Θοδωρής Βοριάς, Στίχοι απὸ ἕνα ταξίδι μὲ τὸν ἥλιο

12233159381I6pP1q

Ξημέρωμα γαντζώθηκα στὸν ἥλιο
γιὰ νὰ πετάξω.
Έμειναν κολλημένα τὰ παπούτσια μου
στὴν ἄσφαλτο,
ἔκλεψα καὶ τὸ πρωινὸ τραγούδι 
απ’ τὴν κορφὴ μιᾶς ακακίας
γιατὶ στὸ χωματόδρομο τῆς γειτονιᾶς μας
παίζαμε ξυπόλητοι
κι εἶχα ακακίες στὴν αὐλὴ
κι ἕνα τραγούδι
ποὺ τὸ σκεπάσανε μὲ ἄχαρο μπετόν.
Ἀπὸ τὸ χθὲς ξεκόλλησα μιὰ ζωγραφιὰ
-τρία παιδιὰ ποὺ σχεδιάζουν στὸ χῶμα τῆς  αλάνας
τὴ ζωή τους-
τὴν ἔδειξα καὶ στὰ πουλιὰ…
εἴχαμε κι ἐμεῖς φτερὰ
πρὶν μεγαλώσουμε.
Τὸ μεσημέρι ἔσκισα τὰ ροῦχα μου,
τὸ φόβο κι ὅλες τὶς προσωπίδες·
ἐδῶ ψηλὰ δὲν ἔχει δρόμους γιὰ νὰ ντρέπεσαι.
Τὸ δειλινὸ ἐλευθέρωσα τὰ ποιήματα
νὰ φτερουγίσουν πάνω  απὸ τὰ κύματα.

*Από τη συλλογή “Χαμένες ψηφίδες”, Θεσσαλονίκη 2012.

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Τα μπλουζ είναι κόκκινα

mqdefault

Τα μπλουζ είναι κόκκινα
κατακόκκινα
σαν γλιστερό ηλιοβασίλεμα
σαν καταραμένο πάθος
σαν συνεχή πτώση στα βάθη της ήττας.
Όταν τελειώνουν τα συμβάντα κι οι γύρες
όταν καταρρέει ο ουρανός των αισθήσεων
κι όλα γυμνώνονται
τα μπλουζ
ακούν στα βάθη το βοριά της παλιάς οιμωγής
βλέπουν θαμπά τ’ αλλόκοτα συρσίματα της ορφάνιας
θυμούνται φτώχεια
αίμα και φόβο
σύρματα και προβολείς χιαστί.
Ερωτοτροπώντας με τη ζάλη της πιο απόκρυφης σκέψης
στο παράπονο βουτούν του τελευταίου συναισθήματος
διπλώνουν τρυφερά μέσα τους τις κατακλεμμένες ζωές
τα ξεριζωμένα χάδια
τα χαραγμένα βλέμματα
κι ευλαβικά σωπαίνουν.
Προσεκτικά κοινωνούν το μυστήριο της οργής
χρώματα
ύμνοι
οσμές τα τυλίγουν
ασθμαίνουν
γυρνοφέρνουν
συσπειρώνονται
κι απλώνονται παράφορα ως τα μάκρη
κόκκινα
κατακόκκινα
ζεστά για να μας πνίξουν.

Myron Lysenko, Η Βόμβα έπεσε

1

Η Βόμβα έπεσε σήμερα
χωρίς καμιά προειδοποίηση
Το σπίτι ήταν ακατάστατο
δεν είχα κέφια για επισκέπτες
αλλά προσκάλεσα τη Βόμβα
για ένα ποτό.

Η Βόμβα φαινόταν τρομερή
Έχω καιρό να σε δω, της είπα
Θα μπορούσες να μου τηλεφωνήσεις
τουλάχιστον.

Δεν αισθανόμουν καλά, είπε η Βόμβα
Τα πράγματα δεν πάνε καλά για μένα,
γίνομαι τριανταπέντε φέτος
και η ζωή μου είναι μια αποτυχία.
Δεν έχω ζήσει σύμφωνα με τις επιθυμίες μου.

Μα είσαι ονομαστή, είπα,
έχεις ξακουστή υπόληψη.

Είμαι η πιο μισητή φυσιογνωμία της γενιάς μας
είπε η Βόμβα.

Μην τρελαίνεσαι, είπα, ο κόσμος
δεν σε φοβάται πια όπως πριν,
έχει συνηθίσει το πρόσωπό σου…
μάλλον διέρχεσαι κρίση μέσης ηλικίας…

Ο κόσμος μου επιτίθεται όπου κι αν πάω,
έσκουξε η Βόμβα… Έχεις ένα τσιγάρο;

Έχω σταματήσει το κάπνισμα, είπα.
το έκοψα.

