Κόσμος που πίνει το καφέ του
Η θάλασσα είναι υγρή
η ατμόσφαιρα ρευστή
κι η ζωή εξατμίζεται
αργά, αλλά γρήγορα.
Στ’ αλμυρό νερό διακρίνουμε ψάρια
που θα φάμε απόψε στο εστιατόριο.
Μετά οι σερβιτόροι θα ρίξουν τα απομεινάρια
σε κάδους ή γάτους, και θα συνεχίζουμε.
Μέταλλα, αέριο, σύννεφα, σεισμοί:
αυτό θα συνεχίζει, πάντα το ίδιο.
Ονόματα, επίθετα, έγγραφα, εγγόνια:
αυτό θα ξαναγυρίσει, στον κύκλο του αζώτου.
Καθώς ο ήλιος κλίνεται στο παρελθόν
κοιτάζουμε τον ρευστό ορίζοντα
και φοβόμαστε.
Φαίνεται ασφαλώς πως κι εμείς
μια μέρα
μια νύχτα
θα φτάσουμε την κατάσταση των αερίων
αλλά και αυτό
(πάνω απ’ όλα αυτό)
δείχνει πως το αίμα
κυκλοφορεί στο σώμα
πως το σώμα δεν έχει νόημα
μα ευχαρίστως το φοράμε.
Αλλά αναβάλλουμε
και αυτή τη στιγμή
κλινόμαστε στο ρήμα υπάρχω.
Μόνον υπάρχω.
Κατερίνα Γώγου, 25 Μαΐου
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα βγω στους δρόμους
όπως και χτες.
Και δεν θα συλλογιέμαι παρά
ένα κομμάτι από τον πατέρα
κι ένα κομμάτι από τη θάλασσα
-αυτά που μ’ άφησαν-
και την πόλη. Την πόλη που τη σάπισαν.
Και τους φίλους μας που χάθηκαν.
Ένα πρωί θα ανοίξω την πόρτα
ίσια ολόισα στη φωτιά
και θα βγω όπως και χτες
φωνάζοντας “φασίστες!!”
στήνοντας οδοφράγματα και πετώντας πέτρες
μ’ ένα κόκκινο λάβαρο
ψηλά να γυαλίζει στον ήλιο.
Θ’ ανοίξω την πόρτα
και είναι -όχι πως φοβάμαι-
μα να, θέλω να σου πω, πως δεν πρόλαβα
και πως εσύ πρέπει να μάθεις
να μην κατεβαίνεις στο δρόμο
χωρίς όπλα όπως εγώ
-γιατί εγώ δεν πρόλαβα-
γιατί τότε θα χαθείς όπως και εγώ
“έτσι” “αόριστα”
σπασμένη σε κομματάκια από θάλασσα, χρόνια παιδικά
και κόκκινα λάβαρα.
Ένα πρωί θ’ ανοίξω την πόρτα
και θα χαθώ
με τ΄όνειρο της επανάστασης
μες την απέραντη μοναξιά
των δρόμων που θα καίγονται,
μες την απέραντη μοναξιά
των χάρτινων οδοφραγμάτων
με το χαρακτηρισμό -μην τους πιστέψεις-
Προβοκάτορας.
Ιωάννα Διαμαντοπούλου, Δύο ποιήματα
Λεηλασία
Όταν σου καταμαρτυρούσαν
πως δε την “αξιώθηκες” αυτή τη πόλη
είπες μονάχα
πως είχε πρόσωπο σκληρό
δεν μπόραγες να σε κυττάει κατάματα.
Πάνω σου σκύβει
κάτι σαν ψάξιμο, σαν αναζήτηση
στο φως έμοιαζε με λεηλασία
Σταθμοί
Κανείς δεν ξέρει τι σημαίνει για μένα
αυτή η επανάσταση.
Εγώ που αύριο θα φύγω
θα τη κουβαλάω στη τσέπη μου,
θα περπατάω αργά από το βάρος της.
Δεν ξέρω τι μπορεί ν’ αλλάξει,
δεν ξέρω πόσους σταδίους απέχει
ο πρώτος σταθμός από δω,
ξέρω μονάχα πως η σειρά που τα περνάμε
δεν είναι ίδια για όλους.
