Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Τα εμπόδια

2099132094_84152f4f17_o12

Μου τό ‘χαν πει τόσες φορές που το συνήθισα.
Μικρός το ξεχνούσα σκοντάφτοντας συχνά.
Όλο σε πέτρες έπεφτα
και στων πεζοδρομίων τις άκρες.

Τώρα που το συνήθισα δεν το ξεχνώ.
Κοιτάζω πάντα γύρω και μπροστά
για ν’ αποφεύγω τυχόν ανωμαλίες,
αν και το ξέρω πια πολύ καλά:
Τ’ αόρατα εμπόδια είναι τα πιο πολλά.

Αλεξάντρα Πισαρνίκ, Τρία ποιήματα

alPIZARNIC

Ποίημα

Εσύ διαλέγεις τον τόπο της πληγής
όπου μιλάμε τη σιωπή μας.
Εσύ κάνεις από τη ζωή μου
αυτή την τελετή υπερβολικά καθάρια.

Στην επέτειό σου

Λάβε το πρόσωπό μου αυτό, βουβό, ζητιάνο
Λάβε τον έρωτα αυτόν που σου ζητάω.
Λάβε αυτό που υπάρχει μέσα μου και είσαι εσύ.

Καταστροφές

σε φιλιά, όχι σε αιτίες
Κεβέδο
Από τη μάχη με τις λέξεις κρύψε με
και σβήσε τη λύσσα του στοιχειώδους σώματός μου.

*Από τη συλλογή «Τα Έργα και οι Νύχτες».

Ναζίμ Χικμέτ, Για τη ζωή

553378_340595539341898_1504133905_n

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά,
Όπως, να πούμε, κάνει ο σκίουρος,
Δίχως απ’ όξω ή από πέρα να προσμένεις τίποτα.
Δε θα ‘χεις άλλο πάρεξ μονάχα να ζεις.

Η ζωή δεν είναι παίξε-γέλασε
Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που έτσι, να πούμε, ακουμπισμένος σ’ έναν τοίχο
με τα χέρια σου δεμένα
Ή μέσα στ’ αργαστήρι
Με λευκή μπλούζα και μεγάλα ματογυάλια
Θε να πεθάνεις, για να ζήσουνε οι άνθρωποι,
Οι άνθρωποι που ποτέ δε θα ‘χεις δει το πρόσωπό τους
και θα πεθάνεις ξέροντας καλά
Πως τίποτα πιο ωραίο, πως τίποτα πιο αληθινό απ’ τη ζωή δεν είναι.

Πρέπει να τηνε πάρεις σοβαρά
Τόσο μα τόσο σοβαρά
Που θα φυτεύεις, σα να πούμε, ελιές ακόμα στα εβδομήντα σου
Όχι καθόλου για να μείνουν στα παιδιά σου
Μα έτσι γιατί το θάνατο δε θα τονε πιστεύεις
Όσο κι αν τον φοβάσαι
Μα έτσι γιατί η ζωή θε να βαραίνει πιότερο στη ζυγαριά.

Απόδοση Γιάννης Ρίτσος

Δημήτρης Τρωαδίτης, Υάκινθοι και μικροί ήλιοι

zarko16

ένας μικρός υάκινθος
ξεφεύγει απ’ την πορεία του
να ψηλώσει πάει
σ’ απροσμέτρητους θριάμβους

κι είναι σαν την καρδιά μας
που λαχταρά στο πρώτο
σκίρτημα αγάπης

υάκινθοι και μικροί ήλιοι
υψικάμινοι χρέους
υψώνονται στις ψυχές μας
αλαβάστρινα αγάλματα ευθύνης

