Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η αλλοτρίωση της έλξης

katerina

Η σάρκα έγινε σελίδα
το δέρμα χαρτί
το χάδι έννοια αφηρημένη
το σώμα καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου.
Αλήθεια, πώς να περιγράψω
τη φύση όταν μ’ έχει εγκαταλείψει
και μόνο στην πρεμιέρα του φθινοπώρου
θυμάται να με προσκαλέσει καμιά φορά;
Ελπίζω να βρω το θάρρος
μια τελευταία επιθυμία να εκφράσω:
γδυτό ένα ωραίο αρσενικό να δω
να θυμηθώ, σαν τελευταία εικόνα
να κουβαλώ το ανδρικό σώμα
που δεν είναι ύλη
αλλά η υπερφυσική ουσία του μέλλοντος.
Γιατί αυτό θα πει ηδονή:
ν’ αγγίζεις το φθαρτό
και να παραμερίζεις τον θάνατο.

*Από τη συλλογή “Η ανορεξία της ύπαρξης”. Το πήρα από το http://greekpoems.wordpress.com/2013/04/12/allotriosi-elxis-katerina-aggelaki-rouk/

Άννα Νιαράκη, Δύο ποιήματα

SES.JPG

Bad bargain

Στην εγκατάλειψη των ηδονών.
Σε ένα μαχαίρι της κουζίνας,
εστιάζω τηλεσκοπικά την αναίρεση.
Κόβω τις γέφυρες.
Κόβω σαλάτα.
Αυτόματες σκέψεις ξεπηδούν
από οργασμικές συνήθειες.
Κινήσεις μηχανικές.
Κατασκευάζω ορισμούς σε
ένα ανύπαρκτο σταυρόλεξο.
Οι λέξεις κρέμονται ήδη
σταυρωμένες.
Τις ξεκρεμάω και τις πετώ
άτακτα στο πάτωμα.
Περνάνε μέρες. Τις κοιτάζω
με απόγνωση.
Δεν τις καταλαβαίνω.
Δοκιμάζω να τις πω
μα η γλώσσα μου αρνείται
να προφέρει σύμφωνα.
Δεν συμφωνήσαμε
γιʼ αυτό ποτέ.
Όταν με άφησες παιδί
πήρες μαζί την πιο αθώα
μυρωδιά μου.
Και μου άφησες λέξεις
άπειρες, ανάπηρες
για συντροφιά μου.

Ένα λεπτό

Ώρα 20:37.
Ξεσκίζω τις σάρκες μου,
τη μνήμη
την ξεχασμένη αθωότητα.
Μόνος, γυμνός, περιφέρομαι
σʼ έξι διαστάσεις
μʼ έξι αισθήσεις.
Κοιτώ πλαγιογωνικά το λαβύρινθο
που σχηματίζει το αυτί σου.
Κι ύστερα βουτώ και χάνομαι.
Με χτυπά το ρεύμα, απʼ τους νευρώνες
του εγκεφάλου σου.
Ηλεκτροσόκ.
Ξυπνώ γεμάτη αίματα
πάνω στην αριστερή κοιλία της καρδιάς σου.
Ανασαίνω και πάλλομαι μʼ έναν ξένο ρυθμό.
Το σφυγμό σου.
Κάτι σʼ ενοχλεί.
Γίνομαι βλέννα που κολλάει στα πνευμόνια σου.
Βήχεις και με φτύνεις στο χαλί
Σηκώνομαι, φτιάχνω τα μαλλιά μου και κάθομαι.
Με κερνάς καφέ και με ρωτάς που ήμουν
Ανάβω ένα τσιγάρο
με τυλίγει ο καπνός
και χάνομαι.

Ώρα 20:38.

*Από τη συλλογή “Τετράδιο Πειραμάτων”, εκδόσεις Χαραμάδα 2010. Δημοσιεύτηκαν στα http://www.poiein.gr/archives/11404/index.html και http://poihshkaipoihtes.blogspot.com

Εκεί στην γη με τις σάπιες φράουλες…

Αφιερωμένο στον αγώνα των μεταναστών εργατών στις φυτείες φράουλας της Μανωλάδας

535913_4748949966330_1438321136_n

Πόσο πρέπει να χαράξει κανείς
τις φλέβες των στίχων
πόσο απορροφητική
πρέπει να γίνει η οθόνη
για να στεγνώσει το αίμα τους;
Είπαμε δεν αλλάζει καθεστώτα.
Είπαμε διαμορφώνει συνειδήσεις.
Πολλές μαλακίες είπαμε και λέμε.

Ο νεκρός είναι νεκρός.
Εκεί στην γη με τις σάπιες φράουλες
τα σκουλήκια αυτής της γης
εκκολάπτονται από τα αυγά τους.

