Ανωνύμου, Παρίσι 1968

13575845

Επιμένω να πιστεύω
Ότι η θέση ενός ποιητή αυτή τη στιγμή
Είναι ο δρόμος
Πρέπει να επιτεθείς
Στους πύργους από ελεφαντοστούν
Ισοπεδώνοντάς τους
Κηρύσσοντας
Κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Όταν αφήνομαι
Να μυξοκλαίω για τη μιζέρια μου
Εάν αυτή η μιζέρια
Δεν είναι δική σου
Τότε αναγνώστη
Χτύπα με
Δεν υπάρχει άλλη
Απούσα ποίηση
Τόσο βιαστικά γραμμένη στον τοίχο.

*Ποίημα ανωνύμου για τα γεγονότα του Γαλλικού Μάη του 1968. Μετάφραση Δημήτρης Τρωαδίτης.

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Η δεξίωση

%CE%A0%CE%95%CE%A4%CE%A9+%CE%9C%CE%95+%CE%93%CE%9B%CE%91%CE%A1%CE%9F%CE%A5%CE%A3

Τα είχα όλα φροντίσει.
Πρόσεξα και την παραμικρή λεπτομέρεια.
Ήθελα φεύγοντας να πείτε:
“Ήταν μια όμορφη βραδυά”.
Το σπίτι μονοκατοικία σε προάστειο.
Τα έπιπλα κομψά. Τίποτα περιττό.
Όλα με γνώση, στην εντέλεια φροντισμένα.
Κι εγώ
να στροβιλίζομαι ανάμεσά σας,
άθυρμα ανάλαφρο μιας ψεύτικης χαράς,
ρωτώντας χωρίς αγωνία,
χωρίς και διάθεση να σας ειρωνευτώ,
αν τάχα αισθάνεστε άνετα,
αν έχετε από τίποτα ανάγκη
και κάθε λίγο να αποσύρομαι διακριτικά
όχι να στρώσω τα ατίθασα μαλλιά μου,
ούτε τον κόμπο να ισιώσω της γραβάτας μου,
μόνο,
σκουπίζοντας με το μαντήλι μου το μέτωπο,
να κάνω ολοένα και πιο έντονα συστάσεις
στον ενοχλητικό επισκέπτη
που κρύβεται μέσα μου.

Bertolt Brecht, Μήνυμα Του Ετοιμοθάνατου Ποιητή Στη Νεολαία

brecht

“Εσείς οί νέοι άνθρωποι των εποχών πού έρχονται
Καί της καινούργιας χαραυγής πάνω στίς πολιτείες
Πού δέ χτίστηκαν ακόμα, καί σεις
Πού δέ γεννηθήκατε, άκούστε τώρα
Τη φωνή τή δική μου, πού πέθανα
Όχι δοξασμένα.
Αλλά
Σάν τόν αγρότη πού δέν όργωσε τό χωράφι του
Καί τόν χτίστη πού ξετσίπωτα τό ‘βαλε στά πόδια
Σάν είδε την τρύπια στέγη,
Έτσι κ’ εγώ,
Δέ βάδισα μέ τήν εποχή μου, ξόδεψα τίς μέρες μου,
Καί τώρα πρέπει νά σας παρακαλέσω
Νά πείτε εσείς αυτά πού δέν ειπώθηκαν,
Νά κάνετε αυτά πού δέν έγιναν, καί μένα
Γρήγορα νά μέ ξεχάσετε, σας παρακαλώ,
Γιά νά μήν παρασύρει καί σας
Τό δικό μου κακό παράδειγμα.
Αχ, γιατί κάθησα στων στείρων τό τραπέζι
Τρώγοντας τό φαΐ
Πού αυτοί δέν ετοίμασαν;
Αχ, γιατί ξόδεψα τά καλύτερα μου λόγια
Στη δική τους
Έξω όμως
Διάβαιναν οι άδίδαχτοι
Διψασμένοι νά μάθουν.
Αχ, γιατί
Τά τραγούδια μου δέν υψώνονται στά μέρη εκείνα
Πού θρέφουν τίς πολιτείες, εκεi
Πού ναυπηγούνται τά καράβια;
Γιατί δέν υψώνονται
Απ’ τίς γρήγορες ατμομηχανές
Σάν τόν καπνό
Πού αφήνουν πίσω τους στόν ορίζοντα;
Εκείνων πού είναι χρήσιμοι καί δημιουργικοί.
Ούτε μιά λέξη
Δέν ξέρω νά πω σέ σας, γενιές των εποχών πού έρχονται,
Μήτε μιά υπόδειξη δε θά μπορούσα νά σάς κάνω
Μέ δάχτυλο τρεμάμενο,
Γιατί πώς τό δρόμο νά δείξει
Αυτός πού δέν τόν διάβηκε!
Έτσι σπατάλησα άλλο δέ μένει
Παρά νά σας ζητήσω
Νά μή δώσετε προσοχή σε λέξεις
Πού βγαίνουν άπό τό δικό μας
Σάπιο στόμα, μήτε καί συμβουλή
Καμιά νά μή δεχτείτε
‘Απ’ αυτούς πού στάθηκαν τόσο ανίκανοι,
‘Αλλά μόνοι σας ν’ αποφασίσετε
Ποιό τό καλό γιά σάς καί τί σάς βοηθάει
Τόν τόπο νά χτίσετε πού εμείς αφήσαμε
Νά ρημάξει σάν τήν πανούκλα,
Καί γιά νά κάνετε τίς πολιτείες
Κατοικήσιμες”

