Άννα Ιωαννίδου, Με φόντο τη Θεσσαλονίκη

1212121212121

Γεννήθηκα ένα πρωί του Οκτώβρη στην αγκαλιά σου,
σ’ αυτήν που αιώνες τώρα
φώλιασαν της γης οι απόκληροι και οι ξεριζωμένοι.

Θεσσαλονίκη , μάνα κι αδελφή ,
σύντροφος στο ταξίδι της ζωής.
Η αύρα του Θερμαϊκού,
δροσιά στο πρόσωπό μου.
Μ΄ανάθρεψε ο πολιτισμός κι η ιστορία σου.
Στις βυζαντινές εκκλησιές
ικέτεψα για τ’ άγγιγμα του Θεού.
Στους δρόμους , στα στενά και στις πλατείες
αφουγκράστηκα τον παλμό σου.

Θεσσαλονίκη , σμιλευμένη με ομορφιά κι απλότητα.
Πολύτιμο κομμάτι της καρδιάς.
Το μυαλό μου κατακλύζουν
μνήμες με γέλια παιδικά,
όνειρα φοιτητικά,
νοσταλγία και χρώματα.
Μυστικές συνταγές στις γειτονιές,
γεύσεις κι ευωδιές φερμένες απ΄την Ανατολή.

Continue reading

Παναγιώτης Ξενάκης, Διονυσιακή έκσταση

elpida

…Ανατολή…
…η Αλεξάνδρεια και η Σμύρνη…το μυστηριακό τους σαγήνευμα…
ο Αιγύπτιος αυχμηρός αγέρας…
τα μισοφέγγαρα στο τέμενος με τα φαρδιά τόξα
και τις ημικυκλικές κόγχες των μιναρέδων
εκείνο το μισοσούρουπο,
κι ο μουεζίνης στον σεριφέ…
…και να φτεροκοπούν στο καθρέφτισμα οι ίριδες…
Το θείο πλάσμα…κόρη σηψάντη και μεγαλέμπορα…
σοκολατί, ντελικάτη, τρυφερό στήθος, ροδαλό στόμα,
νωχελή, αμυγδαλωτά μάτια,
που ξεχείλιζαν ψυχή, Ζωή και χρώμα
χέρια μάγισσας, σε πλάνευαν στον χορό τους
πόδια σμιλεμένα από τεχνίτη αδάμαντα
λείο, ευωδιαστό, άτριχο δέρμα
το ηδυπαθές βάδισμα της…λευκό, αραχνοΰφαντο φόρεμα κι από μέσα
μια λεπτή σιλουέτα γυμνή…
η ζουμερή, χυμώδης, γεύση των μπουτιών της… …η γεύση της…
ήταν υπέροχη ξαπλωμένη με ορθάνοιχτα τα πόδια…
…ήταν υπέροχη όπως κι αν ήταν…
…κουνιόταν… …βογκούσε…
…η λεκάνη της… …η σάρκα της…
…τα μαλλιά της στο πρόσωπο…
εκείνο το βλέμμα της ξέφρενης διονυσιακής έκστασης…
η θελκτική, κοριτσίστικη φωνή της με την ανεπιτήδευτη,
αφελή χροιά…
“…fuck me…fuck me…fuck me…”
και ξεχύνονταν οι ευωδιές των ξέπνοων υγρών του έρωτα μας
…τα νερά της λάμπας καθώς έφεγγε στο μάρμαρο…

*Από το λογοτεχνικό – δημοσιογραφικό βιβλίο: «Δίδυμοι Πύργοι – Ήμουν κι εγώ εκεί!». Για επικοινωνλια με τον Π. Ξενάκη στο viglapublications@yahoo.gr

Μάριος Μαρκίδης (1940 – 2003), Ποιός είδε κόρην όμορφη να σέρνει ο πεθαμένος;

