μόνος στην κάμαρα. Με θέα την λύπη.
Δεν είμαι το κέντρο κανενός κύκλου,
είμαι η συντέλεια μιας παρακμής που για λίγο
εντείνεται
Και πληγώνει το φιλέρημο άστρο.
Αχνά στην μνήμη λουλουδιών φαντασμαγορίες
δυνητικές, κρότοι που αναστατώνουν
τον ύπνο, ιερές μορφές
μέσα στο δάσος που η νύχτα το ελεεί
με ξαφνική λιανή βροχούλα.
Αφήνω τον ψίθυρο της ψυχής σου να φτάσει
στο κατώφλι μου.
Αφήνω το φως να στεγνώνει
την αντιπαράθεση των σκιών.
Ζω αναζητώντας την διττή έκλαμψη
του Καλού του Κακού και του σκότους
που προηγείται όταν οι λέξεις διασαφηνίζουν
την νίκη, πάνω σε όλα, του Νου.

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το μπλογκ του Στρατή Παρέλη στο http://stratisparelis.blogspot.com

Νεκταρία Μαραγιάννη, Παγωνιά

348202568612460_704003832_n

Έφυγαν…
Μητέρα, στα πόδια Σου εναποθέτω τα αντισώματα που πρόσφερες
στα πονεμένα χέρια μου…
Έφυγε Το Φεγγάρι,
Ουρανέ, άνοιξε την αγκαλιά Σου,
λύτρωσέ με από την αμαρτία μου: αγάπησα!

Δροσίζομαι με την αλμύρα
μιας ανέφικτης θάλασσας, μιας ανέφικτης ζωής…
…ένας ήλιος καίει με τις ακτίνες του δυο σκιουράκια
που περπατούν,
ταξιδεύει πάνω από θάλασσες, από ανθρώπους,
αναζωπηρώνει τους ξεχασμένους ανέμους
κι αυτοί μπερδεύουν τα φύλλα στα πόδια των περαστικών…
Κλεφτές ματιές, άγριες ματιές, λιγόψυχες ματιές
σε ό,τι αναζωπυρώνει τις λησμονημένες ιστορίες αγάπης…
Δεν είναι άνθρωποι αυτοί!
…μια πολυκατοικημένη τσιμεντούπολη της Μέγα αναλγησίας
ενός τσίρκου…

Ένας ήλιος ματώνει, ο ΄Ηλιος ματώνει τους γαλαξίες,
πεθαίνουν τα φεγγάρια,
πεθαίνει Το Φεγγάρι…
Έμεινα μόνη, πνίγηκε το “κλουβί χωρητικότητας δυο ψυχών”,
πνίγηκε από την αλμύρα της ζωής,
πνίγηκε από την αγάπη που χαράζουν οι δείκτες της καρδιάς μου,
από την αγάπη που χάραξα πάνω στα λευκά πέταλα των ρόδων…
Ο Ήλιος μου έγινε βροχή…
Στους δυο καθρέφτες, ο ματωμένος έσπασε,
πέθαναν δυο καρδιές…
Ο άλλος;

Νέττα