Δήμος Βιλαέτης, Ο δρόμος Γκρενέλ

download

Φτάνανε κι άλλοι
κι ύστερα
κι άλλοι κι άλλοι.
Οι περιοχές
γιομίζανε ανθρώπους.
Χωρίς έρωτα
τώρα το πράγμα
φαινότανε απλό.

Αντηχούσε μια
παράξενη μουσική.
Τη λέγανε
το φως του θανάτου

Κι όλο ερχόσανται
άνθρωποι
κρατώντας πανέρια
γιομάτα γης.

Τ’ αδειάζανε, φεύγανε
και πάλι
απ’ την αρχή.

Δεν προφταίνανε
για πράγματα πολλά.

Continue reading

Το δ της ποίησης – Εμμανουέλλα Αγγουράκη, Η δίεση των όντων

aggouraki


Εμμανουέλλα Αγγουράκη, Η δίεση των όντων, ποιήματα, εκδ. ΕΝΕΚΕΝ, Θεσσαλονίκη 2012

Λίγα απόμειναν ταξίδια να γυρίσω
Σε πολιτείες ξένοιαστα απατηλές…
Λίνα τα βήματα που χάραξα στην άμμο

Απέναντι στην ποιητική της Εμμανουέλας Αγγουράκη και την πρώτη συλλογή της με τίτλο «Η δίεση των όντων η πρώτη σκέψη ήταν οδηγός για την υπόλοιπη αναφορά: δυναμικός συναισθηματικός στίχος που αναζητά ενίοτε στο μέτρο την απόδραση από τη συνηθισμένη και τυπική στιχουργία της εποχής μας.

Η θεματική ωστόσο δεν αποκλίνει στιγμή από το κεντρομόλο στοιχείο της έμπνευσης: ο έρωτας, τα θρύψαλα που περιέχει το διαρκές βάπτισμα εντός του και πάλι ο έρωτας, ξανά, τροπαιοφόρος, ζητούμενος λυτρωτικά, ηδονικά βαπτιζόμενος στην προσφορά κορμιών και ηδονών στο αδηφάγο τεράστιο στομάχι τούτου του μικρού φτερωτού θεού που η Εμμανουέλλα Αγγουράκη υμνεί στο σύνολο σχεδόν των ποιημάτων της.

Η συλλογή χωρίζεται σε δύο μέρη με τίτλο α και β. Στο α’ μέρος περιλαμβάνονται 7 ποιήματα και στο β’ μέρος δέκα. Η μοναξιά (ως αποτέλεσμα της αναζήτησης της ζωής) και η προσπάδεια αυτογνωσίας μάταια αφού τα ίδια ερωτικά λάθη επανέρχονται, δομούν το α’ μέρος στο οποίο η παρουσία του ποιήματος «Ηράκλειο» ξενίζει μόνο ως προς το περιεχόμενο που δεν δένει με το υπόλοιπα ποιήματα, ενώ το ποίημα «το σκουλήκι» δίνει από μόνο του το στίγμα της δημιουργού:

Περιδιαβαίνοντας
Διαδρόμους νεκροπόλεων
Σε στάση βρώσης
Αναφώνησα;
«Ω! Άνθρωποι εσείς δολοπλόκοι
Νεκρόφιλοι και χαμερπείς.

Το β’ μέρος είναι πιο αποκαλυπτικό ως προς τις προθέσεις του: πάθος ακραίο («το ταγκό») και φυγή από έναν κόσμο τόσο γήινο και αποκρουστικό (περιπλάνηση, αποκάλυψη, ανάδυση) προς μια ελπίδα που αχνοφέγγει και γεννιέται ανάμεσα στους απελπισμένους εραστές («Ηλιόχαρις». «Δεσμώτες», «Το τριαντάφυλλο του Ανδρέα»).

Διαβάζοντας ξανά τη δουλειά της Αγγουράκη και των εκδόσεων Ένεκεν παρατηρούμε και κάποια πράγματα που θα πρέπει να προσεχθούν στο μέλλον: σε ορισμένες στροφές ο στίχος είναι βαρυφορτωμένος και αυτό μπερδεύει το μέτρο και τον ρυθμό του κειμένου, ενώ γίνεται μια εκτενής και ατελέσφορη ίσως χρήση επιθέτων κι αυτό δεν διευκολύνει την «ανάγνωση» (π.χ. «προσέχοντας μην τρικλοποδήσεις. πάλλονται οι ρευματοφόροι αδένες σου, τα αθώα, ιερά και ετερόφωτα σου νώτα -από το ποίημα το ταγκό-κ.ά.). Τα πράγματα αλλού διαφοροποιούνται κι αλλού συνεχίζουν έτσι με τον κίνδυνο να χαρακτηριστεί κάποιο μέρος της ποιητικής ως μονότονο χωρίς όμως ο χαρακτηρισμός αυτός να στοχεύει την ολότητα της συλλογής.