IM000853

ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΠΟΙΗΤΟΥ ΤΗΣ ΓΕΝΙΑΣ ΤΟΥ ’60

-Σχόλια του καιρού, οράματα, μα ο μήνας μπήκε οργισμένος
οι οχτώ συντρόφοι μου σώπασαν ή πέθαναν κι εγώ δεμένος στο πηγάδι
και τι τα θέλαμε τα προξενιά από τη Βαβυλώνα
η μάνα μας από καιρό έχανε τα δόντια της ξέχναγε πού έκρυβε τον καφέ
ξέχναγε αναμμένο στη φωτιά το μπρίκι
την είχαμε δώδεκα χρονώ κι ήλιος δεν την είχε φιλήσει
μα τι τις θέλαμε τις μεγάλες ελπίδες και τα προξενιά
έτσι κι αλλιώς δεν περίσσευε πια καιρός για Βαβυλώνες.
Ο χρόνος μπήκε δίσεχτος ο μήνας οργισμένος
αρχίσαμε να τρέχουμε από κηδεία σε κηδεία μυρίζαμε όλη μέρα λιβάνι γιατί ο παπάς
μεγάλωνε κάθε τόσο τη δόση
τρομαγμένος κι εκείνος απ’ τον πυρετό τρομαγμένος
με τόσους αγίους εγγυητές και το θανατικό να μη λέει να τελειώσει
κι ύστερα έφτασαν τα ληξιπρόθεσμα γραμμάτια
ξυπνήσαμε ένα πρωί και δεν είχε πια άλλα τραγούδια στο συρτάρι
δεν είχαμε πια συντρόφους κι οι δεσμοφύλακες είχαν κι αυτοί σχολάσει
κι η γριά έρημη σαν καλαμιά στον κάμπο και του λόγου μου ούτε νεκρός ούτε
ζωντανός δεμένος μόνο στο ξερό πηγάδι.
-Και στα οχτώ μνήματα γύρισα και στα οχτώ μοιρολόγησα
μου δείξανε μετά το δρόμο και σε βρήκα να λιάζεσαι εδώ
στο λειψό φεγγάρι
το σπίτι κλειδωμένο από καιρό καταβροχθισμένο απ’ τ’ αγριόχορτα και τα βάτα
άλλα παιδιά δεν είχε
της τα πήρανε όλα μέχρι που δεν έμεινε άλλος να κλάψει απ’ τον ίδιο τον εαυτό
της
βασίλευε πια μόνη της στις κάμαρες σαν ένα ξεχασμένο καντήλι
μα και συ τι γύρευες να βάλεις εγγυητή το Θεό και τόσους άτεκνους αγίους
δε θα της φέρεις πια ποτέ την Αρετούσα
Κάθε φορά βρε Κωσταντή στην άλλη όχθη
ολοζώντανος ανάμεσα στους πεθαμένους νεκρός για πάντα ανάμεσα στους ζωντανούς
δε βαρέθηκες αδερφέ να είσαι αντιπολίτευση…
Δε θα τη φέρεις πια ποτέ την Αρετούσα
Ποιός είδε κόρην όμορφη-
Κάνει το σύγνεφο άλογο μα χάθηκε η Βαβυλώνα
κάνει το φεγγάρι συντροφιά μα έσβησε ο δρόμος
έπεσαν τα ξανθά μαλλιά κι οι δεσμοφύλακες είχαν κι αυτοί σχολάσει
έπεσαν τα ξανθά μαλλιά το πήγορο μουστάκι
οι σύντροφοι τους έσφιξε η πείνα και βρήκαν μιστό σ’ ένα καράβι
άλλοι έφυγαν σταυροφόροι στην Παλαιστίνη κι άραξαν στους άγιους τόπους
άνοιξαν δουλειές με ψωμί άρχισαν να γράφουν αιτήσεις συνταξιοδοτήσεως για τους
ιθαγενείς που έπασχαν από ανίατο οιδιπόδειο
μα εσύ τι τις ήθελες τότε τις εγγυήσεις.
Δε βαρέθηκες αδερφέ μια ζωή αντιπολίτευση
δείξε και λίγη αυτοθυσία
καιρός να διαλέξεις (πάνω ή κάτω) τον τάφο σου, να βγεις απ’ το τραγούδι.

