Joyce Mansour- Αποσπάσματα από τα ”Σπαράγματα” (1955)

mansourjoyce

Είμαι η νύχτα
αυτή η νύχτα η παγωμένη από του φεγγαριού την ηλίθια
ψύχρα
Είμαι το χρήμα
το χρήμα που γεννά το χρήμα χωρίς να ξέρει το γιατί
Είμαι ο άνθρωπος
ο άνθρωπος που πιέζει τη σκανδάλη και σκοτώνει τη συγκίνηση
για να ζήσει καλύτερα.

**

Τρεις χοντρογυναίκες κ’ ένας άντρας
Το σπίτι τους είναι μια ποντικοπαγίδα
παράθυρα κλειστά για να συντηρηθούν καλύτερα οι σάρκες τους
τρώνε έμβρυα σε χοντρά λουκάνικα
ηδονικά γυμνοί κάτω από το δέρμα τους από κουρέλια
τσαλαβουτάνε μέσα σε μπάνια γάλακτος
με αγκομαχητά παραμονεύοντας την αρρώστια που τραγανίζει
Γηρατειά τι μαγεία

Continue reading

Αργύρης Χιόνης, Αποσπάσματα

imageηυγφδ

[Kούφον γάρ χρήμα]

Β΄

Είναι κάτι πρεσβυωπικά γερόντια οι ποιητές
μονάχα μακριά μπορούν να δουν
Μακριά στο παρελθόν μακριά στο μέλλον
τα πράγματα τα κοντινά δεν τα διακρίνουν
παραπατούν σκοντάφτουνε τρικλίζουν
τα χέρια απλώνουμε ψαχουλευτά πασχίζουν
σαν την τυφλόμυγα πού βρίσκονται να βρουν.

Το σήμερα μαντίλι γύρω από τα μάτια τους δεμένο.

Δ’

Η ποίηση πρέπει να΄ναι
ένα ζαχαρωμένο βότσαλο.
Πάνω που θα χεις γλυκαθεί
να σπας τα δόντια σου

[Tύποι ήλων,1978]

***
Όταν σου αναγγείλουνε τον θάνατό μου,
κάνε ό,τι θα ‘κανες αν σου χάριζαν
έν’ άδειο βάζο.

Θα το γέμιζες λουλούδια·
έτσι δεν είναι;

Δημήτρης Τρωαδίτης, Νεκρά σώματα

Eric-Moore-Death-Valley[1]

Νεκρά σώματα
αδυνατούν να πιάσουν
τον ειρμό των νοημάτων
σωπαίνουν καιρό τώρα
και μελαγχολούν ασύστολα
σε μη ρεαλιστικές στάσεις

ο πόθος υπήρξε
ο πρότερος στόχος μας
αλλά η άρρωστη φαντασία
υπερίσχυσε
και δολοφόνησε τον έρωτα

η γεωγραφία των σωμάτων μας
καταδυναστεύεται
από αργόσυρτες ιαχές
καταδικασμένων συναντήσεων
όλα ματαιώνονται
και κυριαρχούν οι λύπες

οι απουσίες
πληγές ανοιχτότατες
κι η φυλάκιση σε εμμονές
ταξίδια σε τόπους
που δεν υπήρξαν

το βλέμμα της σιωπής
εξοστρακίζεται σ’ ελεημοσύνες
για καημούς εφήμερους
και μια ζωή
παρέα με το είδωλό μας
μπροστά σε άσαρκους καθρέφτες

Cesare Pavese, Ο θάνατος θά ‘ρθει

-2

Ο θάνατος θά ‘ρθει και θά ‘χει τα μάτια σου-
ο θάνατος που ‘ναι μαζί μας
απ’ το πρωί ως το βράδι, άγρυπνος,
άφωνος σαν παλιά τύψη
ή κάποιο ανόητο πάθος. Τα μάτια σου
θα ‘ναι μια μάταιη λέξη,
μια πνιγμένη κραυγή, μια σιωπή.
Σαν κι αυτή που κάθε πρωί
βλέπεις, όταν σκύβεις μόνη σου
πάνω απ’ τον καθρέφτη. Ω αγαπημένη ελπίδα,
εκείνη τη μέρα που κι οι δυο θα μάθουμε
πως είσαι ζωή και τίποτα.
Ο θάνατος έχει ένα βλέμμα για όλους.
Ο θάνατος θά ‘ρθεί, και θά ‘χει τα μάτια σου.
Θα ‘ναι σα να παρατάς ένα πάθος,
σα να βλέπεις ένα πεθαμένο πρόσωπο
ν’ αναδύεται απ’ τον καθρέφτη,
σα ν’ ακούς χείλια κλειστά να μιλούν.
Θα κατέβουμε στην άβυσσο βουβοί.

*Μετάφραση: Αλέξης Τραϊανός – Το Δέντρο 26 (Μάρτης 1985)

Melissa Petrakis, Όταν ο ουρανός διαχέει το μαρτύριο

t_is_for_thunder

Όταν ο ουρανός διαχέει το μαρτύριο
και η κόκκινη κάσκα είναι εύκολη να την πιεις
η ευκαιρία είναι ώριμη για μια μάχη!

