Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους

cebaceb1ceb2ceaccf86ceb7cf82-cf80ceb5cf81ceb9cebcceadcebdcebfcebdcf84ceb1cf82-cf84cebfcf85cf82-ceb2ceb1cf81ceb2ceaccf81cebfcf85cf82

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

— Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

(Δεκέμβρης 1898, δημοσίευση 1904)

Η νοσταλγία για το χαμένο Παράδεισο

220px-GeorgTrakl

Ο έκπτωτος άνθρωπος ενόσω αναζητεί τη λύτρωση από το θάνατο

ΓΚΕΟΡΓΚ ΤΡΑΚΛ
Το όνειρο του Κακού (Ποιήματα, 1913-1915)
ΕΙΣ.-ΜΤΦΡ.-ΣΧΟΛ.: ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
«ΕΡΑΤΩ»
ΣΕΛ. 188, ΕΥΡΩ 14,6

Η ποίηση του Γκέοργκ Τρακλ, σχεδόν έναν αιώνα μετά τη γέννησή της, εξακολουθεί να κεντρίζει το ενδιαφέρον Ελλήνων μεταφραστών, με αποτέλεσμα να επανέρχονται στο έργο του, επιχειρώντας κάθε φορά μια νέα απόδοση στη γλώσσα μας αυτού του μελαγχολικού και, θαρρείς, εύθραυστου ποιητικού σύμπαντος. Τα ποιήματα του Τρακλ εξακολουθούν και σήμερα να αποπνέουν μια γλυκιά μελαγχολία, κάτι σαν νοσταλγία για μια ζωή μέσα στους ρυθμούς και τους χρόνους της φύσης, όπου ακόμη και τα ακραία ή επώδυνα συναισθήματα βιώνονται, υπακούοντας τους νόμους της φυσικής αρμονίας. Παρακολουθούμε ένα τοπίο ψυχής που δονείται και αντανακλά πάνω στα στοιχεία της φύσης, συνθέτοντάς τα εκ νέου με τον ονειρικό και συχνά εφιαλτικό τρόπο που το υποκείμενο τα αντιλαμβάνεται και τα ορίζει. Οι εικόνες δημιουργούν έναν κόσμο που επιβάλλεται στον αναγνώστη ως ο μόνος φυσικός τόπος ύπαρξης του ποιητικού υποκειμένου.

Ποιήματα δομημένα με ακρίβεια και αυστηρή ισορροπία, χωρίς τίποτα το περιττό, αποτελούν ουσιαστικά ένα ενιαίο ποίημα, το οποίο μέσα από φαινομενικά ασύνδετες εικόνες, υποταγμένες ωστόσο στο δικό τους εσωτερικό ρυθμό, μέσα από ήχους και σιωπές εκφράζει την πραγματικότητα και τα εφιαλτικά οράματα ενός ψυχισμού που κατατρύχεται από την υπαρξιακή αγωνία, την ενοχή, την ανάγκη εξαγνισμού και επιστροφής, έστω και μέσω του θανάτου, σε μια προγεννητική κατάσταση παραδείσου.
Τα ποιήματά του συντίθενται με επαναλαμβανόμενα μοτίβα, σήματα που λειτουργούν ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα. Διατηρώντας την ηχητική τους δύναμη και το κυριολεκτικό τους περιεχόμενο, κινούνται την ίδια στιγμή και στο χώρο της συμβολικής μεταφορικής γλώσσας του εξπρεσιονισμού.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η σταθερή παρουσία ορισμένων χρωμάτων, όπως είναι το χρυσαφί, το κόκκινο και, κυρίως, το γαλάζιο, σύμβολο της έννοιας του ιερού.

Continue reading

Ανδρέας Παγουλάτος, Υποθήκες ”Πέραμα” (απόσπασμα)

387405_4399762193871_120617601_n

φωνές
χιλιάδες φωνές:
γαμώ το κέ…ρατό σας
δοσίλογοι σπιούνοι, τζάκια εξουσίας
τοπία ολέθρου κι οι βόμβες να πουλιούνται
για να πέφτουν να φέρνουν ίδιο σ’ολους θάνατο
κι αυτοί που δεν λογίζονται ν’αντισταθούν κι οι άλλοι
με το δισάκι και
οι άρρωστες ψυχές
κάτω από
το μαστίγιο
αλυχτούν σαν τα σκυλιά
δαγκώνουν
τις σάρκες τους
στο διάβολο αδικητές
διψάτε για αίμα βρυκόλακες
εμποδίζετε μ’ολα τα μέσα το πέρασμα
μια διάφανη ώρα όταν ο χρόνος ξαπλώνεται
στον ξάστερο ουρανό και μ’ενα άλμα του
λαμπρύνει
την αυγή
φωνές και πάλι
φωνές: αυγή αυγούλα
ευωδιά από εφηβικά φιλιά
που ανακαλύπτουν ποτάμια λεύτερα ζώα
και μια άμετρη κραυγή φλόγα από
βουνό σ’αλλο βουνό προάγγελος μιας μέρας που δίκαια ανταμείβει που δίνεται
στον κόσμο
μ’ ακράτητη
ηδονή
(…)