Στο επίκεντρο της έμπνευσης στέκεται το σώμα ως πρόσφορο. Ως αντίδωρο ερωτικό για το ξεγέλασμα της νύχτας. Το σώμα ως χώρος πνευματικής και σωματικής ηδονής, ως αντικείμενο συμβολικό και χρήσιμο στο φτερούγισμα των εποχών και των ανθρώπων που δεν σταματούν να το χειρίζονται αέναα και να το προσφέρουν ξανά και ξανά στον αδιάβατο δρόμο της ερωτικής συνεύρεσης που περικλείει μέσα της την υπόσχεση του αύριο.

Κλείνοντας την παρουσίαση της «Δίεσης των όντων», δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στην αισθαντική απόδοση του αισθήματος της εγκατάλειψης, των χαμένων χρόνων του έρωτα που βέβαια ποτέ δεν είναι χαμένοι στην ουσία, στην αξιόλογη εν τέλει προσπάθεια της Εμμανουέλας Αγγουράκη να εκφράσει ένα στίχο ζωντανό και πολυποίκιλο, πότε ελεύθερο και πότε πιο δομημένο και να ξεφύγει κατά τον τρόπο αυτό (όσο είναι δυνατό) από τα τετριμμένα που κυριαρχούν στην ελληνική ποίηση τα τελευταία τριάντα χρόνια.

Τα βράδια σου απόταξες
Και τις θηριωδίες
Λυγμούς αισθήσεων αναδύει πια
Το σώμα σου που εξέδωσες

Μπλέκεις τα χέρια στα ακόμα καστανά μαλλιά
Την κρύπτη των ενστίκτων σου αναμοχλεύεις

Κάπου μια νέα φυγή παραμονεύει

(«Ανάδυση»)


*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Ένεκεν» Νο 24 (Απρίλιος-Ιούνιος 2012).

‘Εμιλυ Ντίκινσον, η άβυσσος δεν έχει βιογράφο

emily-dickinson

«Είσαι μεγάλη ποιήτρια» θα της πει η συγγραφέας Ελεν Χαντ Τζάκσον το 1898 προφητικά, αλλά ο κόσμος δεν θα την μάθει παρά μονάχα αρκετά χρόνια μετά από τον θάνατό της.

Το κορίτσι με τ’ άσπρα, που είδε το φως της ζωής στις 10 Δεκεμβρίου 1860, στο Άμερστ της Μασσαχουσέτης, μια μικρή πόλη δύο χιλιάδων κατοίκων, πλάι σε δάση από έλατα και σημύδες κι έφυγε ένα μαγιάτικο απομεσήμερο του 1886, σε ένα άσπρο φέρετρο για την αθανασία, αν κι έζησε μια ζωή κρυμμένη και κλειδωμένη γράφοντας στην κάμαρά της, έμελλε με την ποίησή της να σημαδέψει τους αιώνες που ακολουθούν.

Μορφή μυθική πια της λογοτεχνίας, η αμερικανίδα ποιήτρια Έμιλυ Ντίκινσον, λίγο νεότερη από τον Πόε, και σύγχρονη του Ουίτμαν, του Μέλβιλ και του Χώθορν, έγινε διαχρονική σπρώχνοντας όπως- όπως τον καιρό της. Υπήρξε οικουμενική δίχως να ξεμυτίσει από το δωμάτιό της στη μικρή πουριτανική πόλη του Άμερστ. Έγινε διάσημη, δίχως ποτέ να εκδώσει βιβλίο όσο ζούσε. Ένα κλειδωμένο έπιπλο από ξύλο κερασιάς με 2000 ποιήματα που θα ανακαλύψει η αδελφή της Λαβίνια την ώρα που εκείνη ξεκινούσε για το δίχως επιστροφή ταξίδι στο επέκεινα, θα είναι το όχημα που θα αποδείξει για ακόμα μια φορά ότι η μεγάλη τέχνη βρίσκει τον τρόπο κι επιβάλλεται στον κόσμο, πολλές με τρόπο αρκούντως παράδοξο.

«Με κάλεσαν πίσω» πρόλαβε κι είπε να χαράξουν στον τάφο της. «Μακάρι να ‘μασταν πάντα παιδιά, δεν ξέρω πώς να μεγαλώσω», το μόνιμο άγχος και το πρόβλημά της. Μοναδικό της βάσανο «εάν τα ποιήματά της ανασαίνουν». Και εβδομήντα χρόνια μετά τον θάνατό της τα ποιήματα και τα γράμματά της θα γίνουν «η ποιητική δωρεά της στον κόσμο».

