Μαρία Πισιώτη, Μέσα μεταφοράς

potapotita

Το τρένο φεύγει απ’ το σταθμό
κι εσύ με το εισιτήριο
παίζεις κρυφτό.
Το πλοίο σφυρίζει στο λιμάνι
-νέο ταξίδι-
κι εγώ τα ναυάγια μετρώ
που πιάστηκαν στο δίχτυ.
Το αεροπλάνο γεμίζει τον ουρανό
κι εμείς αλλοπαρμένες κουκίδες
της γης μηδενικά
τρέφουμε τα σκουλήκια της.

*Από την ποιητική συλλογή “Το υδάτινο πέρασμα του χρόνου”, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 2001

**Αναδημοσίευση από το μπλογκ της Μαρίας Πισιώτη στο http://hdyli.wordpress.com

Joyce Mansour, Αποσπάσματα από τις ”Κραυγές” (1953)

b21672

Εγωιστικά μ’αγαπάει εκείνη,
της αρέσει που πίνω τα νυχτερινά της σάλια
της αρέσει που περπατώ τ’αλατισμένα χείλια μου
πάνω στις άσεμνες γάμπες της,
πάνω στα πεσμένα στήθια της
της αρέσει που θρηνώ της νιότης μου τις νύχτες
ενώ αυτή στερεύει τα μούσκλα
που απ’τις άνομες επιθυμίες της αγανακτούνε
Δεν είναι από λάθος μου αν τα νύχια σου μακραίνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν τα μαλλιά σου μεγαλώνουν
Δεν είναι από λάθος μου αν κανείς δεν σ’έκλαψε
Δεν είναι από λάθος μου αν πάγωσες αγαπημένε
Δεν προσδόκησα το θάνατό σου

**

Ναι έχω δικαιώματα πάνω σου
Σε είδα να στραγγαλίζεις τον κόκορα
Σε είδα να ξεπλένεις τα μαλλιά σου μέσα στο βρωμόνερο
των υπονόμων
Σε είδα μεθυσμένο από την μπόχα των σφαγείων
το στόμα γεμάτο κρέας
τα μάτια πλημμυρισμένα μ’ όνειρα
να βαδίζεις κάτω από το βλέμμα ανθρώπων ξεπνοϊσμένων
Μ’ αρέσει να παίζω με τα μικροπράγματα
Τ’αγέννητα πράγματα ρόδινα στα μάτια μου της τρέλας
ξύνω, σουβλίζω, σκοτώνω, γελώ.
Νεκρά τα πράγματα δεν σαλεύουν πια
κι’εγώ νοσταλγώ τον πυρετό μου της τρέλας
λυπάμαι τα εκφυλισμένα γονικά μου
θα’θελα ν’αφανίσω των ονείρων μου το αίμα
καταργώντας έτσι τη μητρότητα.

**

Αφού σε προκαλούν τα στήθια μου
θέλω τη λύσσα σου
θέλω να δω τα μάτια σου να βαραίνουν
τα μάγουλά σου να ρουφιούνται να χλωμιάζουν
θέλω τ’ ανατριχιάσματά σου
θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια
πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα
οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε
Τα βίτσια των αντρών είναι η επικράτειά μου
οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου
αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις
γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.

**

Το μπηγμένο καρφί στον ουράνιο μάγουλό μου
τα κέρατα που βλασταίνουν πίσω απ’τ’αυτιά μου
οι πληγές μου που δεν γιατρεύονται ποτές
το αίμα μου που γίνεται νερό που διαλύεται που ευωδιάζει
τα παιδιά μου που στραγγαλίζω εισακούοντας τις ευχές τους
όλα ετούτα με κάνουν Κύριό σας και Θεό σας

**

Άσε με να σ’αγαπώ
αγαπώ τη γεύση απ’το παχύ σου αίμα
το κρατώ καιρό μέσα στο δίχως δόντια στόμα μου
η πυράδα του μου καίει το λαρύγγι
αγαπώ τον ιδρώτα σου
μ’αρέσει να χαϊδεύω τις μασχάλες σου
περίρρυτες από χαρά
άσε με να σ’αγαπώ
άσε με να γλείφω τα κλειστά σου μάτια
άσε με να τα τρυπήσω με τη σουβλερή μου γλώσσα
και τη γούβα τους να γεμίσω με το θριαμβευτικό μου
σάλιο
άσε με να σε τυφλώσω.