Κωνσταντίνος Ωσηέ, Τρία ποιήματα

392006_208323095920421_100002281965588_505258_443998224_n

Ηχώ Ζωής

Ο ήχος της έρχεται σαν τύμπανα
πυγμαίων ιθαγενών του τροπικού
παρθένα κύτταρα
κοιλιές γιδιών γδέρνονται δέρνονται
κι αντηχούν:
Υπάρχουμε, υπάρχουμε

Ο Ουρανός των Ποιητών

“ο ουρανός των ποιητών
είναι γεμάτος κοφτερές
νότες – λεπίδες
ακατανόητες υφέσεις και διέσεις
αενάως σε μινόρε συγχορδίες
-δε χωράει ματζόρε στον ουρανό”

Θάλασσα

στα χέρια μου εκρατούσα
στόμα της νύχτας
δυο κόκκινα δόντια εφώναζαν
άγριους συριγμούς
των φιδιών – λεόντων
της αρχέγονης ουράνιας χορδής
μια θάλασσα ζεστή
ρέζους αρνητικό
έρεε κάτω απ’ τα πόδια
των βιαστικών δίποδων όντων
ένα ιπτάμενο σαλάχι
εκέντριζε τις ψυχές των παιδιών
η μηχανή εκαλωσόριζε
το γιο της
στο όνειρο – εφιάλτης
της άφωνης κραυγής
εφτά βολβοί
εξερνούσαν αλμύρα
στα τσιμεντένια πλακόστρωτα
δίποδα κεφάλια
σπινθιρίζοντα καλώδια – μαστίγια
φορτίζουν πεθαμένες
-από καιρό-
ζωές
μέσα στην κόκκινη
θάλασσα – ουρανό
που εκολυμπούσαμε παρέα
οι νεκροί – ζωντανοί.

Pétros Golítsis, The meaning of light in the work of T. Falkos – An attempt at conveying it

1022651275767333

The meaning of light has engrossed the interest of T. Fálkos from his very first published work, The Righteous, culminating in Light Drawings. In the past, he gathered material for a dissertation on light, which later on he abandoned for reasons unknown. During lessons, and in the course of our conversations, he stated that light had engaged people’s attention from the beginning of time. The Homeric warrior abhors the dark, and asks god to disperse the cloud that enveloped them, εν δε φάει και όλεσον, “and let me die in the light!” According to Fálkos, this phrase expresses the distinctness and the need for clarity as felt by the ancient Greeks. He also spoke to us about the significance light had on Plato, Plotinus, et al. As such, the topic is vast, and each student’s aspirations can be but limited. I shall focus my attention ⎯ though not exclusively ⎯ on Light Drawings, where Fálkos appears to have made an organized effort to record his poetic and philosophical speculations, without considering the matter closed, of course, not even as regards himself. For this reason, and not out of modesty, he names the poems in this collection “drawings”.

As he told me, he began writing some thirty poems on the subject of light. He kept these “drawings” for years in his drawers, as happens with other of Fálkos’ works. Those he had worked on and completed, went back to ten or even twenty years earlier. When he started working again on Light Drawings, “when time was ripe”, he saw that through this medium he could express to a tee the reflection and anguish of his now mature soul. So he worked heart and soul on this work, which deserves to be placed among the highest in European literature.

Continue reading

Σχεδίασμα πρόσληψης του Octavio Paz

octavio_paz_muladar

Του Βασίλη Ρούβαλη

Είναι η εσωτερική φωνή του ποιητή μέσα στην οποία βρίσκεται η λύση του αινίγματος για τη δημιουργία, δηλαδή την πράξη που αποφέρει ποιήματα, τη μυστική συμφωνία σκέψης κι έκφρασης, το ανείπωτο, το ανεξήγητο που θα συνεχίσει να ξεπερνά την ορθολογική γνώση, να τη σαρκάζει, να την περιπαίζει.

