Δημήτρης Τρωαδίτης, Από τη “Μοναξιά του Χρόνου”

942927_381155098660233_786756992_n

5

Οι πόλεμοι δεν κηρύσσονται
σιγοβράζουν μέσα μας

οι ήρωες δεν εμφανίζονται
υπάρχουν ως αναμνήσεις

τα γεγονότα ρέουν
αλλά είναι τα ίδια
με άλλους πρωταγωνιστές

κι οι ελπίδες είναι ίδιες
κι η κατάδοση μυστικών
κι η λιποταξία από τ’ όποιο χρέος

όταν ανασαίνουμε στον ύπνο
όταν φεύγουμε
αφήνοντας σκόνη

6

Ο καιρός δεν παίρνει
το μονοπάτι που θέλει

οι βροχές σβήνουν τα γεγονότα
κι ο ήλιος ρίχνει αλάτι
στις πληγές που ξεμακραίνουν
αιώνες ακτύπητες

δεν απέμεινε καμιά ευωδιά
οι καμπάνες δεν ηχούν
το σκοινί μάς περιμένει

κι εμείς σκυλιά τεμπέλικα
αλυχτάμε στις σκιές

η μαύρη πέτρα είναι εκεί
μαχαίρι μπηγμένο στο στομάχι
γάγγραινα χωρίς τύψεις

*Ολόκληρη τη συλλογή “Η Μοναξιά του Χρόνου” μπορείτε να την κατεβάσετε από τη διεύθυνση http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1424:l-r-&catid=57:e-books&Itemid=66

Ζυλ Βαλέ, Ο ξεσηκωμένος

julesvalles11

Στη μνήμη της Παρισινής Κομμούνας του 1871

Ω! μεγάλο Παρίσι!
Δειλοί που ήμασταν, μιλάγαμε κιόλας
να σε εγκαταλείψουμε και να απομακρυνθούμε
από τα προάστιά σου που νομίζαμε νεκρά!
Συγνώμη! Πατρίδα της τιμής, πολιτεία
της σωτηρίας, σχεδία της Επανάστασης!
Ό,τι και να γίνει, έστω και αν νικηθούμε πάλι
και πεθάνουμε αύριο, η γενιά μας παρηγορήθηκε.
Πληρωθήκαμε για είκοσι χρόνια αγωνίες κι αποτυχίες.
Σάλπιγγες! Ηχήστε στον άνεμο!
Τύμπανα! Χτυπήστε στους κάμπους!
Φίλησέ με σύντροφε, που έχεις σαν εμένα γκρίζα μαλλιά!
Κι εσύ πιτσιρίκο, που παίζεις γκαζές πίσω από τα οδοφράγματα
έλα νε σε φιλήσω κι εσένα!
Η 18 Μάρτη σε έχει σώσει, χαμινάκο.
Θα μπορούσες να μεγαλώσεις σαν εμάς μέσα στην ομίχλη,
να τσαλαβουτάς στη λάσπη,
να κυλιέσαι στο αίμα,
να πεθαίνεις από ντροπή,
να νιώθεις τον ανέκφραστο καημό των ατιμασμένων!
Τελείωσε! Ματώσαμε και κλάψαμε για σένα.
Θα καρπωθείς την κληρονομιά μας.
Γιε των απελπισμένων, θα είσαι ένας ελεύθερος άνθρωπος!

1881

*Ο Ζυλ Βαλέ (Louis Jules Vallès, Le Puy, 10 Ιουνίου 1832 – Παρίσι, 14 Φεβρουαρίου 1885) ήταν Γάλλος μπλανκιστής σοσιαλιστής επαναστάτης του 19ου αιώνα, συγγραφέας και δημοσιογράφος, κομμουνάρος και ιδρυτής των εφημερίδων «Ο Δρόμος» («La Rue»), «Ο Λαός» («Le Peuple») και «Η Κραυγή του Λαού» («Le Cri du Peuple»).

Μανώλης Αλιγιζάκης, Πίνακας

DSC09790

Χαμογελαστό ρυακάκι
ραμμένο στο πορτοκαλί χώμα.
Γελάκι απλωμένο στα χείλη της,
στήθος προκλητικά στητό,
παντοτινά γλυκό
κι εκθεμένο στα στοιχεία της φύσης.