*Απόδοση: Έκτωρ Κακναβάτος

**Αναδημοσίευση από το http://surrealism9.blogspot.com.au/2009/12/joyce-mansour-1953.html

Στρατής Παρέλης, Δύο ποιήματα

0015


Καπνίζουν γύρω μου φθαρμένα τα άστρα

Με μαράγκιασε η χολέρα των πόλεων. Πύκνωσε πολύ πάνω μου ήλιος.
Μια εποχή που αυτά που ζητώ κανένας δεν τα ‘χει
και οι νομοθέτες σε όλα όλους αδίκησαν.
Δευτέρα κυρτή, σαν χάδι δίχως ανταπόδοση.
Δευτέρα ημίγυμνη, σαν πόρνη έτοιμη για κόλασης τρόπο.
Ιερουργώ μες την ανάγκη αλλά το ειπωμένο μου
με καθίζει ξανά στο θρανίο να μάθω ανάγνωση και να αποτάξω
την μέσα μου θύελλα.
Α καιροί που με οξειδώσατε για να με κάνει ο βιοπορισμός υποταχτικό του!
Είναι που ταΐζω χρόνια το κορμί μου αμφισβητήσεις και δεν θα με βγάλει
η αναπνοή
ως το ποιητικό που αγαπώ ξημέρωμα.
Καπνίζουν γύρω μου φθαρμένα τα άστρα.
Η γένεσις φανερώνει κι άλλα απόκρυφα κι εγώ
μόνιμος κάτοικος των ουρανών, ακούω
την σιγανή φωνή της πυθίας κατάθλιψης..

Η εποχή διαβάζει ανορθόδοξα τις λιανές μας ψυχές

Οι κανόνες διαγράφονται ακέραια μιας και η εποχή διαβάζει ανορθόδοξα τις
λιανές μας ψυχές.
Κρυώνουν οι καρδιές μας. Ας δικάσουν
οι επόμενοι την ιστορία πυρπολώντας
με αποφάσεις φωτιάς την καταδίκη μας
σε μελαγχολική ανάσα.
Πολύ θαυμάζω τον παγωμένο ουρανό.
Κρατά τα άστρα του ταξινομημένα σε μια αράδα
που κοιτά τον θεό τον ίδιο αφ’ υψηλού αμφισβητώντας
την αυθεντία του.
Η γραμματική μου είναι τέμνουσα σκέψη των όρων που ζω.
Ας επιφέρει εξοστρακισμό ο περίγυρος
της νεολαίας που θα πρέπει κάποτε να μάθει να σκέφτεται.
Νόμιμο είναι μόνο το αίμα όπως το παραδίδει η σκυτάλη των προγόνων
στον νεότερο ήρωα των ημερών..
Θα με βρουν μπροστά τους οι ξεδιάντροποι σκύλοι που δαγκώνουν
αφιλότιμα το λιγοστό μας ψωμί..

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο του ποιητή στο http://stratisparelis.blogspot.com

Τζούλια Φορτούνη, Κόντρες με το Σαχζάτ στη Λένορμαν

1-7-thumb-medium

(στον Σαχτζάτ Λουκμάν που δολοφονήθηκε τα ξημερώματα της 17 Γενάρη 2013)

Μόλις άκουσα την είδηση ταράχτηκα. Κάθε φορά που ακούω για «ατυχήματα» με ποδηλάτες ταράζομαι. Αυτή τη φορά περισσότερο. Μου φάνηκε πως τον γνώριζα τον Σαχζάτ. Πως οι ματιές μας είχαν διασταυρωθεί ένα Σαββάτο απόγευμα στη Λένορμαν. Την ώρα που γυρνούσαμε. Εγώ από την ποδηλατοβόλτα μου στο κέντρο κι αυτός από το πόστο του στη λαϊκή των Πετραλώνων. Κινούμασταν κι οι δυο στο λεωφορειόδρομο. Παραβγήκαμε μάλιστα. Εγώ με το εκκεντρικό ακριβό μου ποδήλατο κι αυτός με ένα παλιό σιδερένιο μοντέλο του 80. Εγώ κουβαλούσα τις εικόνες μιας παρακμάζουσας πόλης και κάτι απροσδιόριστες ενοχές για τους άστεγους που επιμελώς απέφευγε το βλέμμα μου στις εισόδους των κτηρίων κι αυτός ένα βαρύ ξύλινο καφάσι γεμάτο πραμάτεια και δυο σακούλες αριστερά και δεξιά στο τιμόνι. Ήταν εκείνο το απόγευμα του Νοέμβρη που άρχισε να φυσάει ξαφνικά πολύ δυνατά και ξεριζώνονταν δέντρα και εκτοξεύονταν από τις πολυκατοικίες γλάστρες και άλλα περίεργα αντικείμενα.

