Αντώνης Στασινόπουλος, Οι άνθρωποι που εγώ γνωρίζω και οι άλλοι

Apollinaire+par+Picasso+(1913)

Αυτοί που εγώ γνωρίζω δεν είναι επαγγελματίες ψεύτες,
κερατάδες χωρίς πάθος
και εκβιαστές από συνείδηση.
Δεν είναι μοντέλα αψεγάδιστης ομορφιάς,
πανέξυπνοι αριστούχοι.
Δεν κατεβάζουν την συνείδηση μαζί με το βρακί τους
για δόξα και χρήμα.
Περπατάνε στο δρόμο δίπλα σου, τα φέρνουν δύσκολα βόλτα
με τα δάνεια και τις υποχρεώσεις τους
είναι λίγο εργαζόμενοι και λίγο άνεργοι είναι πάντα
θύματα σε αυτή την κοινωνία πάντα κάνουν ένα βήμα πίσω
μπας και βλάψουν άθελα τον συνάνθρωπό τους.
Ναι, έχουν πάθη και κρυφές επιθυμίες.
Έχουν μυστικά και σκέψεις, έχουν αναμνήσεις και παρελθόν,
ενοχές και λάθη,
απογοητεύσεις και διαψεύσεις.
Έχουν ψυχολογικά προβλήματα.
Δεν είναι δυνατοί ούτε αδύναμοι.
Δεν είναι μέσα τους αφεντικά ούτε δούλοι
Αυτοί είναι οι άνθρωποι που εγώ γνωρίζω
και φυσικά αυτούς επιλέγω να γνωρίζω..
Προχωρούν βήμα βήμα στη ζωή και χτίζουν,
δημιουργούν όχι πολλά, όχι όλα,
όχι τα μεγάλα.
Χωρίς αυτούς και αυτές (κυρίως αυτές), δεν υπάρχει ζωή.
Για τους άλλους διαβάζω στις εφημερίδες κάθε μέρα.
Τους πολιτικούς τους δικηγόρους τους δημοσιογράφους.
Οι άλλοι είναι το πρότυπο.
Αυτό που μας προβάλλεται σαν φυσιολογικό, σαν
κανόνας.
Αναρωτιέμαι που και πώς ζουν αυτοί οι άλλοι.
Έχουν σάρκα έχουν οστά;
Μπορούν να ζήσουν χωρίς εμάς;
Γιατί εμείς σίγουρα μπορούμε να ζήσουμε χωρίς αυτούς.

Helena Spyrou, Ψάχνοντας να πιάσω τον αέρα

imm

Στην κόκκινη γη τα βήματά σου
αφήνουν ένα βαθύ αποτύπωμα
και κάνεις μακριούς και σιγανούς δρασκελισμούς
προς τις απαρχές σου.

Πιάσε τον αέρα και αναδύσου

Ο άνεμος που αλλάζει σε στροβιλίζει προς αυτήν
να μυρίσεις τη σάρκα της
να ζεστάνεις και να γευτείς τη γλώσσα της
να κινηθείς στο σώμα της

Να φτάσεις και να πάρεις το γέλιο της με ένα φιλί
και να στροβιλιστείς σε μια γλυκιά αχλή
καθώς μουσκεύεις
ανάμεσα στα χείλη της να φιλήσεις το… εκεί

Πιάσε τον αέρα και άστον να σε εκσφενδονίσει

πάνω στη μυρωδιά του ευκαλύπτου.
Γείρε στο συστρεφόμενο και γεροδεμένο κορμό
δροσερό στην αφή και ομαλό
στο δέρμα των δαχτύλων σου.

Πιάσε τον αέρα και πέσε πίσω

Άκου το ρυθμό της ανάσας σου
κι επιτάχυνε το βήμα σου προς το παρελθόν σου.
Διώξε τη μνήμη, τον απόκοτο παρείσακτο.
Μετακινήσου προς το κέντρο της πόλης. Γίνε ο φόβος.

Θυμάσαι όταν την έψαχνες;
Θυμάσαι την αγάπη;
Το απεγνωσμένο
«θα κάνω τα πάντα για την αγάπη»;

Τρέμεις
καθώς παίρνεις το τραίνο
να ταξιδέψεις διασχίζοντας γέφυρες.

Κοιτάς έξω απ’ το παράθυρο
βλέποντας την κατάβαση του ήλιου
πίσω από στέγες τερακότα
όπου το πορτοκαλί σκεπάζει το γκρι.