Ομορφιά δαγκωμένη απ’ το χρόνο.

Χαμογελαστό ρυακάκι
ραμμένο στο πορτοκαλί χώμα.
Λεκάνη απλωμένη στον καμβά,
χείλη ελκυστικά, γλυκά
κολλημένα στον πόνο ταξιδιού.

Κατά κάτω στη σάρκα του τώρα.

Κι ο μεγάλος πατέρας,
ο γεροπόταμος,
δυο πόδια ενωμένα εκεί
το νόημα που εξαφανίζεται
κι η φύση κουμαντάρει, σαν
το ζωγράφο που στέκει
κι ατενίζοντας τον πίνακα

λέει με βιάση—

Την άλλη φορά θα ζωγραφίσω
τον Ερμαφρόδιτο.

*Από τη συλλογή “Φυλλοροές” Εκδόσεις Ένεκεν, 2013.

Ιάσωνας Σταυράκης, Δεν είμαι ξένος εδώ…

paparounes

Δεν είμαι ξένος εδώ…
Βλέπεις εκείνη
την κηλίδα ψέματος
που ανθίζει
μια φορά τον αιώνα
στην καρδιά της στέπας;
Βλέπεις στα μάτια
του ελέφαντα
τον χάρτη
του πεπρωμένου;
Βλέπεις το Κιλιμάντζαρο
που τρίβει τους αγκώνες
και στο σκοτάδι μου φωνάζει…
Σίσυφε…
Δεν με θυμάσαι;

Στρατής Παρέλης, Δύο ποιήματα

!cid_1343909393_8025_3_thumb[2]

Ποιός επιβιώνει μες τον δαιμονικό τσουχτερό αέρα του κόσμου;

Σβήνω όλες τις συμπάθειες- οι αντιπάθειες που απομένουν
Με κρατούν ζωντανό, πρέπει να αμύνομαι
Πυροβολώντας κάποτε και στα τυφλά
Φτάνει του ενστίκτου μου το φως να διασώσω
Που θέλει δικαίωση.
Των οστών το τρίξιμο, της ηλικίας η υποταγή
Χέρια και πόδια κουρασμένα· και να γίνεται
Βράδυ πρωί μια αγωνία πάλι πάλι,
Ποιός επιβιώνει μες τον δαιμονικό τσουχτερό αέρα του κόσμου;
Η πένα γδέρνει το χαρτί, η λέξη μπουσουλάει
Τρέμει το νόημα και χάνεται
Έαν δεν βρει ευήκοο ακροατή.
Απ’ την αγρύπνια φώσφορο έχουν τα μάτια, οι ώρες συνθλίβονται
Κάτω από την επήρεια του φουρκισμένου καιρού.
Βλέπω την εικόνα που με λυπεί: οι κοινωνίες αποδιοργανώθηκαν
Ξεχνώντας τι είναι μουσική και τι απλά μόνον θόρυβος.
Ονειρεύομαι μια λεπτή σιγή που ο ήλιος θα ανατέλλει σαν νόμισμα που εξαργυρώνεται
Απ’ όλους.
Ονειρεύομαι δίνοντας βάση στις πολλές ουτοπίες μου.
Ονειρεύομαι τεντώνοντας κι άλλο το τόξο που σημαδεύει
μες το μέλλον και ζητά
στεντόρεια φωνή του ποιητή που λείπει..

Είναι που η φτώχεια μυρίζει όπως η φωτιά

Είναι που η φτώχεια μυρίζει όπως η φωτιά κι αν δεν προσέξεις
καίει τα σύμπαντα που είναι γύρω σου, δεν θα προλάβεις
να πεις ούτε “ε” , θα σου αφήσει
τον πόνο της
ως και στις λέξεις,
όπως γράφεται
στα μάτια ενός παιδιού που του στερήσανε
οι εργολάβοι της πλεονεξίας το μέλλον..

