Κική Δημουλά, Στην ελπίδα

the+birds

Σε τι άθλιες συνθήκες ζει
στριμωγμένη μέσα μας
σα να’ ναι αέρας χωρίς φτερά
σα να’ ναι φως
από τον ουρανό τιμωρημένο
στα σκοτεινά να πνέει

ανέχεται
να την ενοχοποιούν τα βάσανά μας
πως τ’ αμελεί

να την καταριούνται οι προδομένοι
λες κι είναι η μάνα του Ιούδα

τη ραπίζουν οι απώλειες
πως άλλα είχε υποσχεθεί

τα δέχεται όλα, ευγνώμων
αρκεί που μένουμε όλοι μαζί της

το απωθούμε
σα να μη συμβαίνει του φερόμαστε
κάπως ταπεινώνει να ελπίζεις

κι όμως
ενώ είναι πρωί
σα να νύχτωσε μοιάζει

όταν αντιληφθούμε ότι λείπει η ελπίδα
για λίγο δηλαδή κάνα δεκάλεπτο το πολύ

όσο για να ψωνίσει για μας από δίπλα
κάτι που έχει από παντού αλλού
εκλείψει.

Κατερίνα Γώγου, Σόνια

407930_gogou3

Έγειρε το χλωμό κεφάλι της μ’ ένα λυγμό
κι αποκοιμήθηκε
για πάντα
Πάνω της ο ουρανός ορεινός
άγονο τοπίο-σκοτεινός-
πέτρες μόνο και βράχια κι ούτε βροχή….
Νύφη εσύ με πασαλειμμένο το στόμα σου κόκκινο
τούλια χέρια λιωμένα δαντελωτά
προσφέρανε ικετευτικά
ένα ματσάκι κρινάκια
Γύρω στο χώμα οι φίλες σου
θλιμμένες και βαμμένες υπερβολικά
σουρσίματα αλλόκοτα κάνανε
σαν για να τις προσέξουνε
και παίξουν σε κάποια ταινία
Να αυτό το δαχτυλίδι ποίημα παιδικό
Λόγος Τιμής
αυτή την ώρα που οι Μελλοντικοί
το πέταγμα των αετών μαθαίνουν
αυτή την ώρα που το κούτελό σου
δείχνει εκείνο που δε φαίνεται
την ίδια πάντα ώρα
που οι ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΦΑΛΤΣΕΤΕΣ
τους Διαφορετικούς σκοτώνουν…

Νίκος Καρούζος, Εικόνα

6035802

Γυρίζει μόνος
στὰ χείλη του παντάνασσα σιωπὴ
συνέχεια τῶν πουλιῶν τὰ μαλλιά του.
Ὠχρὸς
μὲ βουλιαγμένα ὄνειρα κι ἀνέγγιχτος
νερὸ τρεχάμενο στὰ ρεῖθρα, ὠχρὸς
ἕλληνας.
Πάντα ὁ δρόμος μέσ᾿ στὰ μάτια του
κ᾿ ἡ λάμψη ἀπ᾿ τὴ φωτιὰ
ποὺ καταλύει
τὴ νύχτα.
Γυρίζει μόνος
στὰ χέρια τοῦ κλαδὶ ἀπὸ ἐλιὰ
γεμάτος πόνο χάνεται στὰ δειλινὰ
αἰσθάνεται
πὼς ὅλα χάθηκαν.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε εἶναι ἄνεργος
τὰ χέρια στὶς τσέπες του
σὰν δυὸ χειροβομβίδες.
Μὴν τοῦ μιλᾶτε δὲ μιλοῦν στοὺς καθρέφτες.
Ἄνθη τῆς λεμονιᾶς
λουλούδια τοῦ ἀνέμου
στεφάνωσέ τον Ἄνοιξη
τὸν κλώθει ὁ θάνατος.

Marc Radzyner, Ο ακαδημαϊκός

mythfather

ισορροπημένος
ανάμεσα σ’ αυτό
και στο άλλο – αβρός
μιλά πάντα με διφορούμενες έννοιες
επίπονες
ελαστικές
τα μπαλάκια στα πόδια του
κατασκευασμένα από λάσπη
και ποτέ δεν προδίδει
τις προθέσεις του
έτσι που ο εγωισμός
αρπάζει την καρδιά του
όποτε περπατά

είναι η σταύρωσή του
και σίγουρα κατανοεί και τις δύο πλευρές
και μπορεί να είναι συμπαθητικός
αλλά δεν μπορεί να καταλάβει
μια απλή αλήθεια
και κάθε ασάφεια στον κόσμο
θα τον κομματιάσει

*Ο Marc Radzyner γεννήθηκε το 1944 στην Ελβετία από Πολωνοεβραίους γονείς. Το 1950 εγκαταστάθηκε στην Αυστραλία, σπούδασε Αγγλική Φιλολογία και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Μελβούρνης και έκανε μάστερ στην αμερικανική και αυστραλιανή ποίηση. Το 1980 εγκαταστάθηκε στο Ισραήλ με την οικογένειά του. Το ποίημα αυτό δημοσιεύτηκε σε παλαιό τεύχος του πολιτικο-λογοτεχνικού περιοδικού της Μελβούρνης “Overland”, αλλά δεν στάθηκε δυνατό να συγκρατηθεί ο αρθμός τεύχους και ο χρόνος έκδοσης.