Κι εγώ το έκοψα, είπε η Βόμβα,
θα αυτοκτονήσω.

Η Βόμβα πήδηξε έξω.

Έτρεξα στο παράθυρο
Η Βόμβα κούτσαινε άσχημα κάτω
στο δρομάκι του κήπου.
Τα καλύτερά σου χρόνια
είναι ακόμα μπροστά σου, φώναξα, αλλά
η Βόμβα δεν άκουσε.
Η νύχτα άρχισε να με τυλίγει.

*O ποιητής Myron Orest Lysenko (γεν.1952) είναι Αυστραλός ουκρανικής καταγωγής. Βραβευμένος και πολυδημοσιευμένος. Συνιδρυτής και εκδότης του ποιητικού περιοδικού της Μελβούρνης Going Down Swinging. Γράφει χαϊκού. Το παρόν ποίημα δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικο-πολιτικό περιοδικό Overland το 1988. Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης.

Γιάννης Σκαρίμπας, Το θείο τραγί (απόσπασμα)

ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ-ΤΟ-ΘΕΙΟ-ΤΡΑΓΙ

΄Ενας αερας φυσούσε κείνη τη νύχτα.
Η δημοσά φειδοσέρνονταν ατέλειωτη
-σαν μια αιωνιότη-στο κάμπο.
Εβούϊζαν οι καλαμιές κρύο έκανε.

Κι αυτός προχωρούσε.

Ήταν παραδομένος στο δρόμο του, σαν ο στραβός στο αιώνιο σκοτάδι
επήγαινε -όλο πήγαινε- σαν μια ψυχη μεσ’ στην ερημία του χρόνου.

Τον είχαν παρεξηγήσει οι άνθρωποι
η σκόνη τον είχε κάνει κατάσπρο κι ο δρόμος
-αχ θέε μου- ο δρόμος ποτέ δε θα τέλειωνε.

Δεν αιστανόταν τίποτε μήτε χαρά μήτε λύπη
αδιάφορος ήτανε κι ήσυχος γιατί:
μήπως δεν ήτανε η δημιουργία στη θέση της;
ή μην είχε αντίρηση για το νόμο της έλξης;
η σιωπή τον εγνώριζε, οι νύχτες το ξέραν
ήταν της ερημιάς το λουλούδι.

Ο κόσμος αργά τα πράγματα αφημένα στο πάει τους
να δημιουργούνται οι ορίζοντες
να γεννιέται ο χρόνος
οι τόποι, οι εποχές να πηγαίνουνε.
Ξέρετε πώς περπατάνε στη γη;
να, πηγαίνουν τίποτ’ άλλο
πηγαίνουν σε προϋπαντάν τα όρια
σε ακολουθάνε οι δρόμοι κι οι πολιτείες
-οι πολιτείες- σου τραγουδάνε βαθιά.
Έχει ένα χτύπο το χάος
έχει ένα σφυγμό το κενό
και μόνο οι ώρες σωπαίνουν
και μόνο οι καιροί δε μιλούν.
Η αιωνιότη σε κοιτάζει και σκέφτεται
τα πλάτη, οι απόστασες,
είναι αφιρωμένα στο βάδη σου
αναθυμιάζει μ’ ευλάβεια
κάτω απ’ το βήμα σου η γη.

Έτσι πάνε όλο ίσα και ντρίτα
ακρη-άκρη στις σιδεροτροχιες, στα ποτάμια
άκρη-άκρη στους ωραίους γιαλούς
πάντα δημοσά κι όλο κάμπο
δεν ανεβοκατεβαίνουν οι δρόμοι,
δεν παν οι στράτες λοξά
για σένα δεξά ή ζερβά να διαβαίνουν τα όρη,
να εξελίσονται οι θάλασσες
ή καμπύλη, ή ευθεία κι ο κόσμος αργά
η αιωνιότη πιστώνει.
Η φυγόκεντρη δύναμη ας είναι ένα παραμύθι των κύκλων
και μόνο μια γραμμή κατακορυφη να ‘σαι συ στις στροφές
έτσι
όπως πάνε οι δρόμοι μοναχοί τους
όπως στέκουν τα βράχια.

Κι αυτός προχωρούσε.

*Το θείο τραγί, Αθήνα 1938.

Μυρτιώτισσα, Σ’ αγαπώ

31

Σ΄αγαπώ. δεν μπορώ
Τίποτ’ αλλο να πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
πιο μεγάλο!

Μπρός στα πόδια σου εδώ
Με λαχτάρα σκορώ
Τον πολύφυλλο ανθό
Της ζωής μου.

Ω! Μελίσσι μου! πιές
Απ’ αυτόν τις γλυκιές,
Τις αγνές εύωδιές
Της ψυχής μου!