Continue reading

Daisy Miller, Στο σκοτάδι

r001-0002

Όταν το σκοτάδι επέρχεται έρποντας
καταλαμβάνει το δρόμο
φέρνει μαζί του μια περιπλάνηση
μεταφέροντας μπουκάλια με όνειρα
ιδέες δολοφονίας και βασανισμού

όμως ο δρόμος παρατηρεί σιωπηλός
και παραμένει στο σκοτάδι

*Μετάφραση από τα αγγλικά Δημήτρης Τρωαδίτης

**Η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύεται από το http://diffusedlight.blogspot.com

Ania Walnizz, Δύο ποιήματα

230px-Red_Balloon

Κοκκινοσκουφίτσα

Κοκκινοσκουφίτσα
πάντα έχω μια τέτοια καλή στιγμή
καλή στιγμή, καλή στιγμή,
καλή στιγμή κορίτσι μου
Κάθε μέρα
από το πρωί ώς το βράδυ
Κάθε ώρα
και κάθε εικοσιτέσσερις ώρες
ήθελα να ξυπνώ, να ξυπνώ
ήμουν τόσο αξιαγάπητη, γεμάτη ζωή
ένα τέτοιο μικρό παιχνιδιάρικο
Ήμουν κόκκινη τόσο / τόσο κόκκινη
ήμουν μια ντομάτα
ήμουν στο στόχαστρο του λύκου
Μήπως θέλετε μερικά γλυκά κύριε;
Αγόρασα ένα κόκκινο φόρεμα για μένα
αγόρασα μια κουκούλα για μένα
πάρε μου μια κουκούλα
αγόρασα ένα μαχαίρι

Μήλο

Είμαι κόκκινη
Είμαι ένα μήλο
Είμαι ένα έτοιμο παλικάρι
Είμαι το μικρό
αγόρι της Βαρσοβίας
που επιβίωσε
απ’ όλα αυτά

*Η Ania Walnizz είναι ποιήτρια από την Πολωνία. Τα ποιήματα αυτά δημοσιεύτηκαν στα αγγλικά στο αριστερό πολιτικο-λογοτεχνικό περιοδικό της Μελβούρνης “Overland” No 74 (1979). Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Δημήτρης Τρωαδίτης, Θα ήθελα να μιλήσω

523067_440055696033626_1127852326_n

θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που πέφτουν τα φύλλα
για τον τρόπο που πέφτει μια σταγόνα ιδρώτα
στο ξέφωτο στήθος σου
για τον τρόπο
που κάθεσαι απέναντί μου

θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που δίνουμε υποσχέσεις
σαν τους μεγάλους
που όλο μιλούν για ειρήνη
και διαφυγόντα κέρδη

θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που οι μπάτσοι
αστυνομεύουν τον κάθε χώρο
τις αποβάθρες
τις πλατφόρμες
τα μουχλιασμένα από την πολυκαιρία
και την αναλγησία διαμερίσματα

θα ήθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που διασταυρώνονται
τα συνοικιακά λεωφορεία
φρακαρισμένα από ιδρωμένες γραβάτες
και σκονισμένα παπούτσια
αγχωμένων δημοσίων υπαλλήλων

τα απογεύματα θα ηθελα να μιλήσω
για τον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον καιρό
στα πρώην εργατικά μαυσωλεία
στις λέσχες βιομηχάνων
και τα κρατικά μπουρδέλα
όπου συνωστίζονται έγχρωμες
αλαφιασμένες μετανάστριες

θα ήθελα να μιλήσω
για τις σκληρές μέρες
των οικονομικών κρίσεων
και τις σκοτεινές νύχτες
των ξεχειλισμένων ερώτων

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Θα μπορούσαμε

kandinsky40

Στηρίξαμε την ελπίδα στα χέρια μας.
Όπως χτυπάμε τον κασμά την κρατήσαμε
και σκάψαμε στο μέλλον.
Όπως σφίγγουμε το φτυάρι την κρατήσαμε
να μαζέψουμε τα ερείπια
από τα όνειρα της νιότης.