Στα νυχτέρια της μοναξιάς, της γραφής και της μελέτης της, συντροφιά της η Αγία Γραφή, ο Σαίξπηρ και το λεξικό Webster’s. Το ζυμωτό ψωμί και τα μικρά γλυκά που έφτιαχνε με τα χέρια της, τα ζουζούνια και τ’ άνθη του αρχοντικού της. Τα ποιήματά της που έγραφε χωρίς παραλήπτη και δίχως σταματημό σε αυτοσχέδια τεύχη από διπλωμένα φύλλα χαρτιού αλληλογραφίας, επάνω σε φακέλους, στο πίσω μέρος λογαριασμών και προσκλήσεων. Για την εμπειρία της έκστασης και για τον έρωτα, για την εγκατάλειψη και το θάνατο, για την παντοδυναμία και την ομορφιά της φύσης, για την αναζήτηση το Θεού και την αμφιβολία. Και 1000 γράμματα. Εφάμιλλα πολλά απ’ αυτά με την ποίησή της. Στο βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Το Ροδακιό» μεταφράζονται για πρώτη φορά στα ελληνικά, τρία ερωτικά γράμματά της με άγνωστο παραλήπτη. Τα πιο αινιγματικά και τα τραγικότερα, τα πιο ερωτικά.

«44 ποιήματα & 3 γράμματα» ο τίτλος του. Και στις σελίδες του βιβλίου ο Ερρίκος Σοφράς ανθολογεί, μεταφράζει και σχολιάζει τα ποιήματα και τα γράμματά της. Ενώ στο επίμετρο με τον τίτλο «Η άβυσσος δεν έχει βιογράφο» μελετά την εποχή και το έργο της. Καταγράφοντας «ό,τι μπορεί να συγκρατήσει ο αναγνώστης από την άμμο μιας ζωής».

Σπαράγματα ποίησης και ζωής, ό,τι ακολουθεί.

Continue reading

Κυριάκος Ραμολής, Δύο ποιήματα

936_dimitriou_b1

Εγκόσμιο μπιχλιμπίδι

Δρω και δράττομαι
των περιοχών στο ρολογάκι μας
ορώ ό,τι ορίζεται
μα θυμάμαι μόνο την Τάξη
Γεννήθηκα από θρησκοληψία
Στου ζωντανού τον πόνο
Έφηβος τώρα πια στερεώνω
όσες πνοές αντιλαμβάνω
δίχως δομές ή πέρατα.

Η αναβολή μιας συνομιλίας

Συνάντησα στο κατώφλι της οικίας μου τον παραστάτη
θάνατο. Διαβεβαιώνω τους ποιητές πως οι λαϊκές δοξασίες
που τον νομίζουν γέροντα δεν ισχύουν. Ο θάνατος μου
παρουσιάστηκε ως έφηβος. Είχε λυμένα τα πυρόξανθα
μαλλιά του (είχαν θρέψει ωστόσο με το χρόνο). Τρόμαξα
από την ομορφά του και κλείδωσα την πόρτα μου.

*Από την ποιητική συλλογή “Πυράγρα” εκδ. Πανοπτικόν, 2005.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Καταγραφή χρόνου

946629_10201302778838158_52577998_n

Τραχύ και γυμνό αποτύπωμα
συνθλίβεται σε σωματικούς παλμούς
κι ανόργανες φωνές
σ’ αυθαίρετες λωρίδες
παράταιρης φύσης

η μεταζωή μια ανηλεής σάτιρα
θάνατος το σύμπαν
που το διασχίζουμε
και λάμπουμε
σαν απέραντο τρένο
σε κατεστραμμένες γέφυρες
με άγνωστους συνταξιδιώτες
πέρα από συνειδήσεις.

Ιάσων Δεπούντης, Τι βλέπει ο ήλιος

DSCN8205b600x600d1

Ο ήλιος βλέπει καθημερινά
το δρόμο με τον τυφλοπόντικα
Μαζί χωμένους στα στενά τους δρόμους
του σκληρού ασπάλακα και του τερμίτη

Ο ήλιος βλέπει όλους τους δρόμους
που τρέχει ανυπόμονη η καταστροφή
κ’ εκεί π’ ακούγεται οργισμένη η έκρηξη
όλοι ή κανένας όλοι ή κανένας όλοι

Ο ήλιος βλέπει από πολύ κοντά πολύ
τεράστιες πολιτείες κι άγρια δάση
τα παραμορφωμένα πρόσωπα της αγωνίας τους
ένοχο τον αέρα που φυσάει σε πόλεμο
και διεφθαρμένα τα μεγάλα όνειρα

Ο ήλιος βλέπει με κάτι άγρια μάτια πάλι
τα μάτια εκείνων που ακόμη δε χορταίνουν
που δε χορτάσαν την ελπίδα την ειρήνη…

Βλέπει ο ήλιος πριν βουτηχτεί στη δύση του
τα μαύρα φτερωτά ποντίκια των συνοικιών-
όλα σ’ ετοιμασία όλα σ’ ετοιμασία όλα…

Αμέτρητες οργές μες στην ψυχή θα βλέπει
Ο ήλιος που κι αυτή τη νύχτα ακόμη βλέπει!