*Τα ποιήματα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο τυ Στρατή Παρέλη στη διεύθυνση http://stratisparelis.blogspot.com

Nanja Noterdaeme, Δεν ξέρουμε τι ήταν

images

Δεν ξέρω τι ήταν
μια μέρα που πήγα
να σε πάρω
σε βρήκα στις
φαγωμένες σκάλες
στο υπαίθριο θεατράκι

Δεν ξέρουμε αν ήταν
εντελώς ανώδυνη,
η βροχούλα που δάκρυσε
γιατί
η σιωπή μετά τη καταιγίδα
μου έλεγε

δεν ξέρουμε γιατί
η μικρή βροχή
μου έλεγε τόσο απαλά
ότι περνάει
η ζωή
ότι είμαστε μόνοι.

Δύσκολα τα λόγια
δύσκολες οι αγάπες,
δύσκολη η δουλειά
που σαν μονοτονία
μας θλίβει και μας
κλέβει την ενέργεια.

Από μακριά πατριάρχης
πάντα φαίνεσαι
κι εγώ
που πλέον δεν είμαι βασίλισσα
ακούω τη βροχή να κλαίει.

Leonide Andreieff, Το κόκκινο γέλιο

leonid_andreiev

Απόσπασμα πρώτον

… Τρέλλα και φρίκη!
Αισθάνθηκα τούτο για πρώτη φορά, όταν κάναμε πορεία για το Ν… Είχαμε δέκα ώρες που εβαδίζαμε αδιάκοπα, χωρίς να σταθούμε, χωρίς να επιβραδύνωμε την πορεία μας, χωρίς να συλλέξωμε τους νεκρούς μας, αφήνοντας αυτούς στον εχθρό που μας παρακολουθούσε συμπαγείς όγκους και σε διάστημα τριών τεσσάρων ωρών έσβηνε με τα πόδια του τα ίχνη μας. Δεν ξέρω τον αριθμό των βαθμών: 40, 50 ή περισσότερο.

Ξέρω μόνον ότι ήταν αδιάκοπη, απελπιστικά μονότονη, βαρειά. Ο ήλιος ήταν υπερμεγέθης, φλογερός, τρομερός, σαν να καίωνταν κι αυτή σ’ ολίγο απ’ την αλύπητη φωτιά του. Η κόρη, μικρή και συμμαζεμένη, μικρή σαν κόκκος παπαρούνας, του κάκου ζητούσε το σκότος κάτω απ’ τον ίσκιο των χαμηλωμένων βλεφάρων. Ο ήλιος περνούσε το λεπτό περικάλυμμα και εισωρμούσε στον κουρασμένο εγκέφαλο. Αλλά παρ’ όλα ταύτα ήμασταν καλά έτσι και, επί πολύ, πολλές ώρες ίσως εβάδιζα με κλειστά τα μάτια, ακούοντας το πλήθος να κινήται, ακούοντας τον κρότον των ποδών ανθρώπων και ζώων, το τρίξιμο των σιδερένιων τροχών, … τη βαρειά και ασθμαίνουσα αναπνοή και τον κρότο των ξηρών χειλιών.

Αλλά δεν άκουα ομιλίες. Όλοι εσιωπούσαν, σαν να ήσαν στρατός βουβών, που προχωρούσε κι όταν κανένας έπεφτε, έπεφτε σιωπηλά, οι άλλοι εσκόνταφταν επάνω στο σώμα του, εσηκώνονταν σιωπηλά και χωρίς να στραφούν οπίσω, επροχωρούσαν, ωσάν όλοι οι βουβοί αυτοί άνθρωποι να ήσαν ταυτοχρόνως κουφοί και τυφλοί. Εσκόνταφτα επίσης κι έπεφτα και τότε άνοιγα τα μάτια άθελα κι εκείνο που έβλεπα μου φαίνονταν σαν άγριο φάντασμα, φρικτή φρενητίασις της γης σε παραφροσύνη…