Αντώνης Στασινόπουλος, Βαγδάτη

ARVYLESSUPER-630x621

Και τώρα ήχος
η κλαγγή των όπλων.
Μια στιγμή σιωπής.
Πάφλασμα νερού ή αίματος;
Αγωνία.
Γιατί σήμερα ο ήλιος έδυσε.
Η σελήνη στη θέση της
θα αργυροφέγγει
νύχτα του θανάτου στη Βαγδάτη.


*Από την ποιητική Συλλογή “Σπορά”, Πάτρα 2007

Δήμος Βιλαέτης, Δύο ποιήματα

bank

Η αίσθηση της αφής

Στην είδηση,
κάπου
μια νωχελική παρουσία,
ο Ταξικός Κένταυρος,
απ’ τη μέση κι άπονου
άνθρωπος,
απ’ τη μέση και κάτου
άλογο,
απ’ τη μέση κι απάνου
αντίλογος,

απ’ τη μέση και κάτου
συμφωνία…

Ο περιορισμός των διαστάσεων

Πώς;
Των ωραίων
τους καρπούς ν’ αγγίξουμε
για να
βουλώσουμε το στόμα
των μιας κάποιας ηλικίας
κυττάρων μας,

που
τα χέρια μας τα χώσαμε
μες σε συλλόγους,
που λατρευότανε
η απραξία,
«τα τρις
του έτους γεύματα»,
η τελετή της πίττας
το Μάρτη
κι η εφημερίδα
των χυδαίων συγχαρητηρίων.

Πώς;

Που τ’ όργανο της πάλης
άσκοπα κι ανόητα
χρησιμοποιήθηκε
κι η μήτρα
του αγώνα ξευτελίστηκε,

γεννώντας μέλη

με προγούλια
κι αυτιά κλειστά.

Κι όλα καλυφτήκανε,
ανώδυνα,
απ;’ τη σφραγίδα
του διοικούντος ζώου.
Κι η έννοια σκοτώθηκε
μέσα στ’ όνομα
του σύλλογου
«Των εν Αθήναις
Ενδόξων Ευβοέων».

*Από τη συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985.