**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Jaime Svart, Ο Χοσέ Μαρτί και οι απλοί του στίχοι

7f3ea89c91a0a5073362fb5d6b5260be_XL

Ο Χοσέ Μαρτί είναι το παράδειγμα του ήρωα, του δάσκαλου, του φιλόσοφου, του συγγραφέα, του δημοσιογράφου και του ποιητή. Πρωτοπόρος του λατινοαμερικάνικου μοντερνισμού, θεωρείται ανάμεσα στους καλύτερους πεζογράφους που έγραψαν σε καστιλιάνικη γλώσσα στην εποχή του, δοκιμιογράφος, κριτικός τέχνης και, κατά κύριο λόγο, διοργανωτής του Επαναστατικού Κόμματος της Κούβας και του τελευταίου πολέμου για την απελευθέρωση της Κούβας από την ισπανική κυριαρχία.

Από εκείνους τους ανθρώπους που υψώνονται αποφασιστικά στην ιστορία και υπερβαίνουν με το παραπάνω τη στιγμή που τους μέλλεται να ζήσουν , από εκείνους τους ανθρώπους που αγκαλιάζουν με πάθος την ιερή ιδέα της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας και αφιερώνουν γενναιόδωρα τη ζωή τους και το αίμα τους σε βωμούς ενός καλύτερου πεπρωμένου για το ανθρώπινο γένος , από εκείνους τους ανθρώπους ήταν ο Χοσέ Μαρτί, ο Εθνικός Ήρωας της Κούβας.

Continue reading

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

you_are_the_moon_1_by_blue_eyed_raccoon-d4iv635

ΓΡΑΜΜΑΤΑ

Τα γράμματα – σχεδόν – αυτονομήθηκαν
στήνουν στίχους από μόνα τους.
Μα η πρώτη λέξη που όρθωσαν
εκλιπαρεί για την αναίρεσή τους.

Θ – ά – ν – α – τ – ο – ς

Το κάθε γράμμα προσπαθεί
να φύγει από το θήτα.

Σκιές ποδηλάτων
γλιστρούν και χάνονται
στα άσπρα τους χωράφια.

ΒΑLΚΑΝ ΕΧΡRESS

Με μαχαίρωσε πολλές φορές
με έθαψε ζωντανή
είναι θαύμα που σας μιλώ
διότι είμαι νεκρή.
Η μόνη έγνοια μου τα τρένα
αν θα περάσουν στην ώρα τους
να μη με δουν
καθώς τα χαλίκια τακτοποιώ
και κρύβομαι από κάτω.

Ίσως ένα χαλίκι να αρκεί
για να με δει
να πιάνω χέρια άλλων νεκρών
να τους πατάω προς τα κάτω.

*Από τη συλλογή «Η μνήμη του χαρτιού» εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2009.

Ron Riddell, Ο Ezra Pound βρίσκει Άσυλο

C_Krohg-Trett+Tired+1885

Ο Ezra Pound κοιτάζει τον αντίχειρά του
καθώς κάθεται στον ήλιο το απόγευμα.

Ακούει τα αεροπλάνα να βουίζουν πάνω από το κεφάλι του
και σκέφτεται είκοσι εκατομμύρια νεκρούς.

Τι φαντάστηκε ότι
υπάρχει εκεί – μια θέση για την ποίηση;

Ήταν τόσο πολύ ερωτευμένος με
την αντίληψη, το αφηρημένο;

Παρακολουθεί τα κοτσύφια
να χοροπηδούν ανάμεσα σε τριανταφυλλένια κρεβάτια.

Ένας άντρας μπαίνει, κάνει μια πρόποση
μετά μια νοσοκόμα με την ημερήσια δόση του.

Ένα βάζο με χαμογελαστές γλαδιόλες
από το περβάζι του παραθύρου

καθώς το φως ακροστοιχίζεται
για να ζεστάνει το κρεβάτι του.

