Σ’ αυτή την υγρή γαιώδη ανατρέψιμη μη ανατρέψιμη συστοιχία των τύμβων
Ολολύζοντας ψυχές των ποιητών και των εντόμων
Μικρή γουνίτσα πιάνεσαι
Ενώ στο χώμα η ομορφιά νικιέται
Ψυχή μου ψυχή μου
Μια αγκαλίτσα τίποτα
Κι εσύ μακριά τόσο μακριά πώς να μας βλέπεις
Με τι καινούργιες συντροφιές κι αγάπες
Με τι πείνες και δίψες της χαράς
Angela Costi, Η ομιλία της γριάς μάγισσας
Ας γίνει γνωστό
σε όλους εσάς που έχετε αγαπήσει
τους πολλούς ή τον έναν
που οι σκιές σας έρχονται ακόμα χτυπώντας
μπαίνοντας απ’ την κλειστή σας πόρτα
με το φως του κεριού ή με το φως του δρόμου
με την αχτίδα του φεγγαριού, νυχτερινό όνειρο
που φορούν ακόμα το ίδιο πρόσωπο της Νεότητας
και φαίνονται μπερδεμένοι από τα γηρατειά σας..
Καλωσορίζουμε τις Σκιές σας
αυτές ούτε με τις κρύες ούτε με τις ζεστές φλόγες
δώσε τους τη γωνιά που τους αξίζει
για να είναι η λεπτή τριχοειδής γραμμή μια θλάση στα κόκαλά σου
αόρατη αλλά ακατανίκητη
αυτός ο βασανιστικός πόνος που σακατεύει την καρδιά σου.
*Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης
Δημήτρης Τρωαδίτης, Από τη “Μοναξιά του Χρόνου”
7
Να ψάχνεις τις λέξεις
να τις ταιριάξεις στον αφρό
του σκοταδιού τεράστιο φορτίο
το σπρώχνεις μπροστά σου
κι αντί για τους τροχούς
ακούς ν’ αναστενάζουν τα πουλιά
οι στίχοι ψαρεύονται
κι ας μας βρίζουν τα ρυάκια
άλλοτε είμαστε τυχεροί
άλλοτε αγκομαχάμε
να αλιεύσουμε μια τόση δα λεξούλα
8
Η νύχτα καμένη από φωτιές
από μίλια μακριά
ανασαίνουν βαρυγκώμιες
οι καπνοδόχοι
νιάτα αλυσοδεμένα
με μια χούφτα πασατέμπο
κι επαναστατικά τσιτάτα
να θερίσουν με το δρεπάνι
τους ουρανούς
βγάζοντας τη γλώσσα στις κατάμαυρες φτερούγες.
*Για να κατεβάσετε τη συλλογή “Η Μοναξιά του Χρόνου” πηγαίνετε στη διεύθυνση http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1424:l-r-&catid=57:e-books&Itemid=66
Γιάννης Ποταμιάνος, Το ρήγμα της Ανατολίας
Βγήκαν στα ξάγναντα της Πόλης
———— κι’ έσμιξαν με τους ανέμους
Να τραγουδήσουν
————— Ελευθερία κι’ Επανάσταση
Πέταξαν στα σύννεφα
—————— σαν φύλλα φθινοπωρινά
κι’ άρχισαν να πέφτουνε ξανά
—————— με τη βροχή της άνοιξης
φέρνοντας μαζί τους βροντές, κραυγές
—————————- και κεραυνούς
Έτσι που να θεριεύει ουρανός
———————— και να τρομάζουν
οι σιδερόφρακτοι άγγελοι με τις ασπίδες
Όχι δεν στέρεψε ο αγώνας, ρέει
——– μέσα απ’ τα ρήγματα του τείχους
που λάθρα χτίσανε ολόγυρά μας
Δείχνει το δάχτυλο του καιρού
————- προς τη μεριά του πλήθους
Ιαχές εφόδου ακούγονται
————— απ’ τις μεγάλες πολιτείες
Δείχνει το δάχτυλο του καιρού
———- τους αιμοστάλακτους ρήτορες
να μιλάνε πλέον με τα μάτια
Δείχνει τη σιωπή πίσω απ’ το οδόφραγμα
αυτού που περιμένει η δόξα
———————– να τον στεφανώσει
Βγήκαν στα ξάγναντα της Πόλης
———————- πολύχρωμα πουλιά
Πέταξαν στον ουρανό τα όνειρα
του άνεργου
——- του φοιτητή, του μεροκαματιάρη
που βγήκαν στο Βόσπορο
ατρόμητα δελφίνια
——————- να κυνηγήσουν ελπίδα
Αυτό το καλοκαίρι βλύσματα ρωγμών
—- στο σεισμογόνο ρήγμα της Ανατολίας
προειδοποιούν ένδοξες δονήσεις
4 Ιουνίου 2013
Κ.Π. Καβάφης, Θυμήσου, Σώμα
Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεββάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στην φωνή — και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κύτταζαν·
πώς έτρεμαν μες στην φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.