Άρης Αλεξάνδρου, Ολόκληρη νύχτα

ftwxeia

Όπου να ‘ναι θα κλείσει το στερνό παραθύρι στην
άκρη της βροχής.
Κατακαθίζει το νερό στα σκαλοπάτια.
Τί ξένο που είναι απόψε το τσίγκινο τραπέζι κάτω
απ’ τη μαρκίζα
Γυμνό και ξεχασμένο δίχως τον ίσκιο των χεριών της.
Κανείς. Ένα δημοτικό φανάρι μουσκεύει μες στη
νύστα σου.

Πίσω απ1 τα σακιά με το τσιμέντο νυχτοπερπάτητο
σκοτάδι
Σκυφτό σκοτάδι και η σκουριά που αχνογυαλίζει στα
βρεγμένα
συρματόσκοινα.

Ώρα να πιάσει βάρδια το φεγγάρι.
Σαββατόβραδο κ’ οι ταβέρνες κλειστές
Μουλιάζει ο χρόνος στο καπέλο του ζητιάνου
οι δρόμοι αποτραβιούνται σε άδειες κάμαρες
και μόνο εκεί στο μαξιλάρι μένουνε
ακόμα μένουνε ία αποχτενίδια του ύπνου της.

Μια συνοδεία νοτισμένα αστέρια έστριβε απ’ τη
γωνία της
χαραυγής.
Απίθωνα στα χείλη της το αλάτι της αγάπης.
Ύστερα μας έπαιρνε το κύμα. Ταξιδεύαμε μαζί
σαν μια φωνή που σβήνει στο πηγάδι.

Ένα μικρό φεγγάρι σκαλωμένο μες στα σύννεφα
ένα μικρό φεγγάρι σύννεφο.

Ξύπναγε σαν φύτρωνε στην άκρη του γιαλού
ένα κοχύλι φρέσκος ήλιος.

Καλημέρα. Ένα μικρό φεγγάρι
έσβηνε στη φωνή της.

Έβλεπα τα χέρια μου και είπαν μονάχα δυο
μέτραγα τα μάτια μου και ήταν μονάχα δυο
μουλιάζουν τώρα μες στο καπέλο του ζητιάνου
μονάχα δυο.

(1947)

*Από τα «Ποιήματα (1941-1974)», εκδ. Ύψιλον/Βιβλία 1991

Μιχάλης Κατσαρός, Τρία μικρά ποιήματα

5860795184_e1c02a2d4f_b

1

Πολλοί μιλούν. Μην τους αφίσας έτσι
στα δύο ποτάμια μόνους τους-
δεν ξέρουν τι να κάνουν.
Φρόντισε και γι’ αυτούς παρακαλώ
που σε κοιτάζουν έκπληκτοι
φρόντισε πια να καταλάβουν
πόσο υπόφερες όλες τις νύχτες
πριν και μετά από την εκστρατεία.

2

Καθώς θα κατεβαίνεις στο διάδρομο
πρόσεξε αυτή την πόρτα
είναι η τρίτη δεξιά.
καθώς όμως γυρίσεις μην κοιτάξεις
όχι να μην κυττάξεις πίσω
ούτε την πόρτα ούτε το διάδρομο
ούτε και στον καθρέφτη.

3

Πως μπόρεσες – πως μπόρεσες
να φτάσεις μέχρι τη στιγμή
και να σταθείς εκεί στην ηρεμία
και να σταθείς μ’ ένα χαμόγελο
που μέσα του γκρεμίζονταν ο κόσμος

*Δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Αθηναϊκά Γράμματα» το 1960. Διατηρείται η ορθογραφία του ποιητή εκτός από τα σημεία στίξης.

Κ.Π.Καβάφης, Δύο ποιήματα

kkavafis

ΘΕΑΤΡΟΝ ΤΗΣ ΣΙΔΩΝΟΣ (400 μ.Χ)

Πολίτου εντίμου υιός-προ πάντων, ευειδής
έφηβος του θεάτρου, ποικίλος αρεστός,
ενίοτε συνθέτω εν γλώσσα ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά,εννοείται-θεοί!να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες-
στίχους της ηδονής της εκλεκτής, που πιαίνει
προς άγονην αγάπη κι αποδοκιμασμένη.