Τα δυό χέρια μου, να!
Στα προςφέρω δετά
Για να γύρης γλυκά
Το κεφάλι

Κι η καρδιά μου σκιρτά,
Κι όλη ζήλια ζητά
Να σου γίνη ως αυτά
Προσκεφάλι!

Και για στρώμα, καλέ,
Πάρε όλην εμέ,
Σβήσ’ τη φλόγα σε με
Της φωτιάς σου,

Ενώ δίπλα σου εγώ
Τη ζωή θ’αγρικώ
Να κυλάη στο ρυθμό
Της καρδιάς σου…

Σ’αγαπώ. τι μπορώ,
Ακριβέ, να σου πω
Πιο βαθύ, πιο απλό,
Πιο μεγάλο;

Άννα Νιαράκη, Το στοίχημα

images

Ο καιρός κολλάει πάνω μου
κάθε μέρα ο ιδρώτας μου
παντρεύεται την υγρασία.
Αλλάζω δέρματα μέχρι να βρω
εκείνο, που η αφή σου κάνει
να μοιάζει δέρμα μου.
Δεν είναι εύκολο πράγμα
να ξεγελάς το χρόνο.
Να ζεις με συρραφές στιγμών.
Όμως το ξέραμε καλά κι οι δυό
όταν σταθήκαμε γυμνοί
μπρος στην απιθανότητα.
Είχαμε φροντίσει από πριν
να βάλουμε κάτι μαύρο,
πένθος συμβολικό
για ένα στοίχημα
που ακόμα παίζεται.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ανεπαίσθητες άρπες

522374_3747565287002_1212408990_4050976_1907867411_n

Βγάζουμε στα πλακόστρωτα
την πλήξη μας
ανταριασμένοι και χωρίς
να κλείνουμε την πόρτα
τα παραθυρόφυλλα της ζήσης μας
φουνταρισμένα πλοιάρια
σε πέρατα αραχνιασμένα

…να δω πότε θα κουρντίσουμε
τις ανεπαίσθητες άρπες της ζωής μας
σε ρυθμούς μαγικούς κι ελεύθερους
μέχρι που να μας καλύψει το ηλιόχρωμα…

Μαρία Σερβάκη-Blackstone, Αποσπάσματα

389857_2506234786533_1572952795_32434742_1644350441_n

Βρείτε μου έναν ουρανό που να φυλάει αστραπές
κι ευθύς θα τρέξω να τον μεταποιήσω σε καταιγίδα.

*Από το ποίημα “επιβάλλεται να ‘ναι της Όλγας” που περιέχεται στην πρώτη και άγνωστη ποιητική συλλογή της “Περιπέτεια” (1956).

Όμως γιατί οι ερωτευμένοι
κάθε φορά να κρύβονται στην άνοιξη
χωρίς απαντοχή χειμώνα
χωρίς νεκρά του φθινοπώρου φύλλα για στεφάνι
όμως γιατί οι ερωτευμένοι κάθε φορά
να ζουν εξόριστοι στην ίδια εποχή τους

*Από τη συλλογή “Ο άλλος κήπος”

Νίκος Καρούζος, Σπαράγματα

images

1
ΜΟΝΑΞΙΑ ΧΡΕΩΜΕΝΗ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ

Η νύχτα θερίζει με χρωματιστό δρεπάνι
τους ακίνητους ανέμους της ψυχής
ώρα μικρή
μες στην κόλαση φωταγωγημένη.

2
στόχοι οι στίχοι
με τα τεράστια ελληνικά μου
χαυλιόδοντες αθανασίας

3
ΒΡΙΣΚΟΜΑΙ ΑΚΟΜΗ ΣΤΗ ΖΩΗ

Ο θάνατος ολάνοιχτος που ίσως
κι από μένα μέλλει να δεχτεί
το κομψότερο δέρμα.

4
ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΤΗΣ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΟΤΗΤΑΣ ΜΟΥ

Γεροντόβραχος
αναμένω τη νέα μου αποτυχία
αιέυπνος
στην Αγια-Φωτιά του Ηράκλειτου

παραστέκεται στο πλευρό του
η πρεσβυτέρα γκιαούρα
ψηφιδωτό φωνηέντων και ρω

μακρόσυρτη μοναξιά νιώθοντας
ο Άχραντος Χοιρινός
ετοιμάζοντας την αμφι-απουσία μου
στο έναστρο όνειδος του Σύμπαντος

Continue reading

Δημήτρης Τρωαδίτης, Ταραγμένες ώρες

George Grosz, The Painter of the Hole I, 1948

George Grosz, The Painter of the Hole I, 1948

Στις ταραγμένες τούτες ώρες
το κακό μας ξαναβρήκε
όπως δυό μακρινοί εχθροί
που συναντιούνται μετά από χρόνια