Συρθήκαμε κάτω από έμφορτα τραπέζια γυρεύοντας ψίχουλα,
τη χαρά που δεν είναι δική μας γυρεύοντας,
μόνο το τραγούδι της ευωχίας ν’ ακούσουμε,
να γνωρίσουμε τη ζωή που για μας είναι ξένη.

Θέλουμε ν’ ατενίσουμε το αίμα που φεύγει από τις φλέβες
και προσφέρεται μ’ ασημένιες κούπες,
με προπόσεις και χειροφιλήματα.
Θα μπορούσαμε τότε να πιστέψουμε στον εαυτό μας,
σαν το στρατιώτη που πιστεύει στα όπλα του
την ώρα της επίθεσης.

Matt Hetherington, Τι είναι ένα ποίημα;

rainbow

είναι ένας χορός τυπωμένος στη σιωπή
είναι ένα ποτό που έχει καλύτερη γεύση αν αλοιφτεί στ’ αυτί σου
είναι ένα κομμάτι παγωμένης φωτιάς

είναι μια πόρτα που ανοίγει σ’ ένα παράθυρο
είναι ένας ψίθυρος που μπορούμε να γεμίσουμε τους δρόμους
είναι ένα δέντρο με τις ρίζες του στον ουρανό

ένα ποίημα είναι ένας θαυμάσιος ατελής κύκλος
είναι μια χειρονομία ενάντια στην προκατάληψη
είναι η μοναχική ψυχή που χαϊδεύεται
όταν η αγάπη γίνεται πολύ αδύνατη

είναι ένα κύμα που σε παίρνει μακριά από την παραλία
είναι ένας κάκτος που ευωδιάζει σαν τριαντάφυλλο
είναι μια χούφτα άμμος που εκσφενδονίζεται στον άνεμο
που γδέρνει τον αγέρα
καθώς απλώνεται σε έναν αγαπημένο τόπο
και μπορεί να κηλιδώσει την ψυχή σου
με μια αγνή ομορφιά του μάταιου

ένα ποίημα είναι ένα άγαλμα πάγου σε ένα σφαγείο
είναι ένα τραγούδι που το μουρμουρίζεις μέχρι να αγγίξεις τον ορίζοντα
δεν είναι τίποτα, δεν είναι

είναι ένα μαύρο κερί που τρεμοπαίζει σ’ ένα δωμάτιο του μέλλοντος
είναι ένα πεσμένο δέντρο που το άκουσε κάποιος να πέφτει
είναι τέχνη που τρομοκρατεί τη ζωή

είναι αυτό που είναι
και ήταν

*Από τη συλλογή Surface (Precious Press, Μελβούρνη 2004), σελ. 17.

**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Κατερίνα Γώγου, Τρία ποιήματα

1988+Ο+μήνας+των+παγωμένων+σταφυλιών,+Εκδ+Καστανιώτη,+1η+έκδοση+1988

6.

Κι όταν τα μάτια άνοιξα
και πλάι και γύρω και παντού
μεγάλη λίμνη έγινε
που πλέανε αιωνόβια μικρούτσικα ανθάκια

8.

Μπορεί και δίκαια…
Προκάλεσα με πάθος τη ζωή.
Ασέβησα δυο φορές γιατί τους ήξερα τους Νόμους.
Άσκησα την όραση για μακριά
κι έχασα τα κοντινά μου

10.

Εσύ!
Εσένα που αγάπησα.
Κοίτα άμα πιεις κι όπως πάντα μεθύσεις
μην πεις ποτέ πως μ’ αγάπησες
Δε θ’ άφηνες να γίνω πλατανόφυλλο
σε ξεροπόταμους να πλέω…

*Από τη συλλογή “Ο μήνας των παγωμένων σταφυλιών”.