Κική Δημουλά, Γη των απουσιών

maties2

Τώρα θὰ κοιτάζεις μία θάλασσα.
Η διάθεση νὰ σὲ εντοπίσω
στη συστρεφόμενη εντός μου γη των απουσιών
έτσι σὲ βρίσκει:
πικρὴ παραθαλάσσια αοριστία.
Εκεί δεν έχει ακόμα νυχτώσει
κι ας νύχτωσε τόσο εδώ
των τόπων οι κρίσιμες ώρες
σπάνια συμπίπτουν.
Κάτι σαν φως καὶ ούτε φως,
η ώρα του εαυτού σου έχει πέσει.
Χορεύουν φύκια
κάτω ἀπ᾿ τὸ τζάμι του νερού.
Τα ρηχά, έχουν κι αυτὰ
τα βάσανά τους και τα γλέντια τους.
Τώρα θὰ έχουν λύσει τὰ μαλλιά τους
οι αγνὲς ησυχίες τριγύρω
μὲ τὴ σιωπή σου θὰ τὶς κάνεις
γυναίκες σου εκπληρωμένες.
Ξαπλώνουν δίπλα σου.
Η σκέψη σου στερεώνει σκαλοπάτια στὸν αέρα
κι ανεβαίνει. Σὲ κρατάει στὸ ράμφος της.
Που ξέρω εγὼ τὰ ευαίσθητα σημεία του πελάγους
γιὰ νὰ σὲ καταλάβω;
Θὰ κοιτάζεις μία έρημη θάλασσα.
Τὸ βλέμμα σου δὲν παραλλάζει
ἀπὸ πλαγιὰ ποὺ γλυκὰ
καὶ μ᾿ ανακούφιση σκουραίνει
κατρακυλώντας μὲς στὴν απομάκρυνση.
Αναπνέεις με το στέρνο των μακρινών ηρεμιών,
ποὺ έχω γι᾿ αυτὲς διαβάσει
στοὺς πολύτομους κόπους ποὺ έδεσα.
Σ᾿ ένα ἀβαθή σου στεναγμὸ βούλιαξε ένα βαπόρι.
Δὲν θὰ ήτανε βαπόρι. Θὰ ήτανε σκιάχτρο
στα υγρὰ περβόλια τῆς φυγής
να μὴν πηγαίνουν οι διαθέσεις
να την τσιμπολογάνε.
Η τερατώδης του πελάγους δυνατότητα,
η κίνηση του πλάτους,
φθάνει στὰ πόδια σου αφρός,
ψευτοεραστὴς στα πρώτα βότσαλα.
Τοὺς σκάει ένα φιλὶ καὶ ξεμεθάει.

Τώρα, θὰ σου έχουν πει ό,τι είχαν να σου πουν
Οι αναδιπλώσεις των κυμάτων
καὶ θὰ επιστρέφεις κάπου.
Θὰ παίρνεις κάποιο χωματόδρομο,
μιὰ άλλη άπλα,
αλλού γυμνὴ κι ἀλλού ντυμένη μὲ βλάστηση.
Η σκέψη σου, μετὰ ἀπὸ τόση θάλασσα,
κατέβηκε απὸ γλάρος,
βάζει τὸ δέρμα της προσαρμογής καὶ χάνεται.
Όπου είναι θάμνος, πράσινη
όπου σκοτεινό, σκοτεινή.
Εκεί που οι καλαμιὲς σπέρνουν ψιθύρους,
ψιθυριστή,
όπου περνάει ρίζα, ριζωμένη
όπου κυλάει ρυάκι, ρέουσα
κι όπου δαγκώνει η πέτρα, πέτρινη.
Στὴν ψυχή σου δὲν φθάνει κανεὶς
ούτε διὰ ξηράς ούτε διὰ θαλάσσης.
Αυτὸ τὸ δισκίο,
τὸ ακουμπισμένο στὸ μαύρο ατμοσφαιρικὸ τραπέζι,
ποὺ τὸ περνάς κι εσύ, όπως κι οι άλλοι, για φεγγάρι,
ασ᾿ το, δεν είναι φεγγάρι.
Είναι τὸ βραδινό μου χάπι
τὸ ψυχοτρόπο.

