Άλλεν Γκίνσμπεργκ, Καντίς για τη Ναόμι Γκίνσμπεργκ 1894-1956

ginsbergjj1li

Παράξενο τώρα να σε σκέφτομαι, φευγάτη δίχως
κορσέδες και μάτια, καθώς κατεβαίνω στο λιόλουστο
πεζοδρόμιο Του Γκρήνουιτς Βίλλατζ,
κάτω στο Μανχάτταν, ξάστερο χειμωνιάτικο
μεσημέρι, κι ήμουν στο πόδι όλη νύχτα,
μιλώντας, μιλώντας, διαβάζοντας το κάντις δυνατά,
ακούγοντας τον Ραίυ Τσάρλς να ουρλιάζει τα τυφλά
του μπλουζ στο φωνόγραφο
ο ρυθμός ο ρυθμός- κι η θύμησή σου στο μυαλό μου
μετά από τρία χρόνια- Και διάβασα τις τελευταίες
θριαμβευτικές στροφές του Αδωνάϊ – κι έκλαψα,
νιώθοντας πόσο τα βάσανά μας –
Και πόσο ο θάνατος είναι το βάλσαμο όσων
τραγουδούν και ονειρεύονται, θυμούνται,
προφητεύουν, όπως στον Ύμνο των Εβραίων, ή στο
βουδιστικό Βιβλίο των αποκρίσεων – και τ’ όραμά
μου ενός φύλλου μαραμένου – την αυγή –
Πίσω τη ζωή κοιτάζοντας σαν όνειρο, τα χρόνια τα
δικά Σου – και τα δικά μου, που τρέχουν για την
αποκάλυψη,…

*Μετάφραση: Άρης Μπερλής

Δημήτρης Τρωαδίτης, Από τη “Μοναξιά του Χρόνου”

944556_526089467428309_585510221_n

15

Σκοτεινοί τόποι οι δικοί μας
με πινελιές αυτοσαρκασμού
αίσθηση ασυνέχειας χειροπιαστή
λόγια που φτεροκοπούν
σωσίβιο στη γλώσσα
άλματα σε σταθερές εμμονές
πλάνητα βίο διάγοντας

τα μακρινά ταξίδια των ονείρων
μοιάζουν με υλικά παραμυθιών
η ρήξη με τους θεσμούς
η ελευθέρωση απ’ τους μύθους
σαν την αράχνη με ιστό
στην εντέλεια πλεγμένο
με συμμετρία να λοξοδρομεί
στις ατέλειες του κόσμου
σαν τέσσερεις διαστάσεις
να στροβιλίζονται
στο άπειρο του χάους
στις αδιόρατες δυνάμεις
που συνθέτουν μεστές ιστορίες
παρηγορώντας κι αγκαλιάζοντας

ήρωες οι ψυχές
των μαγικών πλασμάτων
με σκιρτήματα πλανεύουν τις αισθήσεις
ελευθερώνουν αιχμαλωτίζοντας
πάθη σε καταιγίδες
μοιάζουν με ύμνους
αφηγήσεις άξονες ιστοριών
περνάνε και πληθαίνουν
από γενιά σε γενιά
όπως οι θητείες στο αέναο…

ΤΕΛΟΣ

*Για να κατεβάσετε ολόκληρη τη συλλογή “Η Μοναξιά του Χρόνου” σε αρχείο pdf πηγαίνετε στην ιστοσελίδα Αποστακτήριο στη διεύθυνση http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1424:l-r-&catid=57:e-books&Itemid=66

Ο Φραντς Κάφκα και οι μεταμορφώσεις (Από τη «Δίκη» του Κάφκα στο σήμερα)