*Από τη συλλογή “Παραμύθι στερνό και παράλογο για απογευματινές ώρες”, εκδ. “Ελεύθερος Τύπος” 1983 (σελ. 24-25).
Μάτση Χατζηλαζάρου, Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτες τις λαχτάρες του Μαγιού πώς να τις σβήσω;
Ετούτα τα κλάματα ενός αιθέριου σούρουπου πώς να στερέψουνε;
Θρηνώ όλες τις χαίτες των κοριτσιών που ‘ναι ριγμένες
επάνω στα μαξιλάρια του συμβατικού έρωτα.
Θα τους δώσω μες στην ποδιά μου ένα άσπρο τριαντάφυλλο
κι ένα κόκκινο – ίσως τα δούνε, ίσως τα μυρίσουνε.
Θα τους δώσω μια χρυσόμυγα που βρίσκει ξαφνικά τον ήλιο
τραγουδώντας μες στα μαλλιά μου – ίσως τη δούνε,
ίσως την ακούσουνε.
Θα τους πω: κοιτάτε τους άντρες τους λεβέντες, τους ελεύθερους,
τον άντρα λιοντάρι, τον άντρα καραβιού κατάρτι, τον άντρα έλασμα
και τόξο και φωνή από κορφοβούνι σε κορφοβούνι – τότε ίσως του
δοθούνε, ναι, ίσως ερωτευθούνε.
Αν είχα τη φωνή που ζητάω, μια πολιτεία ολάκερη δε
θα μου ‘φτανε για να την παρασύρω στο ανοιξιάτικό μου διάβα.
Ρωτάω: άνθεξε ποτέ κανένας στα δειλινά που δεν πεθαίνουνε,
και στις ευωδίες που δε χάνουνται αλλά γίνονται σκιές μας,
και στις πέντε μας αισθήσεις όταν λαχανιάζουνε και κράζουν
την καρδιά μας;
Τα μεταξωτά μου μέλη θε ν’ απλώσω πάνω σε μιαν άμμο δροσερή,
το βλέμμα μου θε να χάσω μες στ’ ανεξάντλητο γαλάζιο της
δικής μου θάλασσας, οι αναπνοές μου κι οι παλμοί μου θε να ‘ναι
οι αναπνοές και οι παλμοί του διάχυτού μου έρωτα.
Έρωτα, αγάπη, πόθο, ηδονή,
Έρωτα, Έρωτα.
*Από τη συλλογή “Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης” (με το ψευδώνυμο Μάτση Ανδρέου), έκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1944 (με μια ξυλογραφία τού Διαμαντή Διαμαντόπουλου) Πηγή: Μάτση Χατζηλαζάρου, Ποιήματα 1944-1985, εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα, 1989.
Επίσης στα Translatum: Οι ποιητές της Θεσσαλονίκης τον 20ό αιώνα και ως σήμερα – Μάτση Χατζηλαζάρου και http://matsihatzilazarou.wordpress.com
Γιώργος Μπλάνας, Ποίηση και φιλοσοφία
Πριν από αρκετό καιρό, στο τέλος μιας φιλολογικής εκδήλωσης, από τις μετρημένες στα δάχτυλα τού ενός χεριού που παρακολουθώ κάθε χρόνο –όχι ασφαλώς επειδή πιστεύω πως ο συγγραφέας πρέπει να είναι ένας απομονωμένος άνθρωπος, χωρίς κοινωνικές σχέσεις με τους ομότεχνούς του, ούτε γιατί θέλγομαι με οποιονδήποτε τρόπο από την εφηβική νοοτροπία που συνυπολογίζει στην καλλιτεχνική αξία τη ζωή του συγγραφέα– άκουσα να τίθεται για μιά ακόμη φορά, από το ακροατήριο, το ερώτημα: “ποιά είναι η σχέση της ποίησης και της φιλοσοφίας”;
Οι ακροατές παρόμοιων εκδηλώσεων –πόσο μάλλον εκείνης που ήταν αφιερωμένη στα 100 χρόνια από το θάνατο ενός μεγάλου Ευρωπαίου ποιητή και εραστή της φιλοσοφίας– αρέσκονται στη θέση τέτοιου είδους προβλημάτων, χωρίς να σκεφτούν προφανώς πως ο χρόνος και ο χώρος κάθε άλλο παρά κατάλληλοι είναι για την επίλυση γρίφων που παραμένουν γρίφοι, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες μερικών αιώνων. Από την άλλη πλευρά, οι ομιλητές και αρκετοί αυτοδιορισμένοι βοηθοί τους κάνουν ό,τι μπορούν για να ανταποκριθούν στην πνευματική δίψα του κοινού, σπάνια ξεπερνώντας το επίπεδο μιας μαθητικής απάντησης.