Ο παραζεσταμένος αέρας εφλόγιζε σε σημείο να λυώση κανείς, οι πέτρες εφλόγιζαν επίσης σιωπηλά κι οι απόμακρες γραμμές των ανδρών, σ’ ένα κλώσμα του δρόμου, τα κανόνια και τα’ άλογα εξεχώριζαν από τη γη κι χωρίς τον παραμικρό θόρυβο εταλαντεύοταν σαν μια μάζα γλοιώδης, σαν να ήτα στρατός σκιών αϋλών κι όχι ανδρών ζωντανών που εβάδιζε. Ο ήλιος παμμεγέθης, κοντά, τρομερός, είχεν ανάψει επάνω σε κάθε σωλήνα όπλου, σε κάθε μεταλλική πλάκα, χιλιάδες μικρών ήλιων, εκθαμβωτικών, κι απ’ όλα τα μέρη, από τις πλευρές, από κάτω εισωρμούσαν στα μάτια, καυτεροί, ακονισμένοι σαν λόγχες φοβερές. Κι η ζέστη αποξηραντική, καυστική, έμπαινε ως αυτό το βάθος του σώματος, στα …

…κάποτε ότι το που κινούταν επάνω στους ώμους δεν ήταν κεφαλή, αλλά μια σφαίρα παράξενη, αλλοιώτικη, βαρειά κι ελαφριά, ξένη και τρομερή.

Και τότε, και τότε έξαφνα θυμήθηκα το σπίτι μου, ξαναείδα μια γωνιά της κάμαρής μου, ένα κομμάτι χαρτί γαλάζιο, μια γαράφα νερό κατασκονισμένη, άθικτη πάνω στο τραπέζι μου – στο τραπέζι μου που το ένα πόδι κοντότερο απ’ τα τρία άλλα, ήταν στηριγμένο επάνω σ’ ένα κομμάτι διπλωμένο χαρτί. Και στην παράπλευρη κάμαρη, χωρίς να τους βλέπω, φαίνονται νάνε η γυναίκα μου και το παιδί μου. Αν μπορούσα θα φώναζα, τόσο αυτή η θέα η απλή και οικεία – αυτό το κομμάτι του γαλάζιου χαρτιού, αυτή η γαράφα η σκονισμένη κι άθικτη – ήταν παράξενη.

Ξέρω ότι σταμάτησα, σηκώνοντας τα χέρια, αλλ’ επειδή κάποιος μ’ έσπρωξε από πίσω, ξανάρχισα το γρήγορο βάδισμα μου, τρέχοντας Κύριος οίδε πού, χωρίς να αισθανθώ ούτε την κούρασι ούτε τη ζέστη. Κι εβάδιζα επί πολύ έτσι ανάμεσα στις ατέλειωτες σιωπηλές γραμμές, δίπλα σους κόκκινους λαιμούς, τους φλογισμένους από την ήλιο, εγγίζοντας σχεδόν τις καυστικές λόγχες τις αδύνατα χαμηλωμένες, όταν έξαφνα μια ιδέα μ’ έκανε να σταματήσω. Διερωτώμουνα πού πήγαινα τόσο γρήγορα. Χωρίς να επιβραδύνω το βήμα, εστράφηκα παράπλευρα και διήνοιξα δρόμο προς τον ελεύθερο χώρο, διέσχισα μια χαράδρα κι εκάθισα σε μια πέτρα, ωσάν η σκληρή και καυστική αυτή πέτρα να ήταν ο σκοπός όλων μου των προσπαθειών.

Και τότε αισθάνθηκα «τούτο» για πρώτη φορά. Είδα ότι οι άνδρες αυτοί που εβάδιζαν σιωπηλοί κάτω από τις φλογερές ακτίνες του ήλιου, μισοπεθαμένοι από την κούρασι και τη ζέστη, που εταλαντεύονταν κι έπεφταν, ήσαν τρελλοί. Αγνοούν πού πηγαίνουν, αγνοούν την αιτία για την οποία ευρίσκονται κάτω απ’ αυτόν τον ήλιο, δεν ξέρουν τίποτε. Δεν έχουν κεφαλή επάνω στους ώμους, αλλά σφαίρες παράξενες και τρομερές. Να ένας που όπως κι εγώ γλυστρά γρήγορα ανάμεσα στις γραμμές, να ένας άλλος, ένας τρίτος. Να μια κεφαλή αλόγου με τρελά μάτια, με σαγόνια διάπλατα ανοιχτά, που προμαντεύουν μια παράξενη κραυγή, σηκώνεται και πέφτει. Το πλήθος συνωθείται σ’ αυτό το μέρος, ακούονται φωνές στριγγές, και υπόκωφες, ένας ξερός πυροβολισμός, έπειτα η σιωπηλή κι ατέλειωτη κίνησις ξαναρχίζει.
(Ακολουθεί)