Με καλές πρακτικές φράσεις
οξείς και κοφτερές
γεμίζεις εντελώς τον χώρο
και πνίγεις τον αέρα.

Τα αιτήματά σου
και η άρνησή του
είναι σαν βαριά βροχή.

Όταν ο θυμός σου υψώνεται
και δεν μπορείς να καταπιείς άλλη μια μπουκιά
ξερνάς τα λόγια σου
και υγρασία μουσκεύει τα μάγουλά σου.

Όταν αισθάνεσαι το φόβο
τυλίγει τα μπράτσα του γύρω σου
καταλαγιάζοντας τη λύπη σου
πέφτοντας ο ένας στον άλλον…
για τώρα…

*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Μαρίνα Τσβετάγιεβα, Καίγομαι, μέχρι να γίνω στάχτη

TSVETAYEVA_AYTOXEIRES+BLOG

Όλα όσα κανείς δεν χρειάζεται, φέρτε τα σε μένα,
Όλα πρέπει να καούν στη φωτιά μου,
Τραβάω σαν μαγνήτης τη ζωή και το θάνατο
Για να τα προσφέρω, μικρό δώρο, στη φωτιά μου.
Στη φλόγα αρέσουν τα πράγματα που δεν έχουν βάρος’
Τα κλαδιά του περασμένου χρόνου, οι κορόνες, οι χαμένες λέξεις,
Η φλόγα ξεπετάγεται όταν τροφοδοτείται από τέτοια πράγματα
Και θα ξαναγεννηθείτε πιο καθαροί από τη στάχτη.
Τραγουδώ μόνο μέσα στη φωτιά, όπως και ο Φοίνικας.
Στηρίξτε γερά τη ζωή μου,
Καίγομαι στα σίγουρα, καίγομαι μέχρι να γίνω στάχτη.
Έτσι, η νύχτα θα είναι διάφανη για σας.
Φωτιά από πάγο, πηγή από φωτιά,
Υψώνω ψηλά τη σιλουέτα μου,
Κρατώ ψηλά την αξιοπρέπειά μου
Με την υπόσταση της συνομιλήτριας και της κληρονόμου!

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Στο σπίτι της ψυχής…

Ν.+Εγγονόπουλος,+πορτρέτο+του+Καβάφη,+1948

Μέσα στο Σπίτι της Ψυχής γυρίζουνε τα Πάθη –
ωραίες γυναίκες στα μεταξωτά
ντυμένες, και με σάπφειρους εις το κεφάλι.
Από την πόρτα του σπιτιού έως μέσα εις τα βάθη
ορίζουνε τες αίθουσες όλες. Στην πιο μεγάλη –
τες νύχτες που το αίμα των ζεστάθη –
χορεύουνε και πίνουνε με τα μαλλιά λυτά.

Έξω απ’ τες αίθουσες χλωμές και κακοεντυμένες
με φορεσιές ενός παληού καιρού,
η Αρετές γυρίζουν και με πίκρα ακούνε
την εορτή που κάμνουνε η εταίρες μεθυσμένες.
Στων παραθύρων τα υαλιά τα πρόσωπα κολνούνε
και βλέπουν σιωπηλές, συλλογισμένες,
τα φώτα, τα διαμαντικά, και τ’ άνθη του χορού.

*Η εικόνα της ανάρτησης είναι πορτραίτο του Κ. Π. Καβάφη που φιλοτέχνησε ο ποιητής και εικαστικός Νίκος Εγγονόπουλος το 1948.

Μάρκος Μέσκος, Προαίσθημα

549998_585107871518467_57101911_n

Από τη στέγη περνούσαν πράγματα πολλά
καπνός πνοές ανέμου φύλλα φθινοπωρινά
ο ίσκιος του ήλιου στο γύρισμα
του χελιδονιού η γλώσσα στο ζενίθ
τα ξιπόλητα πόδια των πουλιών δειλινές ώρες
κόκκινη κλώσα ή στέγη
μα εκείνο απομένει: η μαύρη κάργα στην καταχνιά
με το φοβερό ράμφος τοκ τοκ, τοκ τοκ
έμβολο θανάτου στο κρανίο.
Και η σιωπή του κρεμασμένου μέσα.

*Από τη συλλογή “Άλογα στον Ιππόδρομο”, 1973.

