Νυχθημερόν
οι κάτοικοι της πόλης μου
διώχνουν με μανία τα πουλιά
ανοιγοκλείνουν τις πόρτες εν ακαρεί
ασθμαίνουν σε δρόμους υψικάμινους
διακινώντας κάτι
ανταλλάσοντας κάτι
κάτι πετώντας στα σκουπίδια
άρον άρον.
Αποφεύγουν τις χειραψίες
τις συνομιλίες
τα χαμόγελα
σωσίες υποκαθιστούν τα πρόσωπά τους
εν ριπή οφθαλμού.
Απεχθάνονται τα χρώματα και τους καθρέφτες.
Στέκονται αφηρημένοι στις λεπτομέρειες
τις αχρηστεύουν
κουράζονται χωρίς να κινηθούν
με σκυμμένη ψυχή καταφεύγουν σε γεύματα
σε αγορές
στην εικόνα που βλέπουν κι αμέσως τη χάνουν
μέσα σε τοίχους ορόφους.
Τίποτα δεν τελειώνει για τους κατοίκους της πόλης μου
τα πάντα ρίσκο και πυροτέχνημα
όλα δρόμος
προφάνεια – αρχείο και τανάπαλιν
αυθάδεια που τους πλακώνει
τους πλακώνει
και τους αγνοεί.
Νεκταρία Μαραγιάννη, Χαράγματα στο Χρόνο
Θα μαχαιρώσει ο άνεμος τον ουρανό
κι αυτός θα κλάψει με το αίμα των ποιητών
πριν φύγει…
…ανάμεσα στα χαλάσματα της κοσμοχαλασιάς
απλώνεται ένα βλέφαρο και φυτρώνει ένας κρίνος
ο ουρανός πενθεί τις ψυχές που λησμονήθηκαν,
τις ψυχές που πίστεψαν και αγάπησαν τα μάταια
που αγαπήθηκαν
προτού ξυπνήσουν πλάι στους “αγγέλους”.
Χάθηκαν οι “άγγελοι”, βυθίστηκε ο κόσμος στη δίνη της Χάρυβδης..
..καίγεται ο ουρανός με τη φλόγα του πένθους και κλαίει,
κι ο κρίνος των ψυχών τους γίνεται μαύρος
αναβρύζοντας το μύρο του αίματός τους…
ένα αόρατο χέρι χαράζει τη γη…
δυο αόρατα χέρια χαράζουν τη γη…
τρία αόρατα χέρια χαράζουν τη γη…
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
εκατομμύρια αόρατα χέρια δολοφονούν τον εαυτό τους χαράζοντας τη γη…
..κι η Μητέρα βλέπει..
ο θάνατος μια λύτρωση, ο “έρωτας”* το πένθος..
“Νέττα”
* Εδώ, ως η ένωση με τη Μούσα..
Diane Di Prima, Ένα ποίημα
Αυτό, λοιπόν, είναι το δώρο που μου έδωσε ο κόσμος
(που μου δώσατε)
απαλά το χιόνι
χουφτιάζεται σε κοιλότητες
που βρίσκονται στην επιφάνεια της λιμνούλας
ταιριάζοντας στα μακριά λευκά μου κεριά
που ορθώνονται στο παράθυρο
που θα καούν το σούρουπο, ενώ το χιόνι
καλύπτει μέχρι πάνω την κοιλάδα μας
αυτό το κοίλο
όπου κανένας φίλος δεν θα περιπλανηθεί εκεί
κανείς δεν θα καταφτάσει καφετί από το Μεξικό
από τα ηλιοχώραφα της Καλιφόρνια, φέροντας δοχεία
που είναι διάσπαρτοι τώρα, νεκροί ή σιωπηλοί
ή καταραμένοι μέχρι τρέλας
με μια φωτεινότητα που ουρλιάζει
στο κάποτε κοινό μας όραμα
και αυτό το δώρο σου –
λευκή σιωπή
γεμίζει τα περιγράμματα της ζωής μου.
*Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης
Ανωνύμου, Παρίσι 1968
Επιμένω να πιστεύω
Ότι η θέση ενός ποιητή αυτή τη στιγμή
Είναι ο δρόμος
Πρέπει να επιτεθείς
Στους πύργους από ελεφαντοστούν
Ισοπεδώνοντάς τους
Κηρύσσοντας
Κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Όταν αφήνομαι
Να μυξοκλαίω για τη μιζέρια μου
Εάν αυτή η μιζέρια
Δεν είναι δική σου
Τότε αναγνώστη
Χτύπα με
Δεν υπάρχει άλλη
Απούσα ποίηση
Τόσο βιαστικά γραμμένη στον τοίχο.
*Ποίημα ανωνύμου για τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη του 1968. Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης.
Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Η δεξίωση
Τα είχα όλα φροντίσει.
Πρόσεξα και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Ήθελα φεύγοντας να πείτε:
“Ήταν μια όμορφη βραδυά”.
Το σπίτι μονοκατοικία σε προάστειο.
Τα έπιπλα κομψά. Τίποτα περιττό.
Όλα με γνώση, στην εντέλεια φροντισμένα.
Κι εγώ
να στροβιλίζομαι ανάμεσά σας,
άθυρμα ανάλαφρο μιας ψεύτικης χαράς,
ρωτώντας χωρίς αγωνία,
χωρίς και διάθεση να σας ειρωνευτώ,
αν τάχα αισθάνεστε άνετα,
αν έχετε από τίποτα ανάγκη
και κάθε λίγο να αποσύρομαι διακριτικά
όχι να στρώσω τα ατίθασα μαλλιά μου,
ούτε τον κόμπο να ισιώσω της γραβάτας μου,
μόνο,
σκουπίζοντας με το μαντήλι μου το μέτωπο,
να κάνω ολοένα και πιο έντονα συστάσεις
στον ενοχλητικό επισκέπτη
που κρύβεται μέσα μου.
Bertolt Brecht, Μήνυμα Του Ετοιμοθάνατου Ποιητή Στη Νεολαία
“Εσείς οί νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
Καί της καινούργιας χαραυγής πάνω στίς πολιτείες
Πού δέ χτίστηκαν ακόμα, καί σεις
Πού δέ γεννηθήκατε, άκούστε τώρα
Τη φωνή τή δική μου, πού πέθανα
Όχι δοξασμένα.
Αλλά
Σάν τόν αγρότη πού δέν όργωσε τό χωράφι του
Καί τόν χτίστη πού ξετσίπωτα τό ‘βαλε στά πόδια
Σάν είδε την τρύπια στέγη,
Έτσι κ’ εγώ,
Δέ βάδισα μέ τήν εποχή μου, ξόδεψα τίς μέρες μου,
Καί τώρα πρέπει νά σας παρακαλέσω
Νά πείτε εσείς αυτά πού δέν ειπώθηκαν,
Νά κάνετε αυτά πού δέν έγιναν, καί μένα
Γρήγορα νά μέ ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
Γιά νά μήν παρασύρει καί σας
Τό δικό μου κακό παράδειγμα.
Αχ, γιατί κάθησα στων στείρων τό τραπέζι
Τρώγοντας τό φαΐ
Πού αυτοί δέν ετοίμασαν;
Αχ, γιατί ξόδεψα τά καλύτερα μου λόγια
Στη δική τους
Έξω όμως
Διάβαιναν οι άδίδαχτοι
Διψασμένοι νά μάθουν.
Αχ, γιατί
Τά τραγούδια μου δέν υψώνονται στά μέρη εκείνα
Πού θρέφουν τίς πολιτείες, εκεi
Πού ναυπηγούνται τά καράβια;
Γιατί δέν υψώνονται
Απ’ τίς γρήγορες ατμομηχανές
Σάν τόν καπνό
Πού αφήνουν πίσω τους στόν ορίζοντα;
Εκείνων πού είναι χρήσιμοι καί δημιουργικοί.
Ούτε μιά λέξη
Δέν ξέρω νά πω σέ σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
Μήτε μιά υπόδειξη δε θά μπορούσα νά σάς κάνω
Μέ δάχτυλο τρεμάμενο,
Γιατί πώς τό δρόμο νά δείξει
Αυτός πού δέν τόν διάβηκε!
Έτσι σπατάλησα άλλο δέ μένει
Παρά νά σας ζητήσω
Νά μή δώσετε προσοχή σε λέξεις
Πού βγαίνουν άπό τό δικό μας
Σάπιο στόμα, μήτε καί συμβουλή
Καμιά νά μή δεχτείτε
‘Απ’ αυτούς πού στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
‘Αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
Ποιό τό καλό γιά σάς καί τί σάς βοηθάει
Τόν τόπο νά χτίσετε πού εμείς αφήσαμε
Νά ρημάξει σάν τήν πανούκλα,
Καί γιά νά κάνετε τίς πολιτείες
Κατοικήσιμες”
Αντώνης Στασινόπουλος, Βαγδάτη
Δήμος Βιλαέτης, Δύο ποιήματα
Η αίσθηση της αφής
Στην είδηση,
κάπου
μια νωχελική παρουσία,
ο Ταξικός Κένταυρος,
απ’ τη μέση κι άπονου
άνθρωπος,
απ’ τη μέση και κάτου
άλογο,
απ’ τη μέση κι απάνου
αντίλογος,
απ’ τη μέση και κάτου
συμφωνία…
Ο περιορισμός των διαστάσεων
Πώς;
Των ωραίων
τους καρπούς ν’ αγγίξουμε
για να
βουλώσουμε το στόμα
των μιας κάποιας ηλικίας
κυττάρων μας,
που
τα χέρια μας τα χώσαμε
μες σε συλλόγους,
που λατρευότανε
η απραξία,
«τα τρις
του έτους γεύματα»,
η τελετή της πίττας
το Μάρτη
κι η εφημερίδα
των χυδαίων συγχαρητηρίων.
