Ασημίνα Ξηρογιάννη, Δύο ποιήματα

dtbook040513

Πυροβολήστε τα όνειρα

Ποιόν να δικάσεις;
Όσους παίζουν στον τζόγο
τα όνειρά σου;
Eσένα που τους αφήνεις
σιωπώντας,
(είναι και η σιωπή ήττα καμιά φορά)
ή τα ίδια τα όνειρα;
Nαι, στην εποχή των παραλογισμών,
δεν θα΄ταν απίθανο
κάποιοι να καταδικάσουν και τα όνειρα.
Ναι, ναι, τα όνειρα φταίνε για όλα!
Πυροβολήστε τα όνειρα.

Αντίδραση

Μου λένε συνέχεια
γράψε για την εποχή σου
για την πόλη σου
για τους τετράγωνους κυβερνώντες
για το μνημόνιο
για τους Ευρωπαίους
για τις διαδηλώσεις των αγανακτισμένων
για την καταλυση της εθνικής ταυτότητας
για τα πολιτικά σκάνδαλα
για την απώλεια της αξιοπρέπειας
για το γενικό ξεπούλημα της χώρας σου
για την κρίση
για το αμφίβολο μέλλον
για τους ξοφλημένους νέους
για την γενιά των τετρακοσίων ευρώ
και άλλα παρόμοια.
Μα εγώ θα γράψω μόνο για την Ποίηση
Που με βοηθάει να τ΄αντέχω όλα αυτά.

*Από τη νέα ποιητική συλλογή της Ασημίνας Ξηρογιάννη “Εποχή μου είναι η ποίηση”, εκδ. Γαβριηλίδη, 2013

Sylvia Plath, Αγγελιαφόροι

sylvia_plath1

Η λέξη ενός σαλιγκαριού στο πιάτο ενός φύλλου;
Δεν είναι δική μου. Μην τη δεχθείς.

Οξικό οξύ σε κονσερβοκούτι;
Μην το δεχθείς. Δεν είναι γνήσιο.

Ένα δαχτυλίδι από χρυσό με τον ήλιο μέσα του;
Ψέματα. Ψέματα και μια θλίψη.

Πάχνη σ’ ένα φύλλο, η άσπιλη
Χύτρα, που παραμιλάει

Και κροταλίζει σε κάθε κορυφή
Των εννέα μαύρων Άλπεων.

Μια ενόχληση σε κάτοπτρα,
Η θάλασσα συντρίβοντας το γκρι της –

Έρωτας, έρωτας, η εποχή μου.

4 Νοέμβρη 1962

*Μετάφραση Χάρης Βλαβιανός

Πάμπλο Νερούδα, Έρωτας και θάνατος

543760_10151838571813852_1880890027_n

Ενώ ο μέγας αφρός της Ίσλα Νέγρα,
το άλας, ο ήλιος, στο κύμα σε μουσκεύουν,
εγώ παρατηρώ τα έργα της σφήκας,
ενέχυρο στου κόσμου της το μέλι.

Πάει κι έρχεται ζυγιάζοντας το ξανθό πέταγμά της
σαν να κυλούσε απάνω σ’ ένα αόρατο σύρμα
του χορού την κομψότητα, της μέσης της τη δίψα
και τους φόνους που κάνει το φθονερό κεντρί της.

Πετρέλαιο και νεράντζι φτιάχνουν το ουράνιο τόξο της,
ψάχνει σαν αεροπλάνο μες στα χόρτα,
με σούσουρο σταχιού πετάει και χάνεται,

ενώ βγαίνεις εσύ γυμνή απ’ το κύμα,
και στον κόσμο επιστρέφεις γεμάτη αλάτι κι ήλιο,
άγαλμα αστραφτερό, σπαθί της άμμου.

Δημήτρης Π. Κρανιώτης, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

luisbeltranfirst

Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς

Άρχισα να ξηλώνω
τα ρούχα μου,
ώσπου έμεινα γυμνός
στη μέση του πουθενά
φωνάζοντας
σε μια γλώσσα άγνωστη
(έτσι κι αλλιώς ποιος θα με καταλάβαινε;)
μα δεν με συνέλαβαν
για προσβολή δημοσίας αιδούς.
Για να σταματήσω τις φωνές
με κέρασαν αψέντι
και μ’ έντυσαν στην τρίχα,
όμως τα κορδόνια μου
δεν ταίριαζαν
με την γραβάτα τους.
Δεν άφησα ρέστα
για πουρμπουάρ.
Δεν σκόνταψα διαγωνίως.