*Δεν γνωρίζω το συγγραφέα του ποιήματος αυτού. Επίσης ο τίτλος είναι επιλογή μου. Το βρήκα στον τοίχο του facebook της ποιήτριας Χλόης Κουτσουμπέλη από τη θεσσαλονίκη. Όποιος/α ξέρει ας μιας διαφωτίσει…

Μαρία Κατσοπούλου, Η γενιά της λακκούβας

black-and-white-portrait-eyes-models-art-fashion-women-light-bw-people-glamour-poses-various-allure-moment-still-rain-lollipop-lonely-missing-y

Ονειρευόμασταν με μάτια ανοιχτά
Παιδιά να μείνουμε για πάντα
Το κοκό ποτέ να μη μας λείψει
Τα χρώματα της φαντασίας μας ζωντανέψαμε
Με βελόνες πλέκαμε κασκόλ
Να μας προστατεύουν από το χιόνι
Μια παρέα
Ένα πάρκο
Όνειρα
Στα παγκάκια ξεχασμένα
Τα αφήσαμε όλα εκεί
Μαζί με το αίμα μας
Ξεραμένο πάνω στα κλαδιά

*Από την ποιητική συλλογή «Ποιήματα για τσακισμένες καρδιές και σαλεμένα μυαλά», εκδ. Γαβριηλίδης.

Χρίστος Παπαγεωργίου, Δύο ποιήματα

images

Θεατή

Διάβασες θεατή την οθόνη και
Φίσκα κουκουλοφόρους και
Έσπασες θεατή βιτρίνες και
Πλιατσικολόγησες αισθήματα
Ό,τι πουλιέται στις αγορές της Αλβανίας
Έσκυψες να περάσει η σφαίρα και
Κράτησες το δοκάρι με τα δυο σου χέρια
Ό,τι οι οικοδόμοι αφήνουν
Στον τεράστιο σκουπιδοτενεκέ
Κατέστρεψες οραγμένα γιωταχί και
Έτσι που το ΕΚΑΒ να φαίνεται λιμουζίνα
Θεατή, πέταξες μολότωφ σε τράπεζες
Έβαλες φωτιά σε κτίρια πολιτισμού και
Ό,τι ελάχιστοι ορέχτηκαν στο διάβα τους
Μέσα στη νύχτα-μέρα και
Μπροστά σε κάμερες εκατομμυρίων και
Στην κόψη του ξυραφιού
Που μιλάει στο γκέτο και
Πριν την απόρριψη
Του κοινωνικού δόγματος και.

Ο καιρός

Και πάλι μουχρώνει ο καιρός
Ώρα όπως οι πολικές αρκούδες
Για χειμέρια νάρκη
Πίσω απ’ τα προσωπικά προβλήματα
Τα γεγονότα του Δεκέμβρη
Τους απεργούς, τις κόκκινες σημαίες
Τα κλομπς,τους τρομονόμους
Θα βρέξει σίγουρα στα ορεινά
Γιατί ο καιρός άγριος όσο ποτέ
Θα κυλήσει πάνω απ’ την πόλη
Σαν ταχυδρόμος ειδήσεων κακών
Σαν πολική αρκούδα
Σαν εμένα
Το αθώο σπουργίτι που τσιμπολογά
Τα ψίχουλα στο περβάζι του παραθύρου.

*Ο Χρίστος Παπαγεωργίου είναι ποιητής και κριτικός λογοτεχνίας. Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το περιοδικό «Ένεκεν», τεύχος Οκτώβρη-Δεκέμβρη 2011.

Κώστας Μπραβάκης, Karajahal

mqdefault

Όσο ξεμακραίνω μ’ ακολουθείς πιστό ελάφι
Θα σου μιλήσω για τον καιρό του παράδεισου
και συ θα κλαις

Πλατειάζουν μέσα μου τα νερά και χύνονται
ποτάμια κοκκινόχρωμα
λαχταρίζουν το σβανά οι κορφές
σπυρί-σπυρί ν’ αναστηθεί ο καρπός
και στα μισά της νύχτας κάτι παλιοί φαντάροι αναστενάζουν