95prague_postcard_franz_

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Το λογοτεχνικό βεληνεκές της «μεταμόρφωσης» του Κάφκα κρίνεται δεδομένο. Ο Κάφκα κατατάσσεται στους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα και η «Μεταμόρφωση», μαζί με τη «Δίκη» αποτελούν όχι μόνο τα πιο γνωστά, αλλά και τα πιο χαρακτηριστικά δείγματα της καφκικής σκέψης. Η υπόθεση του έργου συγκεκριμενοποιείται από την αρχή. Ο Γκρέγκορ Σάμσα ξυπνά ένα τυχαίο πρωί και διαπιστώνει ότι είναι κατσαρίδα (αν και οι πιο σύγχρονες μεταφράσεις τον θέλουν σκαθάρι). Εγκλωβισμένος στο νέο του σώμα προβαίνει στη λογική σκέψη: «Τι μου συνέβη;» κι αμέσως μετά: «πώς θα μπορούσα να κοιμηθώ ακόμα λίγο και να ξεχάσω αυτές τις τρέλες;» Προσπαθεί να γυρίσει πλευρό, αλλά κάτι τέτοιο κρίνεται αδύνατο καθώς είναι αναποδογυρισμένος με τα μικρά του ποδαράκια να σαλεύουν στον αέρα. Ισορροπώντας στο μεταίχμιο του συνειδητού και του ασυνείδητου, του ύπνου και του ξύπνιου, ο Γκρέγκορ προβαίνει στις σκέψεις: «Αχ, θεέ μου, πόσο επίπονο επάγγελμα διάλεξα! Μέρα νύχτα ταξιδεύω. Κι όλη αυτή η επαγγελματική ένταση είναι πολύ μεγαλύτερη από κείνη που θα είχα σ’ ένα δικό μου μαγαζί…..Δεν πάνε όλα στο διάβολο!» και λίγο αργότερα όταν πια βλέπει το ξυπνητήρι συνειδητοποιώντας ότι η ώρα είναι εξήμιση και ότι έχει αργήσει ανεπανόρθωτα στη δουλειά το μόνο που σκέφτεται είναι η οργή του αφεντικού και το αν μπορεί να προλάβει το τρένο των εφτά. Το αφεντικό δεν θα έδειχνε καμία κατανόηση «θα ερχόταν με το γιατρό του ταμείου, θα τον κατηγορούσε στους γονείς του για τεμπελιά κι έπειτα με τη βοήθεια του γιατρού θα υποστήριζε πως γενικά όλοι οι άνθρωποι είναι υγιείς, αλλά δεν θέλουν να δουλεύουν».

Με δυο λόγια βρισκόμαστε μπροστά στο εξωφρενικό που αποτελεί μοναδική πραγματικότητα. Μπροστά στην αδιαπέραστη υπερβολή που δεν εξαντλείται στο παράλογο της μεταμόρφωσης, αλλά εξελίσσεται σ’ ένα παραληρηματικό κυκεώνα ανορθολογισμού ισοπεδώνοντας τα πάντα. Ο Γκρέγκορ δεν έχει να πει απολύτως τίποτε για την ουσία της τραγωδίας που είναι η καθαυτή μεταμόρφωσή του σε κατσαρίδα. Το ανήμπορο της κατάστασής του, σε προσωπικό επίπεδο, τον αφήνει τελείως αδιάφορο μπροστά στην ανημποριά των κοινωνικών του υποχρεώσεων που φυσικά κορυφώνονται στο θέμα της εργασίας.

Continue reading

UNUSUAL WORK No.14!

Unusual Work cover

YOU are invited
to the magazine launch of
UNUSUAL WORK
!!!!!!!!No.14!!!!!!!!
bring a friend, make a night of it
!!! MEALS available!!!

Where?: GRUB FOOD VAN
87 – 89 Moor St. Fitzroy (indoors)
!!!Its an amazing space!!!

When?: June 22, Saturday

Note start time — 7:00 pm

ENTRY: $10 + FREE COPY of magazine
SUBSCRIBERS FREE ENTRY

PERFORMANCES BY
Gemma White
Jeltje
Robbie Coburn
Sjaak de Jong
Marty Hiatt
Graham Twist
and Π.O.

small magazines —
the life blood of a great literature—
MAKE AN EFFORT

Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, Περιμένοντας τους βαρβάρους

P28

— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;

Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.

— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.

—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.

— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.

—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;

Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.

— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;

Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.

__

Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.