Η σχέση της ποίησης με τη φιλοσοφία μπορεί να είναι εξαιρετικά πολύπλοκη, αλλά και απόλυτα ευκρινής. Εξαρτάται από την τοποθέτηση του παρατηρητή μπροστά στο συνεχές της πνευματικής εργασίας, Και στις δύο περιπτώσεις όμως, μιά ευθεία απάντηση θα ισοδυναμούσε με υποβάθμιση των σχετιζομένων δραστηριοτήτων. Αυτό δεν σημαίνει πως οποιοσδήποτε ασκεί τη φιλοσοφία ή την ποίηση δικαιούται να μη διαθέτει μιά κάποια απάντηση. Ούτε σημαίνει πως η απάντηση αυτή μπορεί να είναι μιά απλή επισήμανση της πολυπλοκότητας του ζητήματος. Κάθε συνετός αναγνώστης υποθέτει πως ένας δημιουργός έχει επίγνωση τού τί κάνει και τί δεν κάνει. Έξαλλου, πάντα θα πρέπει να υπάρχει μιά απάντηση αρκετά σαφής, προκειμένου για ζητήματα που αφορούν σε ανθρώπινες κατασκευές. Η ποίηση και η φιλοσοφία δεν είναι αντικείμενα της ίδιας τάξης με τις μαύρες τρύπες ή τα τόσα είδη αστρικών σωμάτων που ανακαλύπτουμε συνεχώς, είναι πνευματικά μορφώματα των οποίων η φύση βρίσκεται ανάμεσα μας ή μέσα μας.
Δημήτρης Τρωαδίτης, Οι πρόγονοί μου
Οι πρόγονοί μου
αποκρυπτογραφημένα ονόματα
άγνωστα και οδυνηρά
σε κελιά καιρών καταισχύνης
ταξίδια με φανταστικές άκατους.
Οι πρόγονοί μου καταδύονταν
σε Αλκυονίδες μέρες
με τους δείκτες τους να δονούνται
με μια μοναξιά καταβυθισμένη
σε αμυδρά φώτα
με κιβωτούς αδιόρατες
με μια διέγερση ψιθύρων
κι αποστάγματα αρρώστειας.
Οι πρόγονοί μου αμαξηλάτες
σε παρόδους σκοτεινές
σε ουρανούς χωρίς φώτα
αφήνοντας παραλλαγμένες
ανάσες τα πρωινά πυροβολώντας άστοχα.
Οι πρόγονοί μου
έφυγαν τελεσίδικα
μένοντας νεκροί στις ράγες
εκεί που άλλοι πασχίζουν
να τους σκεπάσουν.
Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Πυρ
Άρης Αλεξάνδρου, Δύο ποιήματα
Μαχαίρι
Το μαχαίρι
‘Οπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο
μαχαίρι
έτσι αργούν κι οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.
Στο μεταξύ
όσο δουλεύεις στον τροχό
πρόσεχε μην παρασυρθείς
μην ξιπαστείς
απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.
Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.
Φρόντισε
Φρόντισε οι στίχοι σου να σπονδυλωθούν
με τις αρθρώσεις των σκληρών των συγκεκριμένων λέξεων.
Πάσχισε νά’ ναι προεκτάσεις της πραγματικότητας
όπως κάθε δάχτυλο είναι μια προέκταση στο δεξί σου χέρι.
‘Ετσι μονάχα θα μπορέσουν σαν την παλάμη του γιατρού
να συνεφέρουν με χαστούκια
όσους λιποθύμησαν
μπροστά στο άδειο πρόσωπό τους.