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Εθνική Εστία», Νο1, Πάτρα, 25 Μαρτίου 1923, σελ. 6, στη σειρά «Ξένη Φιλολογία». Δεν έχουμε το επόμενο τεύχος οπότε και τη συνέχεια του κειμένου. Διατηρείται η ορθογραφία και το συντακτικό, αλλά όχι το πολυτονικό σύστημα.

Αργύρης Χιόνης, Το ωραίο καλοκαίρι (Επανόρθωση)

mqdefault

Ήταν ωραίο αυτό το καλοκαίρι
ήταν ωραίο αλλά και επικίνδυνο

Ένας παππούς που έκανε αμμόλουτρα
ξεχάστηκε θαμμένος μες την άμμο
όταν τον θυμηθήκανε μετά από μέρες
σηκώσαν το καπέλο του, δεν ήταν από κάτω

Μια πάλευκη τουρίστρια απʼ το βορρά
τα ʽφτιαξε με τον ήλιο
κοιμήθηκε μαζί του μέρες μήνες
σκούρυνε, αφομοιώθηκε απʼ το τοπίο
οι δικοί της τώρα την αναζητούν
μέσω του Ερυθρού Σταυρού

Ένα παιδί δαρμένο έγινε αχινός
αν τους βαστάει τώρα
ας με ξαναδείρουν, είπε
πήρανε ο μπαμπάς κι η μαμά
μαχαίρι και πηρούνι
και χωρίς να τρυπηθούν του φάγαν την καρδιά

Ένα σκυλί κυνηγημένο
δάγκωσε την ουρά του και την έφαγε
ύστερα έφαγε όλο το κορμί του
έμεινε μόνο το κεφάλι του στα βότσαλα
Νʼ ασπρίζει από τα κύματα γλειμμένο Βαθιά, ένα καράβι έμενε ακίνητο ακίνητο ένα καλοκαίρι φυσούσαν άνεμοι φουσκώναν τα πανιά δεν έλεγε να φύγει. Τι περίμενε; κανείς δεν ξέρει

*Από τη συλλογή “Λεκτικά Τοπία” (1983).

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Ένα παιδί στα βάθη του ύπνου σας

6079343945_2f4f029be3_z

Στα βάθη του ύπνου σας
ενώ αμέριμνα κοιμάστε
γλιστρώντας ο μικρός Σταύρος
ως κάτω καταδύεται.
Ξεφορτώνοντας θρήνους
πόθους μετέωρους
φέτες ερωτηματικά
ρημαγμένους μετρώντας
όσους θερίζει η πείνα κι η μηχανή
όσους σβήνει η μαύρη βροχή και η τρέλα

επίμονα
επίμονα
εξαντλητικά
μ’ ένα τραγούδι χαιρετάει
σ’ ένα τραγούδι πνίγεται
χωρισμένος στα δυο
στα τρία
στα τέσσερα στα χίλια τέσσερα
μέσα σε πορφυρά βεγγαλικά
πανσέληνα μπαλόνια παιχνίδια
και θαύματα.

Αθανάσιος Κριτσινιώτης, Τρομοσκόπιο

images

Μια νέα γυναίκα ξυπόλητη
καπνίζει τσιγάρα με τα δυο της χέρια
ένας τεράστιος Σκορπιός
τρώει ανθρώπους
Σε μια νοθευμένη ζυγαριά
ζυγίζουν αίμα
το βρίσκουν λίγο ο Υδροχόος, πεθαίνει από δίψα
κόκκινες φλόγες
καίνε τις νότιες πόλεις
ο Τοξότης έχει μια τρύπα στο στήθος.