*Από τα Ποιήματα 1897-1933, εκδ. Ίκαρος 1984.
Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου, Δύο ποιήματα
Νοσοκομείο εκστρατείας
Αδειασε το στρατόπεδο η καντίνα
και τα παλιά μου πάθη μια συνήθεια
Σηκώνεται άνεμος, πέφτουν τα σάπια φύλλα
μας κουβαλούν κοπαδιαστά στα χειρουργεία
Τα σύνορα είναι κλειστά- τι περιμένω
Ερείπιο απ’ τα ναρκωτικά
Ερείπιο απ’ τα ναρκωτικά του ήλιου έρχεσαι
ν’ αποτελειώσεις την παλιά συνομιλία
να με ξεπλύνεις απ’ την περασμένη άνοιξη
Κατεδαφίζονται τα καλοκαίρια στη σειρά
όσο παλιώνω
Νίκος Γ. Λυκομήτρος, Τελευταία προειδοποίηση
Πίσω ἀπὸ τὶς κλειδωμένες πόρτες
ἡ Ζωὴ ξιφουλκεῖ
ἐναντίον τοῦ Θανάτου
σὲ μιὰ ἀέναη μάχη στὸ χωροχρόνο.
Τὰ πάντα κρέμονται ἀπὸ μιὰ κλωστή.
Ἡ Πτώση ἀπέχει ἀπὸ τὴν Ἐπιβίωση
ὅσο τὸ στόμα τοῦ νεοσσοῦ
ἀπὸ τὸ στόμα τῆς μάνας ποὺ τὸν ταΐζει.
Τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ὑπάρχει τροφὴ γιὰ ὅλους
καὶ ἂν θὰ ὑπάρχει πάντα
ἕνας ἀπὸ μηχανῆς Θεὸς
νὰ σώζει τὴν κατάσταση.
Κώστας Παπανικολάου, Παράλογη και μεθυσμένη εξουσία
«Πράσινο, πράσινο σ’ αγαπώ..
Μεθυσμένοι εθνοφρουροί στην πόρτα σκοντάφτουν»
Φ.Γ. Λόρκα
Σε δρόμους σκοτεινούς και πληγιασμένους, σε δήμους αναερόβιους όπως τα φάκελα με τις γάζες ή σ’ άλλους, πετρωμένους κι άσπρους που θυμίζουν αγροτικά δράματα κλειστής ατμόσφαιρας του Πιραντέλλο ζει, κάτι παραπάνω έγινε μοτίβο ζωής και πλανιέται κρεσέντο, τυχαία αλλά βέβαιη αίσθηση, η εικόνα της παράλογης και μεθυσμένης εξουσίας. Φωλιασμένη σε μάντρα μισογκρεμισμένη, υπόγειο που χωρίζεται με κάγκελα κυρτά όπως βλέφαρα κοριτσιού απ’ τον περίγυρο, στο πίσω μέρος εκτυφλωτικής εκκλησίας, σ’ αδιέξοδο πικρών λογισμών, χωρίς αυτό να εμποδίζει χαγιάτια λορκικά και βλαστήμιες ηπειρώτικες ν’ ανθίζουν τριγύρω, φούλια μεθυστικά να πεθαίνουν με την άνοιξη που σκάει ή το καλοκαίρι. Το μέτρο της έκρηξης πιάνει και τη φωλιά της εξουσίας ιδιαίτερα όταν δεν ακουμπάει στην πρώτη θεώρηση αλλά έχει γίνει άκουσμα κι αφηρημένη φριχτή μνήμη.