*Από τα Ποιήματα 1897-1933, εκδ. Ίκαρος 1984.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Από τη “Μοναξιά του Χρόνου”

530940_113777102121430_1184086997_n

13

Τ’ αγκάλιασμα όαση των χεριών
οι κόκκινες λέξεις την αυγή
ψίχουλα ευημερίας
αλλά ποτέ ολόκληρο καρβέλι

το τραγούδι θα ηχεί
ανοίγοντας ρωγμές στον ήλιο

η σκιά του φθινοπώρου θα χάνεται
στην ακυμάτιστη θάλασσα
σπάζοντας τα στεγανά
της χάρτινης αντανάκλασης
της ελευθερίας

η ανυποψίαστη πόλη
θα έχει ένα φως λιγοστό
ασάλευτες κραυγές
ν’ ανατριχιάζουν
στο τριζοβόλημα της φωτιάς

14

Υστερικές φωνές θάνατος στη μοναξιά
ανυπεράσπιστων γυναικών
γλώσσες που φράζουν το δρόμο
στα βράδια σηματοδοτώντας
την έξοδο από το παρελθόν
την είσοδο στον ξενιτεμό
την εξορία σε ασθένειες
προθαλάμους αφανισμού
με πριονισμένες ελπίδες
για το όποιο θαύμα

η γνώση απορρέει
από τον υπέρτατο πόνο
στη σπουδαία υποκριτική
του κόσμου σχολή
με την εκκοσμικευμένη πλάνη
που ρίχνει πάντα την αυλαία της
πριν καν ακόμα πλάσει ήρωες
αποστρέφοντας το βλέμα
στη μία και μοναδική πράξη

υποκριτική με σκουριασμένα σπλάχνα
αισθητική τόσο ασύλληπτη
γιατί κανείς γιατρός
δεν θεραπεύει ανίατες ασθένειες
μόνο άδηλες ψευδαισθήσεις
που βρίθουν κυνισμό
και βροχή που φτάνει πάντα τελευταία
μετά την πλήρη επιβολή της ξηρασίας

δεν είναι εύκολο να γράφεις για τον πόνο
ενώ πονάς αφόρητα
την ύμνηση της απώλειας δέους.

*Η συλλογή “Η μοναξιά του χρόνου” μπορέι να κατέβει ελεύθερα σε μορφή pdf από το σύνδεσμο http://apostaktirio.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1424:l-r-&catid=57:e-books&Itemid=66

Δημήτρης Α. Δημητριάδης, Σε πρόβα γενικού ολοκαυτώματος

110138-318273-bambini_gaza

Τους πρόδωσαν οικτρά
και τους εξάντλησαν
τους κόψαν σε νομίσματα χιλιάδες
και τους ξεπούλησαν.

Τις νύχτες
μόλις κλείσουν τα βλέφαρα
αμείλικτα μόνοι
σπάνε τα σύρματα.
Σ’ άδεια φεγγάρια θέλουν να ξεφύγουν.
Πυροτεχνουργοί
σε πρόβα γενικού ολοκαυτώματος
εγείρουν σκιρτήματα βαθιά
οδύνες
και πτώσεις.
Ελίσσονται.
Προετοιμάζουν χώρους ανασύνταξης
εφεδρείες
απλώνουν κρυφά χαρτιά
αχρησιμοποίητους άσσους
εν πλήρη «μέθη» επιστρατεύουν λόχους ιερούς
ταξιαρχίες ονείρων σε μορφή εφόδου.
Ρουφώντας την έσχατη απόφαση ως το μεδούλι
απογειώνουν συνθήματα
ανοίγουν πυρ σε νεορήτορες και διατεινόμενους
μπουρλότο βάζουν σε πολιορκητικούς κριούς
θρυαλλίδες στων καιρών τα λαγούμια.
Γκρεμίζουν τείχη
προστακτικές
βεβαιότητες
το σιδηρούν παραπέτασμα γκρεμίζουν των αιώνων

μην πιστεύοντας πουθενά
πουθενά
παρά μονάχα στο νόημα του κόκκινου
στο γιατί
στο αντί
και στο αρνούμαι
έως θανάτου
για το μάθημα της Ιστορίας.