Ψάχνεις για τη απόμακρη αγάπη σου
πίσω από τους ώμους του κόσμου που σπρώχνει
και κοιτάς να κατέβεις απ’ το τραίνο.

Περπατάς σε σκοτεινούς δρόμους
ρυθμίζοντας το βήμα
να το κρατήσεις
στον εσωτερικό σου ρυθμό.

Είσαι στο δρόμο της τώρα
κοιτάς στο σπίτι της τώρα
και τα στόρια είναι κλειστά τώρα
αλλά πηγαίνεις ώς την πόρτα και την κτυπάς.

Κρατάς την ανάσα σου.
Προσπαθείς να φύγεις μακριά
αλλά οι φωνές μέσα
σε κάνουν να κτυπάς ξανά και ξανά.

Τότε πέφτει σιωπή
και πιάνεις
τον τελικό ήχο
στον αέρα.

Κατά το σούρουπο γυρνάς και αρχίζεις να περπατάς
προς τον πύργο με τα κόκκινα τούβλα
ψάχνοντας να τη δεις
ψάχνοντας να την θυμηθείς.

*Η Helena Spyrou είναι Αυστραλή ποιήτρια ελληνοκυπριακής καταγωγής και ζει στη Μελβούρνη.
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Ο Ρενέ Σαρ στο Kαράβι του Αρθούρου Ρεμπό

arthur+rimbaud

Προτού προσεγγίσουμε τον Ρεμπό, επιθυμούμε να δηλώσουμε πως από όλα τα επίθετα που χρησιμοποιήθηκαν μέχρι σήμερα, για να τον χαρακτηρίσουν, δεν θα κρατήσουμε κι ούτε θα απορρίψουμε κανένα (Ρεμπό, ο προφήτης, Ρεμπό ο αλήτης κ.λπ.). Απλούστατα, δεν μας ενδιαφέρουν, είτε αυτά είναι ακριβή είτε όχι, είτε συνάδουν είτε όχι, αφού μια ύπαρξη όπως ο Ρεμπό -και κάποιοι άλλοι του είδους του- τα περιέχει αναγκαστικά όλα. Ρεμπό ο ποιητής, αυτό αρκεί, αυτό είναι άπειρο. Το καθοριστικό και εις το διηνεκές άγνωστο αγαθό της ποιήσεως είναι, θέλουμε να πιστεύουμε, η αθανασία της. Και τούτη δω είναι τόσο τέλεια, τόσο ισχυρή, που ο ποιητής, άνθρωπος της καθημερινότητας, είναι εκείνος που επωφελείται, εκ των υστέρων, από τούτη την ιδιότητα, της οποίας υπήρξε ο -άνευ δικής του ευθύνης- φορέας.

(…)

Κάποιοι θέλησαν, προσφάτως, να μας αποδείξουν πως ο Νερβάλ δεν υπήρξε πάντοτε αγνός, πως ο Βινί υπήρξε φρικτός κάποια ανόητη στιγμή στα γηρατειά του. Πριν απ’ αυτούς, ο Βιγιόν και ο Ρακίνας… Αυτοί που αγαπούν την ποίηση γνωρίζουν πως όλα τούτα δεν αληθεύουν, παρά τα φαινόμενα και τις επιδεικνυόμενες αποδείξεις. Οι θρήσκοι και οι άθεοι, οι εισαγγελείς και οι δικηγόροι ποτέ δεν θα έχουν, επαγγελματικώ τω τρόπω, πρόσβαση σ’ αυτήν. Τι παράδοξο πεπρωμένο! Εγώ είναι ένας άλλος. Η δράση της δικαιοσύνης σβήνει εκεί όπου καίει, εκεί όπου υπάρχει η ποίηση, εκεί όπου ο ποιητής ζεστάθηκε κάποιες βραδιές. Ας βρεθεί, λοιπόν, ένας γενναίος καθηγητής και, με αρκετά γελοίο ύφος, ας δηλώσει μεταμελημένος, στα 40 του χρόνια, που θαύμασε, τρομερά συνεπαρμένος, στα 20 χρόνια του, το συγγραφέα των Εκλάμψεων («Illuminations») και να μας επιδείξει την παλιά του ευτυχία, ανάμεικτη με την τωρινή του μεταμέλεια… Υπακούμε ελεύθερα στη δύναμη των ποιημάτων και τα αγαπούμε διά της βίας. Τούτος ο δυϊσμός μάς παρέχει αγωνία, υπερηφάνεια και χαρά.