Βέβαια τίποτα βάναυσο και πέτσινο απ’ τα χρεμετίσματα των αλόγων και τα ματωμένα μαλλιά στο τοίχο δε μπορεί σήμερα πια να σταθεί και η απόγνωση τσιγγάνου διαβάτη μπροστά στο φιμωμένο στενό φαντάζει ολωσδιόλου ξένη, όμως ο καθένας μπορεί να φανταστεί πώς περίπου πρέπει νά ‘ταν αυτό το καμίνι από πίνακες, ξεκοιλιασμένα βιβλία, απλή μελέτη κι αφομοίωση των χωριών πού ‘ρχονται κατευθείαν από μεσογειακή τυραννισμένη κάτοψη. Θα ήταν λοιπόν εξουσία περισσότερο βάναυση παρά εγκεφαλικά στυγνή, ηλίθια και παράλογη σαν το γαϊτανάκι, άλλοτε στρογγυλή και κόκκινη απ’ το πιοτό κι άλλοτε ερμαφρόδιτη και πολύχρωμη όπως οι ταινίες του ριζόχαρτου. Θα κοιτούσε συνήθως απ’ το παράθυρο την υποψία του κάμπου, το πλάτωμα που υπήρχε μπροστά στο χωριό-πολιτεία βγαλμένη κατευθείαν απ’ τα πλευρά της Σαρδηνίας ή της Σεβίλλης. Ο τόπος-υπόδειγμα πρέπει να περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία μιας καμένης ειρηνικής Γκουέρνικα με την απλότητα και μαζί ασάφεια Τολέδο του Θεοτοκόπουλου, σταύλους ζώων ή υποψία σταύλων όταν τούτο είναι ανέφιχτο, μπαλκόνια άσπρα και κρεμεζιά, όπου ξεχωρίζει το αψιδωτό διοικητήριο, το σπίτι του δημάρχου, του πρωταγωνιστή τέλος πάντων, η καζάρμα βαθιά σαν πηγάδι στρωμένη μ’ άχυρο ή αντίθετα ψηλή μ’ έναν φεγγίτη απ’ όπου μια και παντού σ’ αυτά τα κλίματα ο έρωτας συγγενεύει με τη σαγήνη του θανάτου, θα γινόταν η λειτουργία και των δυό. Θά ‘βγαινε κατά περίπτωση η ερωτευμένη κοπελιά κι ο κρατούμενος στη κουβέρτα, (επιβοηθητικό για την κατανόηση όλων αυτών πρόπλασμα το Μπραχάμι και ιδιαίτερα το τετράγωνο μπροστά και γύρω απ’ την εκκλησία).
Αυτά όλα όμως στις εξάρσεις που δεν μπορούν βέβαια από μόνες τους να γεμίσουν την μονοτονία ατέλειωτων ανελέητα όμοια φωτισμένων καλοκαιρινών νυχτιών, με την εξουσία να μασουλάει τεμπέλικα φρεσκοκαμένους απαστράπτοντες καρπούς κοιτάζοντας ανάμεσα από γερτά βουλιμιώντα λιοτρόπια. Οπωσδήποτε θα ήταν ένας που θα τον λέγαν αρχηγό και θα μισούσε τους κολλήγους και τα νόθα παιδιά, συγγενής εκείνου που πυροδότησε τον πύραυλο της «μπαλλάντας της εθνοφρουράς», απόλυτος μονάρχης πάνω στο χάλκινο σύνολο και τα κουκούλια του μεταξοσκώληκα πίσω στην αυλή. Θα ήταν πότε υδαρής και πότε πέτσινος άνθρωπος που σκουντουφλούσε στο κολοβωμένο κουλούρι του μισοχτισμένου αυλόγυρου κάθε πού γύριζε θυμωμένος (ο τύπος αυτός αργότερα αντικαταστάθηκε από ένα φαιό απεχθή ποντικό με φολίδες πού ‘ξύνε ή μασούσε τα μολύβια πάνω στο γραφείο), πλούσια η γκάμα απ’ τον αστυνόμο της Βαβυλωνίας μέχρι την Ειδική, επιτρέπει τη δημιουργία τύπων μειχτών από διασταυρώσεις.