Τον Οκτάβιο Πας τον γνωρίζουμε πολύ, λίγο λιγότερο, ήκιστα: σε κάθε περίπτωση η φωνή του καθίσταται οικεία στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό καθώς -εδώ τον αντιγράφω- «το τραγούδι κρέμεται στη φωτιά της ημέρας…», και περαιτέρω επειδή κάθε στίχος του, κάθε ποιητική φράση του, διεισδύει σαν χείμαρρος στη φαντασία ενώ τα πάθη που περιγράφει έχουν παρόμοια υπόσταση, ως προς την εκφορά τους, με τη θερμότητα, την άνωση, την πυκνότητα και τη διαπεραστική αλήθεια του κόσμου.

Continue reading

Και μη μου λες εμένα για τη βία

Albert Birkle, Under the Red Flags, 1919

και μη μου λες εμένα για τη βία
εγώ γεννήθηκα τώρα και βράζει το αίμα μου
και μόνο βία με μαθαίνουν.
Εκεί.
να γίνω σαν όλους
να συνεχίσω αυτό που οι άλλοι ξεκίνησαν
να μοιάζω με ό,τι δεν έχει πρόσωπο
Δες,
μια τρύπα έχω για πρόσωπο
σ’ αρέσει;

και μη μου λες εμένα για τη βία
για την ηθική για τα ιερά και τα όσια
πεινάω, πονάω, περνάω
Μη χαίρεσαι όμως
δε θα σου περάσω, δε θα σου περάσει

θα καλύψουν οι κραυγές μου τη σιωπή σου
θα τσακίσω τα αδιάφορα βλέμματα
θα πνίξω τη θεωρία που σε σκεπάζει τα βράδια
θα πετάξω από το παράθυρο τις παντόφλες της απάθειας
Θα εξαφανίσω το θα
αρκετά περίμενα
αρκετά σε άκουσα να μου λες για τη βία
Τώρα
επιστρατεύω την άνοιξη με όλα της τα όπλα
χτυπάω με λύσσα την ανοχή σου
σαρώνω τις βρωμιές σου
κόβω απ’ τις ρίζες το σάπιο σου τίποτα

δεν είμαι ποίημα εγώ
η βία που δε θέλεις είμαι
Δε σ’αρέσει;
Έλα, έλα να παλέψουμε, λοιπόν
Τι φοβάσαι; Ποια ήττα υπερασπίζεσαι;
Και μίλα, μίλα
Αλλά μη μου ξαναπείς εμένα για τη βία

*Ποίημα που έγραψε παιδί που φοιτά στο 6ο Γενικό Λύκειο Καλλιθέας
Δημοσιεύτηκε στο blog http://lykeio6o.blogspot.gr/
Αναδημοσίευση από το https://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=1464152

Βαλερύ Λαρμπώ, Ωδή

larbaud2

Δώσε μου το μεγάλο σου θόρυβο, το γλυκό μεγάλο σου βάδισμα
Το κύλισμά σου το νυχτερινό ανάμεσα στην πάμφωτην Ευρώπη,
ω τρένο πολυτελές! και την αγωνιώδη μουσική
που βουίζει κατά μήκος των φτιαγμένων από χρυσωμένο δέρμα διαδρόμων σου,
ενώ πίσω απ’ τις θύρες τις σκαλιστές με τις βαριές χάλκινες κλειδαριές
κοιμούνται οι εκατομμυριούχοι.
Κυκλοφορώ σιγανοτραγουδώντας στους διαδρόμους σου
κι ακολουθώ το τρέξιμό σου προς τη Βιέννη και τη Βουδαπέστη
σμίγοντας τη φωνή μου με τις εκατό χιλιάδες φωνές σου
πολύβουη φυσαρμόνικα!

Της ζωής τη γλύκα την αισθάνθηκα πρώτη φορά
σε μια καμπίνα του Nord-Express ανάμεσα Wirballen και Pskow.
Κυλούσαμε μέσ’ σε λειμώνες, οι βοσκοί
στις ρίζες τεράστιων δέντρων όμοιων με λόφους
ήταν ντυμένοι με προβιές ρυπαρές κι ακατέργαστες
(η ώρα οχτώ του φθινοπωρινού πρωινού κι η όμορφη πριμαντόνα
με τα μενεξελιά μάτια μέσ’ στη διπλανή καμπίνα τραγουδούσε).
Κι εσείς αιώνιοι πάγοι που είδα ανάμεσά σας να διαβαίνει η Σιβηρία
και του Σάμνιου τα βουνά
η άγρια κι άνανθη Καστίλλη κι η θάλασσα του Μαρμαρά
κάτω από μια χλιαρή βροχή!