(…)

Continue reading

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Η κιβωτός

564642_10150658869692219_676962218_9585180_1926401942_n

Θάθελα η λύση να ήταν αυτή:
Να τέλειωνε εδώ η χλαλοή,
να κατακάθιζε η σκόνη που σηκώθηκε στο φευγιό μου.
Θάβαζα τα μικρά μου πέδιλα δίπλα στο τζάκι.
Το σκούρο πανωφόρι μου θα κρέμαγα στον τοίχο
και θα μαντάλωνα την πόρτα της υπομονής.
θάμενα εκεί. Ωραίος στην απελπισία μου.
Τραγικός στην ερημιά μου.
Μια μικρή χιονόμπαλα που γλύτωσε από τον ήλιο.
Μια νεράιδα που δεν υποψιάζονται την ύπαρξή της.

Χρόνια και χρόνια ζω με την ελπίδα αυτή.
Προσπαθώ να ξεφεύγω μακρυά.
Ολοένα κρύβω μυστικά το σώμα μου
και κάθε τόσο ετοιμάζομαι να πω πως τέλειωσα,
να φωνάξω πως νίκησα οπισθοχωρώντας.
Προσέχω τότε τις ξένες φωνές.
Ιδού το σώμα μου – εκκωφαντικό αντηχείο.
Τα βλέμματα των άλλων είναι το βλέμμα μου.
Είναι αυτοί που έρχονται, φεύγοντας μαζί μου.
Τότε το βλέπω καθαρά. Δεν είμαι τίποτ’ άλλο
παρά η κιβωτός τους.

Μιχάλης Κατσαρός, Όταν

396780_339237372826250_1862445325_n

Όταν ακούω να μιλάν για τον καιρό
όταν ακούω να μιλάνε για τον πόλεμο
όταν ακούω σήμερα το Αιγαίο να γίνεται ποίηση
να πλημμυρίζει τα σαλόνια
όταν ακούω να υποψιάζονται τις ιδέες μου
να τις ταχτοποιούν σε μια θυρίδα
όταν ακούω σένα να μιλάς εγώ πάντα σωπαίνω.

Όταν ακούω κάποτε στα βέβαια αυτιά μου
ήχους παράξενους ψίθυρους μακρινούς
όταν ακούω σάλπιγγες και θούρια
λόγους ατέλειωτους ύμνους και κρότους
όταν ακούω να μιλούν για την ελευθερία
για νόμους ευαγγέλια για μια ζωή με τάξη
όταν ακούω να γελούν
όταν ακούω πάλι να μιλούν εγώ πάντα σωπαίνω.

Μα κάποτε που η κρύα σιωπή θα περιβρέχει τη γη
κάποτε που θα στερέψουν οι άσημες φλυαρίες
κι όλοι τους θα προσμένουνε σίγουρα τη φωνή
θ’ ανοίξω το στόμα μου
θα γεμίσουν οι κήποι με καταρράχτες
στις ίδιες βρώμικες αυλές τα οπλοστάσια οι νέοι έξαλλοι θ’ ακολουθούν με
στίχους χωρίς ύμνους
ούτε υποταγή στην τρομερή εξουσία.

Πάλι σας δίνω όραμα.

Γιάννης Ρίτσος, Ο απαράδεκτος

Χωρίς+τίτλο

Αποτραβήχτηκε απ’ τη συντροφιά μας λίγο λίγο, σαν κάπως λυπημένος,
σαν κάπως παράξενα γαλήνιος, σα να ‘χε ανακαλύψει
κάτι μεγάλο κι αμετάδοτο –ένα άγαλμα ακέφαλο, ένα άστρο, μιαν αλήθεια,
μια τελευταία και μόνη αλήθεια· –ποιαν;- τον ρωτήσαμε. Εκείνος
δε μίλησε, σα να ‘ξερε τάχα πως εμείς δεν μπορούσαμε
μήτε που θέλαμε να μάθουμε.
Την πρώτη πέτρα
του τη ρίξαμε οι φίλοι του. Οι αντίπαλοι άλλο που δε θέλαν. Στη δίκη
τον ρώτησαν, τον ξαναρώτησαν. Εκείνος ούτε λέξη. Τότε ο πρόεδρος
χτύπησε το κουδούνι δυνατά, φώναξε, οργίστηκε: να γίνει ησυχία,
να μην ακούγεται η σιωπή του κατηγορουμένου. Παμψηφεί η καταδίκη.
Γυρίσαμε ένας ένας κι ακουμπήσαμε το μέτωπο στον τοίχο.