Ο αρχηγός θα ‘χε οπωσδήποτε βοηθό έναν ασκημομούρη ανθρωπάκο που θά ‘βαζε στο φάλαγγα τα πόδια των γυναικών ή στον κλήρο τα ρούχα του ληστή γιατί για οργανωμένο αντίλογο σ’ αυτή τη παράλογη και μεθυσμένη εξουσία δε μπορεί να γίνει λόγος, ληστές, τσιγγάνοι, μισοσαρακηνοί, απείθαρχοι γεώδουλοι, η αναφορά της μπαλλάντας. Ο ίδιος ανθρωπάκος ήταν που τρόμαζε τους νυχτωμένους διαβάτες, πρώτα γιατί φαινόταν να κοιτάζει παντού με το χαλασμένο, σκοτωμένο σα βούρκο μάτι του και υστέρα γιατί δεν ήξερες αν κάθεται ή είναι όρθιος μέσα απ’ το παράθυρο-προμαχώνα (κοινό στοιχείο όλων αυτών των Παλέρμων η πιθανολόγηση που ποτέ δεν φτάνει στην ακριβή γνώση για το αληθινό επίπεδο του δαπέδου των δημοσίων χτηρίων και τη σχέση του με το δρόμο ή το πεζοδρόμιο). Και ο κατάλογος θα συμπληρωνόταν απ’ τον ιπποκόμο σατανικά καταχθόνιο άνθρωπο απομεινάρι Μαυριτανών που δεν είχε την αντοχή ν’ ακολουθήσει τους δικούς του στην άμπωτη και στην έρημο (αργότερα τον συναντάμε σαν βουβό μέχρις απόγνωσης καφετζή στην υποδιεύθυνση) κι από μερικά λεβεντόπαιδα στημένα σαν τους φάντηδες μεσαιωνικής τράπουλας που δεν ξέρουν τι να κάνουν τα χέρια τους πελαγωμένα μέσα στον πυκνό αλλά άπραγο αέρα του στρατωνισμού.
Τη νύχτα η εξουσία γελάει, βασανίζει, θρηνεί, θρησκεύεται όμως όλα αυτά δεν είναι παρά εξάρσεις και ξεσπάσματα, η συνηθισμένη περίπτωση είναι ν’ ακινητεί πάνω σε ευρύ βάθρο παραλογισμού ή να σαλεύει πέρα δώθε άσκοπα σαν τη ζελατίνα. Κραυγές ανατέλλουν και χάνονται μέσ’ το σκοτάδι σα διάττοντες, όποιος έχει περπατήσει για πολύ σε τέτοιες σταυρωμένες πλατείες φαντάζεται αγχόνες και μηχανές του Γκιγιοτέν, εκείνη την άμεση εύηχη φρίκη πού λέγεται ισπανικός θάνατος με στραγγαλισμό.
*Το μικρό αυτό διήγημα είναι το πρώτο που περιέχεται στη συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο «Επαναστατικός Αλφισμός» που έγραψε και κυκλοφόρησε στην Αθήνα ο Κώστας Παπανικολάου το 1985. Ο Κώστας Παπανικολάου έχει, επίσης, γράψει και κυκλοφορήσει τα έργα «Επίγονοι» (ποιήματα, Αθήνα 1975), «Ζηλωτές» (διηγήματα, Αθήνα 1977) και «Το αντι-Αιγαίο» (διηγήματα, Αθήνα 1982). Ο Κώστας Παπανικολάου σπούδασε Νομικά και Δημόσιο Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο Αθήνας. Από τους αταλάντευτους συνδικαλιστές στη σχολή του παραπέμφθηκε δύο φορές στο στρατοδικείο της χούντας.