Για σένα μαύρο ελάφι θ’ ανοίξω απόψε
ένα μπουκάλι θάνατο

Και ξεκινάει τη μοιρασιά ο χρόνος
αυτός ο μέγας κλέφτης
ανοίγουν γινωμένα τα θυμητάρια
σιγοπίνω τον πικρό καιρό και χάνω στο μέτρημα
τις λεμονιές με τ’ άγουρα φιλιά
τις κερασιές της λυπημένης Παρασκευής
ένα κοντάρι μαύρες σημαίες
το μερτικό μου ένα φλασκί νερό
που μάζεψα απ’ τα κληματόφυλλα
μουγκανίζουν οι δαμάλες στη θέα του αγριόχοιρου
κατηφορίζουν κουτρουβαλώντας απ’ το λόφο
μπήκε Νοέμβρης κι έπιασε μπούζι
και κοκκίνισαν τα μάγουλά σου
παράτησε ο τελάλης το καμπάνι
και ξάπλωσε βαθιά στο χώμα
κι όπως σηκώθηκε βοριάς
ως τα πάνω τον σκέπασαν φθινόπωρα φύλλα

Μην ξαγρυπνάς μαζί μου
στο λέω, δε βιάζεται ο θάνατος
έφτασαν ως εδώ οι χαιρετισμοί
ανάμεσα απ’ τους θάμνους και τα φυλλώματα
έσκυψα και φίλησα το χέρι της μητέρας
που με περίμενε μ’ όλα της τα μανουάλια αναμμένα
μα δεν υπήρχε ούτε καμπάνα ούτε σκοινί
ούτε προσόψιο κρεμασμένο στη βρύση
γεύση από βρασμένο σιτάρι
κι αλμυρή βροχή στ’ ακροχείλι
έγειρε ο τοίχος κι έπεσαν οι σοβάδες
φάνηκαν οι ρωγμές της μνήμης
λαφιάτες και γκουγκουστέρες
οι συγκάτοικοι εντός μου

Βλέπεις έμαθα να διαβάζω τ’ άστρα
να μη με πιάνει πια το φουσκονέρι
κι άλλα πολλά που καταφέρνουν οι άνθρωποι
μα ‘κείνο που έρχεται από πού
εκείνο που δε βλέπω μα τ’ ακούω
εκείνο το σκουπιδάκι στο βλέφαρο του κόσμου
ακόμα ψάχνω για ένα πέρασμα
κι όλο επιστρέφω γεμάτος αλληλούια και ψέματα

Θα κουράστηκες μικρό ελάφι
σε τόσες ερημιές να περπατάς
στο βάθος μια πομπή θα είναι
ή πανηγύρι με τόσα φώτα και άσματα θορυβώδη
που ολοένα απομακρύνεται
κι αφήνει πίσω αγάλματα θυμητικά
ερείπια κομμάτια

Λίγο ακόμα, ένα λεπτό
αυτός ο χρόνος ο σπαγκοραμμένος
τράβηξε την κουρτίνα
ίσα που άγγιζα τα φύλλα της μουριάς


*Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το προσωπικό μπλογκ του ποιητή και μουσικού Κώστα Μπραβάκη στη διεύθυνση http://conbra.blogspot.com.au/2013/03/blog-post_3.html Η εικόνα της ανάρτησης προέρχεται από το βίντεο με την απαγγελία από τον ίδιο του ποιήματος σε δική του μουσική επένδυση στη διεύθυνση http://www.youtube.com/watch?v=kWuNaAbnwCo&feature=player_embedded

Melissa Petrakis, Κουλουριασμένη

Nestled

Ότι θα έμενα μαζί σου
όλη τη μέρα να μη σε αποχωριστώ
όταν τα σώματά μας αποσυνδέονται
όταν ντύνεσαι κι εγκαταλείπεις αυτό το δωμάτιο
όταν μέσ’ στον κόσμο της κίνησης και της εργατικότητας
κινείσαι με ανεξαρτησία και ανάσχεση.

Ότι θα ξάπλωνες δίπλα μου
πριν να φύγεις,
θα μπορούσα να ξεφλουδίσω το εξωτερικό σου κέλυφος
ανοίγοντας διάπλατα το στήθος σου
και να χωθώ μέσα στην απαλή φύση
τραβώντας σε μένα αυτό το κασκόλ
αυτό το κάλυμμα της μυϊκής δύναμης και των φλεβών
τραβώντας το σκέπασμα των πλευρών σου πάνω απ’ το κεφάλι μου.

Έτσι θα μπορούσα να σταθώ
αν όχι πάνω σου, τότε γύρω σου, κάτω από σένα
μέσα στον ονειρότοπο της κορμοστασιάς σου
μέσα στη σωματική σου δύναμη, δίπλα στην καρδιά σου
χουφτώνοντας τα χτυπήματα της ανάσας σου
εισπνέοντας τα ένστικτα και τους κόκκινους χυμούς σου.