*Από τη συλλογή «Πέτρες», Ποιήματα Ι’, Κέδρος, Αθήνα 1998, σ. 110.

Massimiliano Damaggio, Αθήνα, Μάιος 2011

20120410_gerasimos_blog

άνθρωποι
βγαίνουν απ’ τις τρύπες της νύχτας
γεμάτοι δόντια
τσιγάρα
μικρές κραυγές
στην μεγάλη νύχτα
πολύ μεγάλη
υπερβολικά μεγάλη
ακολουθούν την διαδρομή προς την πλατεία
την δακρυγονούσα
“άκου, μου λένε, έχασα την δουλειά
τώρα κοιμάμαι στους κάδους
έχει καταπιεί η τράπεζα το ένα μου χέρι
είμαι κουτσός
δεν μπορώ πια να παρέχω χάδια
ούτε κλοτσιές
τι μπορεί απόψε, αύριο
αυτή η αράδα, αυτό το στυλό, αυτό το πράγμα εδώ
που ονομάζετε ποίηση;
δεν είναι
ψάρια ή
όρνιθες ή
γλώσσα
τώρα πια ”[3]
και πηδάνε στις κάθετες
πυρκαγιές των περιπτέρων
και τα δέντρα
ρίχνουν λάδι
στην φωτιά

*Από τα “9 ποιήματα στα ελληνικά”

Loula S. Rodopoulos, Amulet

image002

Years pass prise open tomb of migration
Amulet brown roughshod stitched leather
Nestles in palm of aspiration
Flaminia buffeted across seas Piraeus to Fremantle stormy weather
Amulet brown roughshod stitched leather
Loving maternal hands prepared it in sorrow
Flaminia buffeted across seas Piraeus to Fremantle stormy weather
Her son leaves for the antipodes tomorrow
Loving maternal hands prepared it in sorrow
Filled it with mountain soil votive to ward off evil eye
Her son leaves for the antipodes tomorrow
Boyhood dreams dance with stars under village skies
Filled it with mountain soil to ward off evil eye
Dormant in suburban dresser drawer for years
Boyhood dreams dance with stars under village skies
Talisman placates his fears
Dormant in suburban dresser drawer for years
Nestles in palm of aspiration
Talisman placates his fears
Years pass prise open tomb of migration

For G.R & M.R.
15/8/1959

Εύη Γκάλαβου, Αιώνια λαχτάρα

79

Τον θαύμαζε και τον παρατηρούσε
κρυφά όπως τα αγρίμια.
Πίσω απ’ τις κουρτίνες των βλεμμάτων
κατέγραφε κάθε κίνησή του έξω στον κήπο.
Εκείνος την προέτρεπε να βγει, να χαρεί τον ήλιο μαζί του,
δίσταζε όμως προτιμώντας να γεύεται συνέχεια τη μορφή του
κρυμμένη μέσα στην καρδιά της.
Τον αγάπαγε σαν πεινασμένο ζώο,
έτοιμο το θήραμα να κατασπαράξει,
να ταΐσει την πείνα της λατρείας που του είχε.
Ω! Πόσο τον λάτρευε εκείνον που της έδωσε ζωή
και τόσες δυνατές αχόρταγες ανάσες
γεμίζοντας τα στήθη της με αιώνια λαχτάρα!

*Η Εύη Γκάλαβου διαχειρίζεται το ιστολόγιο http://gynaika-g.blogspot.com/ Η φωτογραφία της ανάρτησης ειναι από εκεί.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Της ανελέητης φύσης

canada

Δειλά βήματα
περιπλανήσεις
που δεν τέλειωσαν
στις αιώνιες αλήθειες
στ’ αξεδιάλυτα μυστικά
στ’ ανείπωτα αινίγματα
μιας φύσης ανελέητης
μισής ανθρώπινης
μισής μεταφυσικής
που τη χαίρονται
κομμάτια ουρανών
με ρήσεις από
θαλασσινή μοναξιά
και στιγμές αναμονής
από κουραστικά ταξίδια.