Μίλτος Σαχτούρης, Η πληγωμένη άνοιξη
Η πληγωμένη άνοιξη τεντώνει τα λουλούδια της
οι βραδινές καμπάνες την κραυγή τους
κι η κάτασπρη κοπέλα μέσα στα γαρίφαλα
συνάζει στάλα-στάλα το αίμα
απ’ όλες τις σημαίες που πονέσανε
από τα κυπαρίσσια που σφάχτηκαν
για να χτιστεί ένα πύργος κατακόκκινος
μ’ ένα ρολόγι και δυο μαύρους δείχτες
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά ‘ρχεται ένα σύννεφο
κι οι δείχτες σα σταυρώνουν θά ‘ρχεται ένα ξίφος
το σύννεφο θ’ ανάβει τα γαρίφαλα
το ξίφος θα θερίζει το κορμί της
*Από την ομώνυμη συλλογή.
Αντρέι Βοζνεσένσκι: 1987
10
Μα τι ’ναι αυτό; Δες! Πετά από πάνω σου.
Αρχίζεις απ’ το δέκα και τελειώνεις με το ένα;
Επτά, έξι, πέντε, τέσσερα, τρία, δύο…
Ξεκινάμε; Εκτόξευση;
9
Στρέφεται πίσω η Βηθλεέμ;
Και το πάθος – γίνεται σκόνη;
Εννιά, οκτώ, εφτά, έξι, τέσσερα, τρία…
Ξεκινάμε; Εκτόξευση;
8
Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά απ’ το δέκα…
Ανάβεις τον αντιστροφομετρητή.
Φόρμαν, Πούσκιν, Βούδας, Ζεν.
Μπήκαμε στην εποχή των πιθήκων;
7
Στάλιν. Πέτρος. Κι αντιστρόφως.
Το ταξίμετρο γράφει.
Μέχρι να εκχριστιανιστεί η Ρωσία
με τη θέλησή της: ένας χρόνος.
6
Κάποιος στο «Σύννεφο με παντελόνια» –
παλαιομοδίτης∙ και μετρά:«Οκτώ, εννιά, δέκα».
Μέτρα σωστά! «Εννιά, οκτώ, εφτά».
Όπως στην εκτόξευση.
5
Μαυσωλεία – οι αρχαίοι Έλληνες ήταν ξύπνιοι.
Ο Νίτσε λέει: «Στον Θεό που πιστεύουμε!»
Ποιος ξεκινά;
Ποιος εκτοξεύεται;
4
Χάθα Γιόγκα. Αναλγητικά.
Δεν υπάρχει αλληλογραφία.
Μόνο «Γκαίτε-Έκκερμαν»
και «Αστάφιεβ-Έιντελμαν».
3
Τρόμος το «Αν» στον ουρανό∙
πετά και προσπερνάει.
Μέτρα αντίστροφα: εννιά, οκτώ, εφτά
έξι, πέντε, τέσσερα. Ξεκινάμε; Εκτόξευση;
2
Συγγνώμη για το ανόητο πνεύμα μας –
εποχή της εικόνας και των βίντεο-κλιπ.
Συγγνώμη για τα παιδιά
των δέκα, εννιά, οκτώ, επτά.
1
Εκτοξεύουμε ό,τι απαγορεύουν∙
όπως τον «Ζιβάγκο»: συναρπαστικό!
Υπάρχουν πολλά ονόματα διαθέσιμα;
Εννιά… Οκτώ… Εφτά… Πέντε… Τέσσερα…
0
Αργά, μες στο χαμό,
στη θύελλα, η ελευθερία προχωράει –
σαν πινακίδα∙ στον δρόμο, δεξιά:
«9», «8», «7» κ.λπ.
1
Γιατί έχουμε Κίττυ, Λέβιν,
Μαρξ, Βούδα-Ζεν, Χριστό;
Μέτρα: εννιά, οκτώ, εφτά…
Τελειώνεις με μηδέν, αρχίζεις απ’ το δέκα…
*Μετάφραση: Μιχάλης Παπαντωνόπουλος. Εφημερίδα “Αυγή”, φ. 14/3/2010.