Ότι θα μπορούσα να κουλουριαστώ εκεί και να μείνω
ταξιδεύοντας με σένα, σαν όπλο που ταξιδεύει
ακίνητη και μικρή, κουλουριασμένη και άφωνη
ανεπαίσθητη, χωρίς κανένα πρόβλημα
παίρνοντας φωτιά από την αδρεναλίνη μου και τη δική σου
και με μια κοφτερή ένταση γεννημένη από μια απρόθυμη εγκράτεια.

Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα, Μεμέντο

293233_375804245826281_1672094108_n

Όταν θα πεθάνω,
με την κιθάρα μου αντάμα,
θάψτε με κάτω απ΄τον άμμο

Όταν θα πεθάνω,
στις πορτοκαλιές ανάμεσα
και στις μέντες.

Όταν θα πεθάνω,
θάψτε με,παρακαλώ,
στον ανεμοδείχτη.

Όταν θα πεθάνω!

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Τείχη

stairs-ii-riek-jonker

Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κ’ υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.

Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ.
Άλλο δεν σκέπτομαι: τον νουν μου τρώγει αυτή η τύχη•

διότι πράγματα πολλά έξω να κάμω είχον.
Α, όταν έκτιζαν τα τείχη πώς να μην προσέξω.

Αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον.
Ανεπαισθήτως μ’ έκλεισαν από τον κόσμον έξω.

1896

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Γυρισμός

Mayakovsky1

Στοχασμοί ξαναγυρίστε σε μένα.
Παντρευτείτε
του πελάγου βάθη και της ψυχής. Αυτοί
που δείχνουν πάντοτε τ’ ωραίο,
είναι,
θαρρώ,
απλώς ανόητοι.
Έχω τη χειρότερη καμπίνα
απ’ όλες τις καμπίνες,
η νύχτα πάνωθέ μου
με βήματα βαρεία,
η νύχτα,
σπώντας τη γαλήνη του δαπέδου,
σέρνεται ο χορός,
ψιθυρίζεται το τραγούδι:
«Μαρκίτα,
τα ωραία σου τα μάτια
είναι για μένα…»
Και γιατί
νάναι για μένα,
που δεν έχω
φράγκο τσακιστό;
Η Μαρκίτα
(σφυρίχτε)
για εκατό φράγκα
πηγαίνει στον πελάτη.
Οι προλετάριοι
φτάνουν στο σοσιαλισμό
απ’ τη γη.
Γη με τα’ ανθρακωρυχεία,
τα δρεπάνια
και τις τσουγκράνες,
εγώ,
βουτώ μες στο σοσιαλισμό
απ’ τον ουρανό της ποίησης,
γιατί
δεν υπάρχει για μένα
χωρίς αυτόν αγάπη.
Τι κι αν είμαι
αυτοεξορισμένος,
τι κι αν στο διάολο μ’ έστειλαν,
τ’ ατσάλι των λέξεων σκουριάζει,
το πετσί της φωνής μαυρίζει.
Γιατί να βραχώ
από ξένες βροχές,
να μουλιάσω,
να λεκιάσω,
να σκουριάσω;
Νάμαι
πέρα απ’ τους ωκεανούς,
κατάχαμα πεσμένος,
κουνώντας με κόπο
της μηχανής μου τα κομμάτια.
Φαντάζομαι
πως είμαι
μια φάμπρικα Σοβιετική
για να παράγω ευτυχία.
Ο πόθος σας είναι
να με δρέψτε σα λουλούδι των αγρών,
ύστερ’ από τους κόπους μιας ημέρας; Όχι!
Θέλω
το Πλάνο
να ορίζει
τι πρέπει κανείς να κάνει σ’ ένα χρόνο.
Θέλω
να ζυγίζει ο κομισάριος του μέλλοντος
τους δικούς μου στοχασμούς.
Θέλω
η καρδιά να δέχεται σα δώρο
ξεχωριστού εργάτη
την απεραντοσύνη της αγάπης.
Θέλω
στο τέλος του έργου
ο επιθεωρητής εργασίας
να μου κλείνει τα χείλια
μ’ ένα λουκέτο.
Θέλω
η πέννα
να εξισωθεί με τη λόγχη.
Απ’ τ’ ατσάλι,
απ’ το χύσιμο των μετάλλων,
απ’ το δούλεμα των στίχων,
ο Στάλιν
θα κάνει την αναφορά του
στο Πολιτικό Γραφείο.
«Να,
θα πει,
εμείς τα παιδιά της εργατιάς
έχουμε φτάσει
στις κορφές,
μέσα στην Ένωση
των Δημοκρατιών,
η κατανόηση
των στίχων, ξεπερνά τους προπολεμικούς κανόνες…»

* Ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι έγραψε αυτό το ποίημα όταν επέστρεφε από τη Νέα Υόρκη, τον Οκτώβρη τον 1925.