Αρθρούρος Ρεμπώ, Παραμύθι
Ένας πρίγκηπας είχε θιγεί γιατί δεν είχε ποτέ του ασχοληθεί με κάτι έξω από την τελειότητα των χυδαίων γενναιοδωριών. Προέβλεπε εκπληκτικές επαναστάσεις του έρωτα, και υποψιάζονταν τις γυναίκες του ότι μπορούσαν κάτι καλύτερο από την ευπροσηγορία τούτη πλουμισμένη από ουρανό και πολυτέλεια. Ήθελε να δει την αλήθεια, την ώρα της ουσιαστικής λαχτάρας και της ικανοποίησης. Είτε αυτό υπήρξε μια απόκλιση από την ευσέβεια είτε όχι, το θέλησε. Κατείχε τουλάχιστον μιαν αρκετά πλατιά ανθρώπινη εξουσία.
Όλες οι γυναίκες που τον είχαν γνωρίσει δολοφονήθηκαν. Τι λεηλασία στο πάρκο του περιβολιού της ομορφιάς! Κάτω από την σπάθη, τον ευλόγησαν. Δεν παρήγγειλε καθόλου καινούριες. — Οι γυναίκες ξαναφάνηκαν.
Σκότωσε όλους αυτούς που τον ακολουθούσαν, μετά το κυνήγι ή τις οινοποσίες.
— Όλοι τον ακολουθούσαν.
Διασκέδασε σφάζοντας τα ζώα πολυτελείας. Πυρπόλησε τα παλάτια. Εφορμούσε πάνω στους ανθρώπους και τους τεμάχιζε. — Το πλήθος, οι χρυσαφένιες στέγες, τα ωραία ζώα υπήρχαν ακόμη.
Μπορεί κανείς να εκστασιάζεται στο χαλασμό, να ξανανιώνει από την θηριωδία! Ο λαός δεν μουρμούρισε. Κανείς δεν προσέφερε την συνδρομή των βλεμμάτων του.
Κάποιο βράδυ κάλπαζε περήφανα. Ένα Πνεύμα φάνηκε μίας άφατης ομορφιάς, ακόμη και ανομολόγητης. Από την φυσιογνωμία και την στάση του έβγαινε η υπόσχεση ενός έρωτα πολλαπλού και περίπλοκου! μιας ευτυχίας ανείπωτης, σχεδόν ανυπόφορης! Ο Πρίγκιπας και το Πνεύμα εκμηδενίστηκαν πιθανόν μέσα στην ουσιαστική υγεία. Πως θα μπορούσαν να μην πεθάνουν απ’ αυτήν;
Μαζί λοιπόν πέθαναν.
Αλλά ο Πρίγκιπας αυτός απεβίωσε, στο παλάτι του, σε μια συνηθισμένη ηλικία. Ο Πρίγκιπας ήταν το Πνεύμα . Το Πνεύμα ήταν ο Πρίγκιπας.
Η σοφή μουσική παραμελεί την λαχτάρα μας.
*Μετάφραση: Αλέξης Ασλάνογλου.
Ναζίμ Χικμέτ, Γράμματα από τη φυλακή
Αφιερωμένο στον εξεγερμένο λαό της Τουρκίας
Απερίγραπτη λένε, η φτώχεια της Ισταμπούλ
Η πείνα θερίζει τους ανθρώπους
Βουλιάζουν λένε στο χτικιό
Κι οι κοπελίτσες, έτσι λένε,
Στα θεωρεία του σινεμά και στα χαλάσματα
Για την αληθινή μου Ισταμπούλ
Την πολιτεία που μένεις πολυαγαπημένη μου
Την πολιτεία που κουβαλάω
Πάνω στους ώμους μου
Μες στο σακί μου
Από εξορία σε εξορία
Από φυλακή σε φυλακή