ΘΕΑΤΗΣ ΔΥΣΑΡΕΣΤΗΜΕΝΟΣ

“Απέρχομαι, απέρχομαι. Μη κράτει με
της αηδίας και ανίας είμαι θύμα”.
“Πλην μειν΄ολίγον χάριν του Μενάνδρου.
Κρίμα τόσον να στερηθείς”.
“Υβρίζεις,άτιμε.

“Μένανδρος είναι ταύτα τα λογίδια,
άξεστοι στίχοι και παιδαριώδες ρήμα;
Άφες ν΄απέλθω του θεάτρου παραχρήμα
και λυτρωθείς να στρέψω εις τα ίδια.

“Της Ρώμης ο αήρ σ΄έφθειρεν εντελώς.
Αντί να κατακρίνεις επαινείς δειλώς
κι επευφημείς τον βάρβαρον-πώς λέγεται;

“Γαβρέντιος,Τερέντιος; -όστις απλώς
δια Λατίνων ατελλάνας ων καλός,
την δόξαν του Μενάνδρου μας ορέγεται”.

Γιώργος Αλισάνογλου, Ακάνθινη πόλη

kuspit12-19-5

Η πόλη που διέσχιζε τις πόλεις σαν έπεφτε η νύχτα
περπάταγε αργά – στις μύτες των σπιτιών της με πέλμα γυμνό
η απελπισία της φωταγωγούσε τον ουρανό αστερόεντα τόξα
και στην πλατεία της βρισκόμουν κι εγώ σαν άγαλμα πασαλειμμένο με ποτάσα

όλο και πηγαίναμε προχωρώντας πλάι πλάι με τα ταξιδιωτικά περιστέρια
οι άνεμοι μας έστελναν τα εφεδρικά τους φιλιά και τις πλάγιες σημασίες τους

έψαχνε η πόλη την κεφαλαιώδη – τη μοναδική συνάντηση της ύπαρξής της-
κι εγώ μαζί της
κάποια νυχτιά – σ’ ένα βράχο έξω απ’ τη Σύρο θυμάμαι-
μας αποκαλύφθηκε μια θέα (ή θέα) με ό,τι πιο γήινο διαθέτει
η Αφροδίτη μισόγυμνη στο βραχάκι κι εκτεθειμένη σαν γένεση-
να προσπαθεί να υπερασπισθεί τον Αινεία – τον γιο που είχε αποκτήσει
από έναν τσοπάνο-
και γύρω της ένα ολόκληρο κοπάδι πρόβατα και κατσίκες και χλόη πολλή

ο τσοπάνος πλάι – στα πενήντα μέτρα –
σ’ έναν άλλο βράχο μες στο βαθύ κύμα – και κρεμασμένος
απαγχονισμένος απ’ την αγριελιά που βρίσκονταν γυρτή
τόσο σκληρός και συνάμα ωραίος-
και γύρω του και από κάτω αγκάθια – πυκνά αβυσσαλέα αγκάθια∙ βαθιά
στα πλάγια ενός όντος

τα μάτια του ορθάνοιχτα και να στραφταλίζουν ένα φέγγος απόκοσμο
μου ‘ριξε μια ματιά δυνατή γεμάτη κατανόηση σα να ήξερε-
Κι εσύ άγαλμα είσαι στην πόλη σου!

*Από τη συλλογή “Ακάνθινη πόλη” (2006).

Νεκταρία Μαραγιάννη, Απρόσωπη Γη

65624_391311604319979_1418466045_n

Ο πλανήτης μας αποτελείται από μυριάδες κόκκους άμμου, καθένας από τους οποίους τον εξωραΐζει με τη δική του ιδιοσυγκρασία . Έτσι λοιπόν, καθένας από εμάς αποτελεί ένα ξεχωριστό κόκκο άμμου, καθιστώντας, έτσι, ακόμη πιο όμορφη την παραλία ή και τη θάλασσα που μας νανουρίζει απαλά με το κύμα της. Τι γίνεται, όμως, όταν όλοι οι κόκκοι άμμου έχουν το ίδιο χρώμα;