***

Ιανός

Πολυκατοικία πια
η γειτονιά μας,
το ασανσέρ κολλημένο
μεταξύ ρετιρέ
και ουρανού
κι εμείς μέσα
συνωστισμένοι άνετα,
χωρίς ανάσα
(και χωρίς σήμα
το κινητό μας),
στο παραπέντε απόδρασης
από το savoir vivre
σαν έτοιμοι από καιρό
για περιπτύξεις
(πότε προλάβαμε άραγε
να ερωτευτούμε;)
στο απόγειο
μετέωρων βημάτων,
στο υπόγειο ημι-διλημμάτων
του Ιανού.

***

Δούναι και Λαβείν

Σκάψαμε με τα χέρια
το χώμα της ανάστασης
(μήτρα ζωής η γη
υιών και θυγατέρων),
ποτίζοντας ρίζες
που αλωνίσαμε
(δούναι και λαβείν
κατά φύσιν κεκτημένα),
ξεθάβοντας νεκρούς
που αφορίσαμε
(δούναι και λαβείν
παρά φύσιν
τεκταινόμενα).

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης (του Luis Beltran) δημοσιεύονται μετά από ευγενή παραχώρση του Δημήτρη Π. Κρανιώτη. Δημοσιεύτηκαν στο http://thraka-magazine.blogspot.gr/2013/04/blog-post_26.html

Μιχάλης Παπαντωνόπουλος, «Οι Δώδεκα. Μια ημιτελής συμφωνία» (Αιγαίον/Κουκκίδα, Λευκωσία 2011)

dtbook270413

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος ανήκει σε εκείνη την “ομάδα” σύγχρονων Ελλήνων ποιητών τα μέλη της οποίας όχι μόνο χαρακτηρίζονται από το νεαρό της ηλικίας τους αλλά και από την άκρως σημαντική, άμεση και αισιόδοξη σύνδεσή τους με τα πολιτικο-κοινωνικά τεκταινόμενα του καιρού τους τα οποία και εκθέτουν στην ποίησή τους.

Να τι λέει η ποιήτρια και λογοτέχνης Ευτυχία Παναγιώτου, στο λογοτεχνικό ιστολόγιό της Εξωτικό (http://exwtico.wordpress.com):

“Η μόνη βόμβα που ξέρει είναι ένα βιβλίο, έγραψε κάποτε ο Στεφάν Μαλαρμέ, και ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος παραθέτει τον στίχο στα γαλλικά ως προμετωπίδα στο πρώτο του ποίημα. Μας προδιαθέτει έτσι˙ οι καιρικές συνθήκες των στίχων του δεν θα είναι ακριβώς ομαλές. Πρώτον, γιατί ο ποιητής διαλέγει να αναμετρηθεί με την ελληνική πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων, ένα θερμό παρόν και βίωμα. Δεύτερον, τοποθετεί τον ποιητή στη θέση του προφήτη, θέλοντας ίσως να αποκαταστήσει τον παλιό ρομαντικό του ρόλο.

Ο ποιητής μιλά διά στόματος τεσσάρων Αποστόλων, των Ναθαναήλ, Ανδρέα, Ιούδα, Πέτρου, που στέκονται ενώπιον μιας ζοφερής Αθήνας στο Κέντρο, στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, στα Εξάρχεια, στο Στέκι Μεταναστών Τσαμαδού.

“Κι’ αίφνης, εβόησε / άδυτη γριά φωνή μέσα στο μαύρο πλήθος: /— ’νθρωποι μόνο χέρια! :μόνο κλαδιά από χέρια! / Τα δένουν τώρα αίματα στον άνανθο κορμό της ιστορίας”.
Η διαλεκτική ανάμεσα στη βιβλική-μυθική πραγματικότητα και τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική, που ενσαρκώνουν τα τέσσερα, όσοι είναι και οι προφήτες, ποιήματα, αποτελεί γλωσσική και υφολογική πρόκληση. Τα συγκεκριμένα ποιήματα πάντως, όπως και οι προηγούμενες συλλογές του Παπαντωνόπουλου, δίνουν την αίσθηση πως η ομορφιά αντλείται από την καθαρότητα της ποίησης ή από την κάθαρση στην οποία αποσκοπεί. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι υπόλοιπες τρεις προμετωπίδες του βιβλίου ανήκουν επίσης σε ποιητές, στους Ζήση Αϊναλή, Γιώργο Μπλάνα και Αλ. Μπλοκ, ίσως οι «Δώδεκα» της συλλογής, ένα προσωπικό αγιολόγιο του ποιητή, να είναι συγγενείς, με κοινό τους όπλο επιβίωσης και έκφρασης τις λέξεις: τέσσερα ποιήματα, τέσσερις προφήτες και τέσσερις ποιητές. Γιατί όμως ο Παπαντωνόπουλος αποκαλεί τούς Δώδεκα «ημιτελή συμφωνία;»