Γκεόργκ Τρακλ, Ψαλμός

TRAKL

(Σχέδιο 2 αφιερωμένο στον Καρλ Κράους)

Είναι ένα φως που το έσβησε ο άνεμος
Είναι ένα καπηλειό που το εγκαταλείπει
Κάποιος μεθυσμένος το δείλι.
Είναι ένας αμπελώνας καμένος και μελανός
Με τρύπες όλο αράχνες.
Είναι ένας χώρος που τον ασβέστωσαν με γάλα
Ο τρελός πέθανε. Είναι ένα νησί στις θάλασσες
Του Νότου για να υποδεχτεί το θεό Ήλιο.
Κάποιος χτυπά τα τύμπανα.
Οι άντρες χορεύουν πολεμικούς χορούς.
Οι γυναίκες λικνίζουν τους γοφούς μες σε περικοκλάδες
Και άνθη της φωτιάς σαν τραγουδά η θάλασσα.
Ω, ο χαμένος μας παράδεισος.
Οι Νύμφες εγκατέλειψαν τα χρυσαφένια δάση.
Θάβουν τον ξένο. Και τότε αρχίζει μια βροχή μαρμαρυγής
Ο γιος του Πάνα εμφανίζεται με τη μορφή ενός χωματεργάτη
Που αποκοιμιέται το μεσημέρι πάνω στην πυρωμένη άσφαλτο.
Είναι κοριτσάκια σε μιαν αυλή ντυμένα με φουστάνια
Σπαραξικάρδιας φτώχιας!
Είναι κάμαρες γεμάτες συγχορδίες και σονάτες.
Είναι σκιές που αγκαλιάζονται μπροστά σ’ έναν τυφλό καθρέφτη.
Στα παραθύρια του νοσοκομείου ζεσταίνονται
Αυτοί που αναρρώνουν. Ένα λευκό ατμόπλοιο
Μεταφέρει αιματηρές επιδημίες.
Η ξένη αδελφή εμφανίζεται και πάλι στα εφιαλτικά όνειρά του.
Αναπαύεται στον ίσκιο της λεπτοκαρυάς και παίζει με τ’ αστέρια του.
Ο σπουδαστής, ένας σωσίας ίσως, την παρατηρεί ώρα πολλή
Απ’ το παράθυρο. Πίσω του στέκεται ο νεκρός αδελφός του,
Ή κατεβαίνει την παλιά φιδωτή σκάλα.
Μέσα στο σκοτάδι από τις καστανιές ωχραίνεται η μορφή
Του νεαρού μοναχού.
Ο κήπος βυθίζεται στ’ απόβραδο. Στο περιστύλιο
Φτερουγίζουν πέρα-δώθε οι νυχτερίδες.
Τα παιδιά του φύλακα σταματούν το παιχνίδι και ψάχνουν
Το χρυσάφι τ’ ουρανού.
Τελευταίες συγχορδίες κάποιου κουαρτέτου. Η μικρή τυφλή
Τρέχει τρέμοντας μες στη δενδροστοιχία, κι ύστερα
Η σκιά της ψηλαφεί τα παγωμένα τείχη, τα γεμάτα μύθους
Και θρύλους ιερούς.
Είναι ένα άδειο καράβι που κατηφορίζει το δείλι το μαύρο κανάλι.
Και μέσα στου παλιού ασύλου τη μελαγχολία
Αργοσβήνουν ανθρώπινα ερείπια.
Τα πεθαμένα ορφανά, κείτονται κόντρα στον τοίχο της αυλής.
Άγγελοι με λασπωμένα φτερά βγαίνουν μέσα από γκρίζες κάμαρες.
Σκουλήκια στάζουν απ’ τα κιτρινισμένα τους βλέφαρα.
Η πλατεία μπροστά στην εκκλησία είναι σκοτεινή και σιωπηλή
Όπως τον καιρό των παιδικών χρόνων.
Με ασημένια πέλματα γλιστρούν κι εξαφανίζονται
Χαμένες ζωές. Και οι σκιές των καταραμένων βουλιάζουν
Στο ποτάμι που βαριαναστενάζει.
Ο λευκός μάγος παίζει μέσα στον τάφο με τα φίδια του.
Αθόρυβα ανοίγουν πάνω από τον Κρανίου Τόπο
Τα χρυσαφένια μάτια του Θεού

*Από τη «Γαλάζια Ψύχωση» Εκδόσεις Σαιξπηρικόν. Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Μετανάστες

3_1_2

Στον ουρανό χαμήλωνε ο ήλιος.
Η πολιτεία χαμήλωνε το βλέμμα σιωπηλή.
Στην αποβάθρα χαμήλωναν οι καρδιές
μπροστά σ’ ερείπια ονείρων της πρώτης ηλικίας.
Τα σύννεφα κατά τη δύση άλλαζαν χρώματα
– πορφυρά, κίτρινα ίσως. Το μάτι ήταν θολό.-
Το λιμάνι βούιζε με τη βιασμένη φωνή
της δουλειάς και του αποχωρισμού.
Σαν τεράστια εκβολή ποταμιού από κορμιά, λησμονιά και δάκρυ
άδειαζε τη ζωή μας στη θάλασσα.
Τεράστιοι γάντζοι κρέμονταν
πάνω από τις ανοιχτές κοιλιές των καραβιών
να φορτώσουν τα χέρια μας και το κορμί μας,
τη στερνή μας ελπίδα να φορτώσουνε
– όχι τόσο πως θα πλουτίζαμε στα ξένα
μόνο πως κάποτε, έπειτα από χρόνια πολλά,
στρατοκόποι κουρασμένοι θα γυρίζαμε πίσω
ν’ ανταμώσουμε την ψυχή μας
που δε μας ακολούθησε.