*Από τη συλλογή “Τρεις επικίνδυνες ενότητες με θέμα τον ήλιο” (1958).

Ουμπέρτο Σάμπα, Βράδυ του Φλεβάρη

1

Βγαίνει το φεγγάρι.
Στη λεωφόρο είναι ακόμα
μέρα, ένα βράδυ που πέφτει γοργά.
Αδιάφορη νεολαία αγκαλιάζεται σφιχτά·
εκτρέπεται σε ευτελείς στόχους.
Κι είναι η σκέψη
του θανάτου που, στο τέλος, σε βοηθάει να ζήσεις.

*Μετάφραση: Κάρολος Τσίζεκ

Τάσος Δενέγρης, Δύο ποιήματα

e110115_1

Πικρή διαπίστωση

Μέσα σ’ αυτό το μαρτύριο
Σφυρηλατούνται
Ολοι εκείνοι που πρόκειται
Να ξεπεράσουν το φόβο
Και να κοιτάξουν τον κόσμο
Από ψηλά
Αυτόν τον ίδιο
Που ταυτοχρόνως
Βρίσκονται μέσα του και παραδέρνουν.

*Από το http://vassilisrouvalis.blogspot.com

Έξω απ’ τα δόντια

Ο ξένος είναι πάντα ξένος
Μην το ξεχνάς
Κι αυτόν
Που σήμερα φιλία κιόλας κέρδισε
Πουλώντας σου φριχτές κοινοτυπίες
Για τον καιρό, για το κρασί
Την ομορφιά του τόπου

Κράτα τον σε απόσταση
Μην πέφτεις στην παγίδα
Όσο κι αν σου φάνηκε
Καλών προθέσεων, προσιτός.
Μην το ξεχνάς
Στο χαρτοφύλακά του
Μπορεί και να σου κουβαλά
Μακέτα φυλακής μ’ ανεμιστήρες.

6 Απριλίου 1976

*Από τη συλλογή “Θειάφι και αποθέωση” (1982) http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36116.0#ixzz28mGxSSZW

Κ.Π. Καβάφης, Τρώες

136cf1f1fc35e1a36c9f28a08fb6ed57

Είν’ η προσπάθειές μας, των συφοριασμένων·
είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι
παίρνουμ’επάνω μας· κι αρχίζουμε
νάχουμε θάρρος και καλές ελπίδες.

Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά.
Ο Aχιλλεύς στην τάφρον εμπροστά μας
βγαίνει και με φωνές μεγάλες μάς τρομάζει.—

Είν’ η προσπάθειές μας σαν των Τρώων.
Θαρρούμε πως με απόφασι και τόλμη
θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά,
κ’ έξω στεκόμεθα ν’ αγωνισθούμε.

Aλλ’ όταν η μεγάλη κρίσις έλθει,
η τόλμη κι η απόφασίς μας χάνονται·
ταράττεται η ψυχή μας, παραλύει·
κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε
ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή.

Όμως η πτώσις μας είναι βεβαία. Επάνω,
στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος.
Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κ’ αισθήματα.
Πικρά για μας ο Πρίαμος κ’ η Εκάβη κλαίνε.

*Από τα «Ποιήματα 1897-1933», εκδ. Ίκαρος 1984.

Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Θάλασσα της Ελσινόρης

559636_181752538611829_100003312522112_276985_1418114504_n

Αυτή την αγωνία την ένιωσα, όσο και σεις
σαν τη βροχή που αφήνει ρωγμές μες στη θάλασσα
καθώς ρωτούσα σκύβοντας πάνω στην Ελσινόρη —
ακίνητη μες στο βυθό, μ’ ολόφωτα τα χέρια
αγκάλιαζε τ’ αγόρια της με τόση τρυφερότητα
που δύσκολα υποφέρω

Κι όταν ο ήλιος πνίγηκε ακινητώντας τα νερά
φώναξα τόσο δυνατά που η καρδιά μου
ξεπήδησε σαν τα κεριά που ανάβουνε στις κάμαρες
στη ρημαγμένη Κοπεγχάγη — Χόλγκεν, έλα να πέσουμε
βαθιά στη θάλασσα δεν έχει απόκριση

Χόλγκεν, τι να τα κάνω τα κεριά
δίχως ούτ’ ένα θεατή, σ’ ένα σχεδόν ερειπωμένο κόσμο

*Από το βιβλίο “Ο δύσκολος θάνατος” – συλλογή “Ο θάνατος του Μύρωνα”, Εκδόσεις: Νεφέλη, 2007.