Να παραθέσω κι εγώ με τη σειρά μου μερικούς ενδεικτικούς στίχους του Παπαντωνόπουλου από τη συλλογή αυτή:

Πότ’ έθρεψε κάτι αγαθό στα σπλάχνα της
αυτή η πόλη – πότ’ έδωσε κρίνο ανθό τη γέννηση
πάνω σε κόψη αγκάθια; Και τώρα
πώς γέρνει το σκούρο βυζί της σε στόμα προφήτη;

Χθες, μόλις:
έμποροι και αυλικοί κι’ ιερείς και πατριώτες
μετρούσαν νόμισμα χαλκό τη ράτσα των παιδιών τους
στον πάγκο ενός θεού ενεχυροδανειστή.

Ο Μιχάλης Παπαντωνόπουλος είναι ποιητής και μεταφραστής. Γεννήθηκε το 1980 στο Μεταξουργείο, στην Αθήνα. Σπούδασε Αγγλική Φιλολογία. Έχει εργαστεί ως διορθωτής, επιμελητής εκδόσεων, βιβλιοπώλης και κειμενογράφος. Εξέδωσε τα ποιητικά βιβλία “Δ” (εκδ. Ερατώ, 2006), “Συμεών Βάλας” (εκδ. Μελάνι, 2010) και “Οι Δώδεκα” (εκδ. Αιγαίον/Κουκκίδα, 2011). Έχει μεταφράσει έργα των Γκέοργκ Τρακλ, Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Όσκαρ Ουάιλντ, Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέητς, Νοβάλις κ.ά. Συνεργάζεται με το ένθετο «Αναγνώσεις» της εφημερίδας «Η Αυγή» και με την κυπριακή εφημερίδα «Ο Φιλελεύθερος». Διατηρεί προσωπικό ιστολόγιο στη διεύθυνση http://mixalispapantonopoulos.blogspot.com

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύεται στην ελληνική εφημερίδα της Μελβούρνης “Νέος Κόσμος” Σάββατο, 27 Απρίλη 2013.

Βύρων Λεοντάρης, Η σιωπή που ακολουθεί

ΚΑΦΚΑ+ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Όχι μόνο τ`αθώα παράπονα,
που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,
όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,
όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί.
Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει
η σιωπή που ακολουθεί,
η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,
η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο,
η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,
η σιωπή του δάσους,
η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,
η σιωπή ανάμεσα σε δυό στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,
κι εκείνη η “ενός λεπτού σιγή”,
που παρατείνεται και γιγαντώνεται
μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,
η σιωπή που αποφασίζει
τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

*Από την “Ψυχοστασία [Ποιήματα 1949-1976]

Το τραγούδι της Αριγνώτας

images

Συχνά από τις Σάρδεις σε μας δώ πέρα
η σκέψη της γυρίζει,
πως ζούσαμε μαζί,
τι εφάνταζες εμπρός της σα μια θεά,
κι η πιο τρανή χαρά της
το δικό σου τραγούδι ήτανε πάντα.

Τώρα μέσα στις Λυδές γυναίκες ξεχωρίζει
καθώς σαν πέσει ο ήλιος
κι η σελήνη ροδοδάχτυλη λάμπει

τ’ άστρα τ’ άλλα σκοτεινιάζοντας
κι η ίδια γύρω αφήνει το φώς της να απλωθεί
πα σ’ αλμυρά πελάγη και σε πολύανθες χώρες.

Κι έχει πάρει γλυκιά δροσιά να χύνεται
τα ρόδα μοσχοβολούν και τ’ απαλό χορτάρι
και το τριφύλλι ολούθε τ’ ανθισμένο.