Δώσε μου, ω Orient-Express, Sud-Brenner-Bahn, δώστε μου
τους θαυμαστούς υπόκωφους θορύβους σας
και τις παλλόμενες γοητευτικές φωνές σας
δώστε μου την εύκολην κι ανάλαφρην ανάσα
των υψηλών οστεώδικων ατμομηχανών με τις άνετες κινήσεις
των ατμομηχανών που γοργές
χωρίς καμιά προσπάθεια σέρνουν πίσω τους τέσσερα βαγόνια κίτρινα
με γράμματα χρυσά
μέσ’ στις βουνίσιες ερημιές της Σερβίας
και πιο μακριά μέσα στο πλήθος των βουλγαρικών ροδώνων…
Α! τούτοι οι θόρυβοι και τούτη η κίνηση
πρέπει να μπούνε στα τραγούδια μου και να ιστορούν για μένα,
για τη ζωή μου την ανέκφραστη, την παιδική μου ζωή
που πια δε θέλει τίποτα να ξέρει, μόνο
σ’ αβέβαια πράγματα παντοτινά να ελπίζει.


Μετάφραση Τάκης Σινόπουλος

Σύλβια Πλαθ, Daddy

sylvia

Δεν κάνεις πια, δεν κάνεις πια 
Παλιό παπούτσι 

Που μέσα του σαν πόδι έχω ζήσει 

Τριάντα χρόνια τώρα φτωχό και λευκό, 

Τολμώντας μόλις να πάρω ανάσα ή να φταρνιστώ.
 
Έπρεπε να σε σκοτώσω, μπαμπά 

Όμως προτού προλάβω είχες πεθάνει – 

Μαρμάρινος, ένα τσουβάλι μπουκωμένο με Θεό, 

Άγαλμα στοιχειωμένο με ένα γκρίζο δάχτυλο 

Μεγάλο σαν φώκια του Φρίσκο 

Και το κεφάλι μέσα στο φρικτό Ατλαντικό 

Όπου βρέχει πράσινη βροχή στο κυανό 

Πέρα από τα νερά του ωραίου Νουαζέτ. 

Προσευχόμουν να σε ξαναβρώ. 

Ach, du. 

Στη γλώσσα τη γερμανική, σε μια πολωνική πολίχνη 

Ισοπεδωμένη από τον οδοστρωτήρα 

Πολέμων, πολέμων, πολέμων. 

Μα το όνομα της πολίχνης είναι κοινό. 

Ο Πολωνός μου φίλος 

Λέει πως υπάρχουνε ντουζίνες, μια ή δυο. 

Κι έτσι ποτέ δεν μπορούσα να πω 

Πού πάτησες το πόδι σου, οι ρίζες σου πούθε κρατούν 

Δε θα μπορέσω ποτέ να σου μιλήσω. 

Η γλώσσα μου κολλάει στον ουρανίσκο. 

Μαγκώνει σε μια ακάνθινη συρμάτινη παγίδα. 

Ιch, ich, ich, ich, 

Ήμουν σχεδόν χωρίς φωνή. 

Και νόμιζα πως κάθε Γερμανός ήσουν εσύ. 

Και η γλώσσα είναι αισχρή 

Μια μηχανή, μια μηχανή 

Που με μασούσε σαν Εβραίο. 

Έναν Εβραίο στο Νταχάου, στο Άουσβιτς, στο Μπέλσεν. 

Άρχισα σαν Εβραίος να μιλώ. 

Νομίζω πως μπορεί να είμαι Εβραία. 

Τα χιόνια του Τιρόλου, της Βιέννης η διάφανη μπίρα 

Δεν είναι τόσο αγνά κι αληθινά. 

Με την τσιγγάνα προγονό μου και το κακό μου ριζικό 

Και τα χαρτιά μου τα ταρό, και τα χαρτιά μου τα ταρό 

Ίσως και να ‘μαι λιγάκι Εβραία. 

Και ξέρεις, πάντα σε φοβόμουν 

Με τη Luftwaffe σου και τα παράσημά σου. 

Το τακτικό μουστάκι σου 

Και τα αριά σου μάτια, γαλάζια φωτεινά. 

Panzer-man, panzer-man, Ω εσύ — 

Που Θεός δεν είσαι αλλά σβάστικα 

Κατάμαυρη, που δεν τη διαπερνάει ο ουρανός. 