Άρης Αλεξάνδρου, Η στενογραφία της νεκρής ζώνης (αποσπάσματα)

alexandrou

… Με κάθε τρόπο
κοίτα να κρατήσεις όλα σου τα χέρια.
Ας τσούζει το ιώδιο και η γύμνια.
Με τις πληγές ολάνοιχτες στα ακροδάχτυλα σου
ζούπηξε τα στη σήμανση του κόσμου.

…με έναν ήλιο που ρουφάει το τελευταίο φως
βουλιάζοντας στη θάλασσα
και τώρα ακόμα δεν θέλω να πεθάνω

…Ίσως προφτάσουμε – ποιός ξέρει
μα μετρήσουμε μια νύχτα
σαν τα παιδιά που απλώνουνε τα χέρια
για να σου δείξουν πόσο σε αγαπάνε
…Είπες πως δεν θέλεις μήτε να νικήσεις
Είπες πως δεν σε νοιάζει…
…Λοιπόν,λίγο κουράγιο ακόμα
Όποιος βρεθεί με άλογο
του μένει να τραβήξει για την ήττα
καβαλάρης ”

Άη Στράτης 1951

*Από τη συλλογή “Άγονος Γραμμή”

Γιάννης Βαρβέρης, Τρία ποιήματα

527174_373116556091976_152848158_n

Η ΩΡΑ ΕΙΝΑΙ

Θα σάς βραβεύσουν κούκοι, πετεινοί.
Θα επαινεθείτε από τις προθεσμίες.
Θα σάς φεισθούν παραγραφές.
Είναι η ώρα
περιφρόνηση
και δεν οπλοφορεί.

ΘΕΣΗ

Είναι κατειλημμένη, Θεέ
από τον ξένο.

Η ΔΑΝΕΙΚΗ ΟΜΟΡΦΙΑ

Όσο γερνάω
τόσο ομορφαίνω
το πρόσωπό μου παίρνει
τα ωραιότερα χαρακτηριστικά
των συνανθρώπων μου
επιτέλους με αγαπούν
το βλέπω καθαρά στο πρόσωπό μου
αγνώριστο
απ’ τα χαρούμενα
βασανιστήρια.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας

483803_443697662374921_1516835942_n

Θα κάνω τις κινήσεις του σώματος
σοφότερες από το μυαλό
την ώρα που το έδαφος τρίζει
με πανούργα αφέλεια
κάτω από τα πόδια μας

θα κάνω τα ραδιοκύμματα των ήχων μας
να πάλλονται σ’ ηλιολουσμένες όχθες
την ώρα που αναλογιζόμαστε
την πτώση μας σε φεγγαροχώρους
και δράματα αστεριών

θα κρατήσω την εσωτερική μας φωτιά
μόνο δική μας
την ώρα που το κορμί μας στριφογυρίζει
αλλάζοντας χρωματισμούς και στάσεις
στην έξαρση των εξεγερμένων φλεβών μας

Ασημίνα Ξηρογιάννη, Η ατίθαση γραφή της Mansour

image

…Γλώσσα που μ΄άλλη γλώσσα δεν μοιάζει!Σε κόβει στα δύο, στα χιλια! Σε τσακίζει!Σαν να σου βαράει το κεφάλι στον τοίχο, σα να σε σου τρώει το συκώτι,σαν σα σε κοπανά σε τραχείς βράχους πλάι σε ήρεμη θάλασσα.Χωρίς αιδώ,χωρίς στόμφο,χωρίς δισταγμό,χωρίς θεωρία ,χωρίς ανάλυση,χωρίς πιθηκισμό, χωρίς συντηρητισμό,χωρίς σεβασμό και αξιοπρέπεια-αλίμονο!-χωρίς ψευτιά και σύμβαση!