Κι εκείνη πέρα δώθε τριγυρίζει
την Ατθίδα θυμάμενη
η καρδιά της η τρυφερή από πόθο πλημμυρίζει
κι απ’ τον καημό βαραίνει μες τα στήθη.

Κι εμάς τις δυό φωνάζει
να βρεθούμε κοντά της.

Στρατής Παρέλης, Ιδανικό ή το φάντασμα του Μαγιακόφσκι..

mayakofski

Μέσα στα λεκιασμένα σεντόνια ενός ύπνου εφιαλτικού με φροϋδικές προεκτάσεις
και κερατωμένη κυρά- ψυχή

απόναν γιό του αρχαίου Διόνυσου που βαριέστησε μέσα στην λάμψη
του αρχαίου κάλλους και σαλτάρισε μαστουρωμένος στον “απάνω κόσμο”

ντυμένος τον ζουρλομανδύα της ύπαρξης

μ’ένα σκουπιδαριό αστικό που οι κομουνιστές το κοροϊδέψαν μέσα από μία
αυτοκτονική φιλολογία –

με μια πρόστυχη libido μεταεφηβική –

στο μαλλιαρό κεφάλι της απόγνωσης..

αυτό το ζαρωμένο παλιόπραμα από εμάς τους ίδιους μες την σύμπτωση
της λογοκριμένης ποίησης:

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, Στο διάολο

282012_2255760358712_7130829_n

στο διάολο οι σοφίες
οι πεπερασμένες
οι ηδονές από σάρκα άλλων
το αίμα το κόκκινο το αχνιστό

στο διάολο η πικρή τροφή
για επιδόρπιο
οι αλλαλαγμοί σε χαρτί
με σινική μελάνη
σαν μητρική παρακαταθήκη
τα ενθύμια στον τοίχο

στο διάολο η αποστήθιση
η προσευχή πριν τον ύπνο
η εξάσκηση εφ’ όρου ζωής
οι λέξεις από χαλασμένες
οδοντοστοιχίες

στο διάολο τα λαμπερά δόντια
με το στίγμα του επιτυχημένου
η προσποιητή μεγαλοθυμία
η επιτηδευμένη γλώσσα
η άμεμπτη συμπεριφορά
κι οι γυναίκες που δήθεν
ερωτεύονται

στο διάολο τα τρένα που καμώνονται
ότι έρχονται στην ώρα τους
οι μεγάλοι που ρωτούν
δήθεν από περιέργεια
τα δέντρα που ρίχνουν
τα φύλλα τους

στο διάολο η βροχή
που είναι όξινη
ο καυτός ήλιος που αρρωσταίνει
αντί να γιατρεύει
τα γεγονότα
με ημερομηνίες στιγμών
που δεν υπήρξαν.

Πέτρος Γκολίτσης, Δύο ποιήματα

480780_2961964904369_245398639_n

Η ΓΡΙΑ

Έφηβη
γριά
ξεδοντιασμένη.

Φρέσκο
ψωμί
μουχλιάζει.

Πεύκο στην πέτρινη πλαγιά
τραβάει αλάτι, λοξά
από τη θάλασσα
στις ρίζες
διαβρώνεται
καθώς το κάπνισμα
τις αρτηρίες φράζει.

Η ποίηση – λένε –
διευκολύνει τη ροή
μα ο ποιητής
κάθε πρωί
ξυπνά νεκρός
ανάσκελα
πνιγμένος.

ΘΑΝΑΤΟΘΡΑΥΣΤΗΣ

Μητέρα

Με φέρνεις στον κόσμο
Με αφήνεις στον θάνατο.

Και εγώ;

Γυρεύω έναν θανατοθραύστη
στα παράλια των παιδικών μας χρόνων;
Στο μητρικό σου χάδι;
Το χέρι σου έχει γεράσει.

θανατοθραύστης;
Δεν έχει αλλάξει ο ήλιος φορά
ούτε ο ρυθμός της φθοράς.
Στην κατηφόρα
τα πάντα διαστέλλονται
πορτοκάλια και λέξεις ορθώνονται ακαριαία
πύρινα χέρια ξένα
περνούν τα δάχτυλα τους στους επόμενους.

*Από τη συλλογή «Η μνήμη του χαρτιού» εκδ. Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2009.