Κάθε γυναίκα λατρεύει έναν φασίστα, 

Την μπότα στα μούτρα, του κτήνους την καρδιά 

Του κτήνους, ενός κτήνους σαν εσένα. 

Σε ένα μαυροπίνακα στέκεσαι, μπαμπά, 

Στη φωτογραφία που κρατώ, 

Ένα σημάδι στο σαγόνι αντί στο πόδι, 

Αλλά δεν είσαι λιγότερο διάβολος γι’ αυτό, 

Όχι λιγότερο από το σκοτεινό άντρα 

Που την όμορφη πορφυρή καρδιά μου έκοψε στα δυο. 

Ήμουν δέκα χρονώ όταν σε βάλανε στον τάφο. 

Και στα είκοσι προσπάθησα να σκοτωθώ 

Για να σε ξαναβρώ, για να σε ξαναβρώ. 

Μπορούσα ακόμα και στα κόκαλά σου να αρκεστώ. 

Αλλά με έσυραν έξω από το λάκκο 

Και με κόλλα με ένωσαν ξανά. 

Τότε όμως τι να κάνω ήξερα πια. 

Έφτιαξα λοιπόν ένα μοντέλο από σένα, 

Έναν άντρα με μαύρα και ύφος Meinkampf 

Κι έναν έρωτα τροχό μαρτυρίων. 

Και είπα δέχομαι, δέχομαι. 

Κι έτσι ξόφλησα, μπαμπά. 

Το μαύρο τηλέφωνο ξεριζωμένο 

Και οι φωνές δεν φτάνουν μέχρι εδώ. 

Αν σκότωσα ένα αρσενικό, σκότωσα δυο – 

Το βρικόλακα που έμοιαζε σε σένα 

Και μου ‘πινε ολοχρονίς το αίμα, 

Εφτά χρονιές, αν θες να ξέρεις. 
Ησύχασε τώρα, μπαμπά. 

Υπάρχει ένα παλούκι στη μαύρη σου καρδιά, 

Και οι χωρικοί δε σε χώνεψαν ποτέ. 

Χορεύουν τώρα και σε ποδοπατούν. 

Ήξεραν πάντα ότι ήσουν εσύ. 

Μπαμπά, μπαμπά, μπάσταρδε, με σένα έχω ξοφλήσει πια.

Αρθούρος Ρεμπώ, Υπερρεαλιστής της ζωής;

images

ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΕΛΕΥΘΕΡΑΚΗ

Η αναγνώριση του Arthur Rimbaud ως προδρόμου του υπερρεαλιστικού κινήματος και η διακήρυξη του Andre Breton στο πρώτο Μανιφέστο του υπερρεαλισμού (1924) ότι «ο Rimbaud είναι υπερρεαλιστής στην πρακτική της ζωής και σε άλλα πράγματα» είναι σε γενικές γραμμές γνωστά. Λιγότερο, ίσως, γνωστή είναι η βαθιά εκτίμηση που έτρεφε για τον Rimbaud ο Paul Claudel, ο οποίος μάλιστα δεν δίστασε να δηλώσει ότι η γνωριμία του με το έργο τού κατά δεκατέσσερα χρόνια μεγαλύτερού του ποιητή συνέβαλε στη θρησκευτική μεταστροφή του στη Notre-Dame στο Παρίσι τα Χριστούγεννα του 1886. Ο δεκαοκτάχρονος Claudel διάβασε τις «Εκλάμψεις» («Illuminations») -ο τίτλος παραπέμπει στην αγγλική σημασία των «coloured plates», στις μικρογραφίες, αλλά και στην έννοια της αποκάλυψης μιας στιγμιαίας αλήθειας, στην «επιφάνεια»- και το «Μια εποχή στην Κόλαση» («Une saison en Enfer») το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του ίδιου έτους στο συμβολιστικό περιοδικό «La Vogue», όπου έγινε ουσιαστικά η πρώτη δημοσίευση των δύο έργων, αφού τα αντίτυπα του «Μια εποχή στην Κόλαση», που τυπώθηκαν τον Οκτώβριο του 1873 στις Βρυξέλλες, δεν κυκλοφόρησαν ποτέ στο εμπόριο, ενώ οι «Εκλάμψεις» δεν τυπώθηκαν πριν από το 1886, αν και η συγγραφή τους είχε ξεκινήσει από το 1872 και ολοκληρώθηκε αποσπασματικά μετά τη συγγραφή τού «Μια εποχή στην κόλαση».

Continue reading