Με πόθο και πάθος,με ακαταστασία,με πολύ όνειρο και υπερρεαλισμό,με σαρκική αποχαλίνωση ,με δριμύτητα ,με σφοδρότητα,με τόλμη,μ΄αμίμητη σκληρότητα,με ατελείωτη προκλητικότητα,μ΄αυταρχισμό ,με κυνισμό,με ειλικρίνεια,με ερωτισμό και αυτο-ερωτισμό,με αυτοαναφορά ,με φλόγα,με πόλεμο,με μοναξιά,με ΣΟΚ, ΜΕ ΧΑΟΣ,ΜΕ ΘΑΝΑΤΟ!

Εκεί κάπου στέκει η ποίηση της JOYCE MANSOUR!.Μια ποίηση ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ.ΞΕΣΗΚΩΜΑ.ΗΦΑΙΣΤΕΙΟ.Μια ποίηση γεμάτη μεταφυσική και εξαλλοσύνη,αγριότητα και ανηθικότητα, ντελίριο, ξέσπασμα και οραματισμό!Μια ποιήτρια από τη Γαλλία,με την οποία έχουν ασχοληθεί αρκετοί Έλληνες και έχουν μεταφράσει έργα της. Αναφέρω τους:Βικτωρία Παπαδάτου και τους ποιητές Nάνο Βαλαωρίτη,Τάσο Κόρφη, και Έκτορα Κακναβάτο Μια ποιήτρια που δεν φοβάται την ΄ΕΚΘΕΣΗ,το ξεγύμνωμα,την αποκάλυψη.Ενα αγρίμι που πορεύεται και πάει και δεν κρύβει πως είναι αγρίμι!Δεν ωραιοποιεί,δεν εξωραίζει,δεν μαλακώνει, δεν συμβιβάζεται. Δεν κρύβει τη μελαγχολία,την αηδία,τον πόνο,την πικρία,τη διαστροφή ακόμα και τη λαγνεία.Φαίνεται πως όλα αυτά τα προτιμά από τον θάνατο η Μansour!Φαίνεται πως όλα αυτά τα μεταφράζει ως ΖΩΗ,με της οποίας το μέρος είναι τελικά!Σημειώνω εδώ πως η ποιήτρια πέθανε από καρκίνο του στήθους το 1986,στα πενηνταοχτώ της χρόνια.

Ο ΄Εκτωρ Κακναβάτος στην εισαγωγή του βιβίου ΚΡΑΥΓΕΣ-ΣΠΑΡΑΓΜΑΤΑ-ΟΡΝΙΑ,αναφέρει πώς <έξι μήνες πριν από τον θάνατό της,στην τελευταία της συλλογή Trous noirs είχε γράψει:

Πρέπει να εισπνέι κανείς θάνατο
για να γιατρέψει το πνεύμα του
Το σφεντάμι γλύφει τον αγέρα
δίχως καλέμ
Περιμένω τη στροφή του δρόμου
Στόμα ξερό από αγρύπνια
κυριευμένο από τον φόβο.

H Μansour πάει πέρα από τη συμβαση…Στην αληθινή ποίηση δεν πρέπει να υπάρχει σύμβαση!Κάθε ποίημα και αίσθηση. Κάθε ποίημα και εμπειρία.Αντιτάσσεται στο βόλεμα της ψυχήξς και της γραφής . Αποδομεί. Καταστρέφει. Και πάλι συνθέτει.Είναι σπουδαία η Μαnsour.Γιατί δεν φοβάται τα γκρεμίσματα και τα τσαλακώματα.Κάθε ακρότητα και προχώρημα.Με επικίνδυνα ένστικτα στην αγάπη:,.

Μια γενική παραφορά με διάχυτη τη σκέψη ή την παρουσία του θανάτου: …η ομορφιά μου όλη μέσα στα δίχως κόρες μάτια σου πνιγμένη,μες στην κοιλιά σου ο θάνατος που το μυαλό μου τρώει,όλα ετούτα μιαν αλλόκοτη με κάνουν κόρη>.

Θάνατος χωρίς Έρωτα -και το αντίστροφο -δεν νοείται:

.

Άλλοτε παιχνίδι ερωτικό καννιβαλιστικό: .

Η ίδια ήταν μητέρα,κάπου όμως γράφει:.