Νίκος Καρούζος, Αἴφνης

utopia

Αὐτὸ ποὺ λέμε ὄνειρο δὲν εἶν᾿ ὄνειρο
ποὺ ἡ πλατιὰ πραγματικότητα δὲν εἶναι πραγματική.
Κάπου γελιέμαι μὰ ἐκεῖ κιόλας ὑπάρχω ἀπόλυτα,
σὰν τὸ σύννεφο ποὺ ἀλλάζει στὰ νωθρὰ δευτερόλεπτα
ὄντας μονάχα ἡ ἀκάλεστη μεταμόρφωση.
Κανένα λιοντάρι δὲν παραγνώρισε τὸ θήραμα
καὶ ἡ πάπια δὲν ἔπαψε νὰ πιπιλίζει τὴ λάσπη·
τὸ χταπόδι βγαίνει ἀπ᾿ τὸ ρηχὸ θαλάμι του μὲ γαλαζόπετρα
στὰ ξέφωτα ἡ τίγρη λησμονιέται ἀνεπίληπτα.
Νυχτώνει καὶ σήμερα. Ἡ ἀγωνία
λέει πάλι: θὰ βοσκήσω τὸ μαῦρο.

Μαρία Πισιώτη, Η φάρμα των ζώων

ΜΗΧΑΝΗ2

Τα τσακάλια καραδοκούν
πλάι στης αράχνης τον ιστό
το δικό τους μερτικό.
Οι αλαβάστρινες φλόγες τους
αγκαλιάζουν ηδονικά
τ’ ανυποψίαστα θύματά τους.
Στο σαθρό τους κουφάρι
οι ύαινες και οι κόνδορες
την επιβίωσή τους στηρίζουν.
Το πρώτο βόλι ηχεί.
Οι αποχρώσεις του κόκκινου
δεσπόζουν παντού.

*Από την ποιητική συλλογή Αιωρούμενο νησί, εκδ. University Studio Press, Θεσ/νίκη 1999. Από το προσωπικό ιστολόγιο της Μαρίας Πισιώτη στη διεύθυνση http://hdyli.wordpress.com/

Μανώλης Μεσσήνης, Ύστατη μέθη

537937_10200804703550850_368359609_n

Σωρεύονται τα πάθη το’να πάνω στ’άλλο…
Ποιος μπορεί να μου ξεδιαλύνει εκείνο
που η τελείωσή του
είναι το ένδυμα της ιστορίας μου,
είναι το ένδυμα ενός κόσμου κι ενός ιερού που μέσα μου υψώνονται…

Α! Τόσα χρόνια μόνο η μάχη με τη νύχτα μου κράτησε το χέρι
απ’τη μεγάλη πτώση μου
Τι θα γινόταν η έκφραση της μοναξιάς,
τι θα γινόταν η γαλήνη
η αγωνία
η συνείδηση,
τι θα γινόταν ο στοχασμός που πάει να υψωθεί πέρα απ’τους θόλους,
τι θα γινόταν η αίσθηση της μέθης;
Αυτό το αιώνιο τάχα με το ευαγγελικό βάθος
θα’ταν ακόμα ουσία
μορφή
μνήμη σε πυρωμένο αίμα;
Α! Τι θα γινόταν η ψυχή…

Η γοητεία μιας φυγής στο άπειρο
θ’άλλαζε τον νόμο
γράφοντας με χέρι ανθρώπινο τη φύση μου,
πέρα απ’το απάτητο ενός προορισμού

Ω! Συγχωρήστε μου την τόση έξαρση
Είμαι ολόκληρος μια αίσθηση
Χίλια στόματα που γεύονται
και τις ελάχιστες ρανίδες ζωής –
ζώντας τη μοναδική – την ύστατη κραυγή της δημιουργίας

© Μανώλης Μεσσήνης

*Ποίημα και φωτογραφία αναδημοσιεύονται από τη σελίδα του ποιητή στο facebook.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Μυθοπλασίες

mona-liza

Μυθοπλασίες στη δυστοπία
τέχνη για επιβίωση
και τα μυαλά στα κάγκελα
του ανορθολογισμού

πόσο θ΄ αντέξεις κρεμασμένος
στα παρακλάδια
της μοντέρνας προϊστορίας

ξεγλυστρούν τα δευτερόλεπτα
λαιμητόμοι
στα υγρά πεζοδρόμια
της ξετρελαμένης έπαρσης