Αυγουστιάτικο βράδυ… Είμαι στην Άνω Πόλη με την παρέα μου και βλέπουμε τη «νύμφη του Θερμαϊκού» από τα κιάλια της Δήμητρας. Όλες έχουμε την ίδια διαπίστωση: όταν επικρατεί κίνηση στους δρόμους και η ώρα είναι αρκετά προχωρημένη, τα αυτοκίνητα φαντάζουν ακίνητα! Όντως! Οι πόλεις έχουν μεγάλους δρόμους και στις δύο πλευρές που τους περιστοιχίζουν, στα πεζοδρόμια, διαδραματίζονται πολλές ιστορίες. Τα αυτοκίνητα είναι απρόσωπα, ο οδηγός κρατά αναγκαστικά το τιμόνι, μερικές φορές γαντζώνει το χειρόφρενο, κάποιες άλλες πίνει μια γουλιά καφέ, το βλέμμα του, όμως, είναι πάντοτε μετέωρο κοιτώντας τον ορίζοντα του δρόμου, ευελπιστώντας σε κάποιο σημείο ο «διαιτητής» να σφυρίξει τη λήξη του μποτιλιαρίσματος. Τα μάτια του έχουν ενδυθεί την κούραση της ημέρας, ήδη τα μικρά αγγεία των ματιών αρχίζουν και σπάνε σχηματίζοντας έτσι μικρές κόκκινες ρωγμές, ενώ οι μαύροι κύκλοι έχουν την τιμητική τους. Η μονοτονία είναι καθημερινή ρουτίνα στους δρόμους, δίχως, ωστόσο, διάλειμμα για ξεκούραση. Το φανάρι εναλλάσσεται συνεχώς: κόκκινο, πράσινο… και τότε, τα αυτοκίνητα τρέχουν για να προλάβουν τους δείκτες του ρολογιού!

Οι περαστικοί έχουν παρόμοιο πρόγραμμα.. Περπατούν στο πεζοδρόμιο, άλλοι γελούν δίχως λόγο και ακριβώς δίπλα τους κάποιος άλλος εξωτερικεύει τις πληγές που αέναα ματώνουν και τον βασανίζουν με τη μορφή καταρράχτη δακρύων.. κάποιος άλλος μιλά στο τηλέφωνο και πληροφορείται ένα δυσάρεστο γεγονός.. Διαμετρικώς αντίθετα, λίγα μέτρα πιο δεξιά ή αριστερά πραγματεύεται μια ερωτική εξομολόγηση! Χιλιάδες ιστορίες, χιλιάδες άνθρωποι, κι όμως, είναι όλοι τους απομονωμένοι. Η επικοινωνία έχει πλέον σβήσει από το χάρτη δημιουργίας ανθρωπίνων σχέσεων και τη θέση της έχει πάρει η απομόνωση που αποτελεί, πλέον, πανδημία…

Continue reading

Στέφανος Ροζάνης, Στην Κυριακή του χαρτοκόπτη

65657_286041178197961_606842589_n

Ελπίδα

Ας έχει έλεος ο πανταχού χρόνος
Ο ανέλπιστος στην ερημία των στιγμών
Που κυκλώνουν την ανατολή του βίου μας
Ας έχουν διάρκεια οι απομονωμένες αισθήσεις
Όταν ορθώνονται και λυσσομανούν
Άλλοτε όνειρα και ψευδαισθήσεις
Άλλοτε υπακούοντας στο κενό που μας
τυλίγει σαν σάβανο
Και μας προλέγει τις αναμονές μας και
τις προσδοκίες μας
Ας έχουν μοίρα οι σκοτεινές εικόνες που
σχηματίζονται από τις ανείπωτες λέξεις μας
Όταν μοιράζουμε το σώμα μας ανάμεσα
στην απώλεια και την ελπίδα

Αυτός ο καιρός που έρχεται διαθέτει
τη δύναμη των νεκρών μας

*Από τη συλλογή “Ήταν ώρα”, εκδ. Έρασμος, 2005