Υπερρεαλιστικές σκληρές εικόνες:
Πέταξες τα μάτια μου στη θάλασσα
ξερίζωσες από τα χέρια μου τα όνειρά μου
ξέσκισες τον μελανιασμένο αφαλό μου|και μες στα πράσινα των μαλλιών μου φύκια π΄ανεμίζουν
το έμβρυο έχεις πνίξει.

Μια περιρρέουσα μοναξιά:

Σας είδα αγκαλιασμένους μες στον άνεμο…
σας είδα πλαγιαμένους μές στον χολερικό χρυσό των σκοίνων…
σας είδα κοιμισμένους
Κι έγώ δέντρο αλγεινό από γύμνια, μοναχικό …
δεν ήμουν παρά ένας κλόουν με καρδιά αναμαλλιασμένη.

Παρ’ όλα αυτά,την μοναξιά,την απόγνωση…, την πικρία,θα τομήσω να πω ότι η Mansour δεν πτοείται,δεν ηττάται,δεν κλείνεται στο καβούκι της.

Θα γραψει:
…κλαίω αλλά προς τί;
Γριά τριάντα χρονών…

Όμως όχι,ακμαία δημιουργεί, γιατί διακατέχεται από απόγνωση άκρως δημιουργική.Το ξαναλέω.Η ποιήτρια είναι με το μέρος της ζωής.Την ξεπερνά, την ακυρώνει τη ζωή και την ξανασυνθέτει.Την παει και τη φέρει.Ελαστική στα βιώματα, αυτοσαρκαστική και αγρίως παιχνιδίζουσα, με το παράλογο αγκαλιά και με το λογικό συνάμα.Η αλήθεια κάπου στο μεταίχμιο, ν΄ακροβατεί χωρίς σκοινί και να γουστάρει ν΄αναλώνεται ολόκληρη:

δεν θέλω πια να φτιασιδώνω την αλήθεια σου…

Κοίτα ,είμαι αηδιασμένη από τους άνδρες
τις ικεσίες τους το τρίχωμά τους
τηνπίστη τους τούς τρόπους τους
Μπούχτισα τις περίσσιες αρετές τους τις μισοντυμένες
Μπούχτισα τα κουφάρια τους
Άγιασέ με τρελό φέγγος που καταυγάζεις τα ουράνια όρη
Λαχταράω να ξαναγίνω κενό σαν ήσυχο μάτι της αγρύπνιας
Λαχταράω να ξαναγίνω άστρο.

Η λαχτάρα για το φως , για την ομορφιά, για την αγάπη,για την απλότητα, την κανονικότητα,όχι όμως τη συμβατότητα ή τη συμβατικότητα.Η συμβατικότητα δεν συνάδει με αυτό που είναι η ποιήτρια,ένα συνοθύλευμα,ένας σίφουνας,μια κινούμενη- γεμάτη οίστρο -σκέψη και αίσθηση, OΛΑ και ΕΝΑ,πληθωρική και ατίθαση. Η ηδονή, ο έρωτας, το σεξ… σταθερά μοτίβα στο έργο της.Τα διαχειρίζεται μοναδικά.

Ενδεικτικά:

Aφού σε προκαλούν τα στήθια μου θέλω τη λύσσα σου θέλω τα μάτια σου να βαραίνουν τα μάγουλά σου να ρουφιόνται να χλωμιάζουν θέλω τ΄ανατριχιάσματά σου θέλω ανάμεσα στα σκέλια μου να γενείς κομμάτια πάνω στο καρπερό του κορμιού σου χώμα οι πόθοι μου χωρίς ντροπή να εισακουστούνε Τα βίτσια των ανδρών είναι η επικράτειά μου οι πληγές τους τα γλυκίσματά μου αγαπάω να μασώ τις χαμερπείς τους σκέψεις γιατί η ασκήμια τους κάνει την ομορφιά μου.

*Αναδημοσίευση από το http://poihsh-logotexnia.blogspot.com.au/2012/06/mansour.html#more