στα πλακόστρωτα
κείτονται οι αυλακιές
σαν αυτές που μας
παιδεύουν αιώνες τώρα
λαξεύοντας τις διαδρομές μας
χαράσσοντας τις βραγιές
στ’ ατελείωτο χωράφι
των σφυγμών μας

23/7/2011

Dick Lourie, Αστικά δικαιώματα: Τίποτα ιδιαίτερο

dh_dicklourie

Ο Πρόεδρος είναι ένα κομμάτι σκατά.
Είπα, ο Πρόεδρος είναι ένα κομμάτι σκατά.
Ξεκίνησε με αυτόν τον τρόπο, αν το ξανασκέφτεσε.
Δεν έχει σημειωθεί πραγματικά κάποια εξέλιξη.
Ο δεύτερος στίχος: ο Αντιπρόεδρος είναι ένας ρατσιστής μπάσταρδος.
Σας ζητώ μόνο να εξετάσετε την εγγραφή αντικειμενικά.
Το λεγόμενο υπουργικό συμβούλιο -τι λέξη, ντουλάπι*-
είναι ένα λευκό προτεσταντικό πράγμα που έχει τα χέρια του στο βρώμικο χρήμα.
Το συνέδριό σας τρώει καλά (και αυτό είναι είναι δίκαιο).
Οι δικαστές σας σκέφτονται συνεχώς
το νόμο το νόμο την τάξη την τάξη
το νόμο και κάποιων άλλων την ιδιοκτησία.
Όταν με προσήγαγαν ο δικαστής
μου φέρθηκε σαν ένα δυσάρεστο αντικείμενο.
Τελευταίος στίχος:
μπορείτε να μαντέψετε το υπόλοιπο,
μπορείτε να μαντέψετε το υπόλοιπο, και
μπορείτε να μαντέψετε το υπόλοιπο.
Αδελφοί και Αδελφές, αυτό όλο που έχουμε.

*Cabinet στο πρωτότυπο.
Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Τάσος Λειβαδίτης, Αυτός που σωπαίνει

t-livaditis

91 χρόνια από τη γέννησή του

Το σούρουπο έχει πάντα τη θλίψη
ενός ατέλειωτου χωρισμού
Κι εγώ έζησα σε νοικιασμένα δωμάτια
με τις σκοτεινές σκάλες τους
που οδηγούνε
άγνωστο που… Με τις μεσόκοπες σπιτονοικοκυρές
που αρνούνται
κλαίνε λίγο
κι ύστερα ενδίδουν
και τ’ άλλο πρωί,
αερίζουν το σπίτι
απ’ τους μεγάλους στεναγμούς… Στα παλαιικά κρεβάτια
με τα πόμολα στις τέσσερις άκρες
πλάγιασαν κι ονειρεύτηκαν
πολλοί περαστικοί αυτού του κόσμου
κι ύστερα αποκοιμήθηκαν
γλυκείς κι απληροφόρητοι
σαν τους νεκρούς στα παλιά κοιμητήρια Όμως εσύ σωπαίνεις…
Γιατί δε μιλάς;
Πες μου!
Γιατί ήρθαμε εδώ;
Από πού ήρθαμε;
Κι αυτά τα ιερογλυφικά της βροχής πάνω στο χώμα;
Τι θέλουν να πουν;
Ω, αν μπορούσες να τα διαβάσεις!!!
Όλα θα άλλαζαν…
Όταν τέλος, ύστερα από χρόνια ξαναγύρισα…
δε βρήκα παρά τους ίδιους έρημους δρόμους,
το ίδιο καπνοπωλείο στη γωνιά…
Κι ολόκληρο το άγνωστο
την ώρα που βραδιάζει…

*Από το ιστολόγιο στη διεύθυνση http://tassosleivaditis.wordpress.com Δείτε το εν ποίημα σε απαγγελία Καρ. Καραμπέτη http://www.youtube.com/watch?v=Oh6gppDgU0c&feature=player_embedded#!