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Θοδωρὴς Βοριᾶς, Δύο ποιήματα

dangerous_game_by_lostknightkg-d4xfq4j

Ρωγμὲς γεννοῦν τὴ νύχτα

Ἀπόψε γιὰ σένα τρυπιέται
τὸ σκοτάδι  απ’ τὸ φεγγάρι.
Οἱ δρόμοι τῆς Σαλονίκης παραμονεύουν
κι ἐσὺ μαραίνεσαι μὲ μιὰ ζωὴ στὴν ταμπακιέρα,
ποὺ δὲ σὲ κόφτει πῶς νὰ τὴ στρίψεις ἄφιλτρο
κι αφήνεις νὰ στὴ φουμάρουν τυχοδιῶκτες.
Δὲν εἶναι γι’ ἄλλον
τὰ φῶτα τῶν μακρινῶν χωριῶν
ποὺ τρεμοπαίζουν,
γιὰ σένα γεννήθηκε ἡ νύχτα.
Ἂν ξεκολλήσεις απ’ τὶς σπασμένες πλάκες
τῶν πεζοδρομίων
-κι οἱ τοκογλύφοι χάσουν ἕνα σίγουρο χαρτί-
τότε θὰ δεῖς θεοὺς καὶ δαίμονες
νὰ τριγυρνᾶνε στ’ απόμερα σοκάκια.
Θὰ δεῖς τὴ νύχτα νὰ ξεπετιέται
απ’ τὶς ρωγμὲς παλιόσπιτων διατηρητέων
καὶ θ’ ανασάνεις, στὰ γεννητούρια,
τ’ αρώματα τῶν νυχτολούλουδων.

Καρφωμένος στὰ σύννεφα

Τὸ μεσημέρι γυαλίζουν τὰ καρφωμένα σου φτερὰ
στὰ σύννεφα
-φεγγάρι ποὺ ξέφυγες απὸ τὶς νύχτες-
κι ὅσοι μποροῦν νὰ ὀρθώνουν τὸ κεφάλι
θὰ σὲ βλέπουν.
Ἀνυπεράσπιστος στὴ βαρβαρότητα τῆς πόλης,
κατάληξες κι ἐσὺ νὰ αἰωρεῖσαι
πλάι στὸν Προμηθέα.
Τὸ δειλινὸ ματώνετε τὸν οὐρανό.
Τὴ νύχτα  στράφτει ἡ κρυμμένη φωτιὰ  
απ’ τὰ καλάμια σας
κι οἱ ανυποψίαστοι λένε πὼς ἔρχεται βροχή.

*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδες” (Θεσσαλονίκη 2012).

Τάκης Οικονομάκης, Στα θύματα του γεωργικού αγώνος

getImage

Αφιερωμένο στους ασυμβίβαστους και όχι ξεπουλημένους αγροτικούς (και όχι μόνο) αγώνες

Kοιμάστε στον τάφο. Tα νειάτα τ’ αγνά
Που εμοιάζαν τριαντάφυλλο δροσάτο τ’ Aπρίλη
μες σου Aδη διαβήκαν τη κρύα σκοτεινιά.
Kαι τ’ άδολα που Hβης μύρο έπνεαν χείλη
τα μάρανε πάρωρα του Xάρου η πνοή.
Kοιμάστε στον τάφο. H ωραία σας ζωή
θερίστηκε απ’ άγριο κουρσάρου δρεπάνι.
Kαι τ’ άνθη που στο αίμα σας ανάδωσε η Γη
ο μπόγιας κατάρατος στην κόμη φορεί
κομπάζοντας στο έργο του για δόξης στεφάνι.

Tριγύρω ο Aπρίλης τα δώρα σκορπά
στους σκλάβους τους κάμπους με σπάταλο χέρι
τα πράσινα στάρια υφώνονται οργυτά
δροσάτο με μύρα παντού πνέει τ’ αγέρι.
Γλυκειά η αγάπη ξυπνάει της ζωής

Mα σας ω λεβέντες σας τρώει μαύρο χώμα
το μήνυμα ξένο για σας της αυγής.
Kαι το χώμα π’ το αίμα νωπό της σφαγής.
H Λευτεριά δεν το φίλησε ακόμα.

Kοιμάστε στον τάφο. Bλαστάρια λαμπρά
γεννιάς που ζητάει τα δεσμά να συντρίψη.
H μνήμη σας κρίνου σκορπάει ευωδιά.
Kαι του άγριου φόνου σας κρατώντας τη θλίψη
κατάρα στους μπόγηδες φωνάζει η καρδιά.
Σ’ ωραίον και ευγενή σκοτωθήκατε αγώνα.
Tου αγρότη το δίκαιο ζητώντας.
Λαμπρά λουλούδια στο χώμα σας σκορπάει η Λευτεριά.
Kι εμπρός σας οι αιώνες θα κλίνουν το γόνα.

Άννα Ιωαννίδου, Πέντε χαϊκού

μιχεδ

Σ’ ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΤΩΣΗ

Πέντε αστέρια
κύλησαν στα νερά της
λίμνης. Απρόσμενα.

ΟΑΣΗ

Νιφάδες χιονιού
στρώνουν λευκό ριχτάρι.
Προσγειώνονται.

ΩΡΕΣ ΘΑΛΠΩΡΗΣ

Φλόγες γλείφουν το
τζάκι, κούτσουρα τρίζουν.
Σπινθηροβολούν.

ΑΝΤΑΝΑΚΛΑΣΗ

Κίτρινα κρίνα
στα νερά του ποταμού.
Καθρεπτίζονται.

ΠΕΤΩΝΤΑΣ

Γαλάζιες βούλες
στο μετάξι, τα φτερά
της πεταλούδας.