Πώς;
Που τ’ όργανο της πάλης
άσκοπα κι ανόητα
χρησιμοποιήθηκε
κι η μήτρα
του αγώνα ξευτελίστηκε,
γεννώντας μέλη
με προγούλια
κι αυτιά κλειστά.
Κι όλα καλυφτήκανε,
ανώδυνα,
απ;’ τη σφραγίδα
του διοικούντος ζώου.
Κι η έννοια σκοτώθηκε
μέσα στ’ όνομα
του σύλλογου
«Των εν Αθήναις
Ενδόξων Ευβοέων».
*Από τη συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985.
Κική Δημουλά, Γη των απουσιών
Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Η διάθεση νὰ σὲ εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια αοριστία.
Εκεί δεν έχει ακόμα νυχτώσει
κι ας νύχτωσε τόσο εδώ
των τόπων οι κρίσιμες ώρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σαν φως καὶ ούτε φως,
η ώρα του εαυτού σου έχει πέσει.
Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι του νερού.
Τα ρηχά, έχουν κι αυτὰ
τα βάσανά τους και τα γλέντια τους.
Τώρα θὰ έχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οι αγνὲς ησυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναίκες σου εκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Η σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν αέρα
κι ανεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Που ξέρω εγὼ τὰ ευαίσθητα σημεία του πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;
Θὰ κοιτάζεις μία έρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ανακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν απομάκρυνση.
Αναπνέεις με το στέρνο των μακρινών ηρεμιών,
ποὺ έχω γι᾿ αυτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ έδεσα.
Σ᾿ ένα ἀβαθή σου στεναγμὸ βούλιαξε ένα βαπόρι.
Δὲν θὰ ήτανε βαπόρι. Θὰ ήτανε σκιάχτρο
στα υγρὰ περβόλια τῆς φυγής
να μὴν πηγαίνουν οι διαθέσεις
να την τσιμπολογάνε.
Η τερατώδης του πελάγους δυνατότητα,
η κίνηση του πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου αφρός,
ψευτοεραστὴς στα πρώτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ένα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.
Τώρα, θὰ σου έχουν πει ό,τι είχαν να σου πουν
Οι αναδιπλώσεις των κυμάτων
καὶ θὰ επιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ άλλη άπλα,
αλλού γυμνὴ κι ἀλλού ντυμένη μὲ βλάστηση.
Η σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε απὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα της προσαρμογής καὶ χάνεται.
Όπου είναι θάμνος, πράσινη
όπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Εκεί που οι καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
όπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
όπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι όπου δαγκώνει η πέτρα, πέτρινη.
Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
ούτε διὰ ξηράς ούτε διὰ θαλάσσης.
Αυτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ακουμπισμένο στὸ μαύρο ατμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνάς κι εσύ, όπως κι οι άλλοι, για φεγγάρι,
ασ᾿ το, δεν είναι φεγγάρι.
Είναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.
Άρης Αλεξάνδρου, Η στενογραφία της νεκρής ζώνης (αποσπάσματα)
… Με κάθε τρόπο
κοίτα να κρατήσεις όλα σου τα χέρια.
Ας τσούζει το ιώδιο και η γύμνια.
Με τις πληγές ολάνοιχτες στα ακροδάχτυλα σου
ζούπηξε τα στη σήμανση του κόσμου.
…με έναν ήλιο που ρουφάει το τελευταίο φως
βουλιάζοντας στη θάλασσα
και τώρα ακόμα δεν θέλω να πεθάνω
…Ίσως προφτάσουμε – ποιός ξέρει
μα μετρήσουμε μια νύχτα
σαν τα παιδιά που απλώνουνε τα χέρια
για να σου δείξουν πόσο σε αγαπάνε
…Είπες πως δεν θέλεις μήτε να νικήσεις
Είπες πως δεν σε νοιάζει…
…Λοιπόν,λίγο κουράγιο ακόμα
Όποιος βρεθεί με άλογο
του μένει να τραβήξει για την ήττα
καβαλάρης ”
Άη Στράτης 1951
*Από τη συλλογή “Άγονος Γραμμή”