Ρωξάνη Νικολάου, Δύο ποιήματα

484196_348202568612460_704003832_n

Ο συριγμός των ονείρων

Η κούραση της θάλασσας
κουρνιάζει στ’ αφτί μου
με ισχνό σαν γερο γονιού
θρόισμα.

Σίγασε ο συριγμός των ονείρων το αίμα τους πίνοντας.

Αποφάσισα ν’ αλλάξω χρώμα στο σκαρί μου.
Κίτρινο ομιχλώδους άπνοιας.
Να με τρομάζει. Να μη χαμογελώ όταν θέλω
να ουρλιάξω

Στον σκουριασμένο ουρανό

το φεγγάρι με τις εκατό μαύρες γωνίες
και τα εκατό αργυρά σκοινιά
ξεροβήχει.

Κρυμμένοι καλά ο υποβολέας
κι ο τεχνικός
ρίχνει ομίχλη ο δεύτερος και λωρίδες κίτρινο
ο πρώτος τού λέει τα λόγια που βαριέται να θυμάται
ή ξεχνά
το τυφλό φεγγάρι

που κάποτε συνέφαγαν
ο λύκος
το παιδί
κι η μάγισσα

στο δωρισμένο δίσκο του στο χώμα.

Το ουρλιαχτό του άντρα
χτυπά στο στέρνο του
γλύφει το στέρνο του τρώει
ό,τι ξέμεινε από τη νυχτερινή ζωή της μέρας
και περνάει στο συσσίτιο της επομένης.

*Τα ποιήματα αναδημοσιεύονται από το μπλογκ της Ρωξάνης Νικολάου Ηλιόδεντρον στη διεύθυνση http://hliodendron.blogspot.com

Αλέξης Αντωνόπουλος, Δύο ποιήματα

71-620x620

XVII

Νιώθω τον διακόπτη.
Τον γεύονται τα δάχτυλά μου.

Μία κίνηση χρειάζεται.
Μία κίνηση, και το έρεβος θα χαθεί.
Μία κίνηση, κι έπειτα θα δω.

Αλίμονο, δε βλέπω ποτέ.
Γιατί φοβάμαι να πατήσω τον διακόπτη.

Αυτόν. Τον διακόπτη.

Φοβάμαι το φως.
Φοβάμαι το πρόσωπό μου
κάτω από το Φως.

XXXII

Καταγγέλλουμε αμφιβολίες και φόβους ώστε να δικαιολογήσουμε την αδράνειά μας στην Τέχνη. Βλέπουμε, δηλαδή, τους Δαίμονες της ζωής μας σαν Δαίμονες και στη δημιουργικότητά μας˙ εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν αν θέλουμε να γράψουμε, να ερμηνεύσουμε, να χορέψουμε, να τραγουδήσουμε, να σκηνοθετήσουμε, να εκφραστούμε.

Όμως οι Δαίμονες είναι ο λόγος που επινοήθηκε η Τέχνη. Οι Δαίμονες είναι ο λόγος που Την έχουμε τόσο ανάγκη. Όσο πασχίζουμε να τους αποφύγουμε αντί να τους χρησιμοποιήσουμε ως τους πιο σπουδαίους συμμάχους μας, ως τους πιο εγκάρδιους Φίλους, φτύνουμε τα δώρα του Θεού.

Στην Τέχνη, οι Δαίμονες μεταμορφώνονται σε Αγγέλους.

*Από την ποιητική συλλογή “Σκοτάδι” που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ars Poetica.

Τζούλια Φορτούνη, Εν τόπω χλοερώ

536912_558697200821699_695870023_n

Παρατηρώ τους περαστικούς
Στο Βοτανικό Κήπο
Να κοντοστέκονται στην ταμπέλα
Διαβάζουν : «Κώνειο το Στικτόν»
Και σοκαρισμένοι σχολιάζουν:
«αυτό που ήπιε ο Σωκράτης»

Ανάμεσα στις αλέες
με τα κίτρινα τριαντάφυλλα
Και τους ιβύσκους
Φύεται παράμερα
Λίγο πριν τα αρωματικά φυτά

Είναι ένας ιδανικός χλοερός τόπος
Ο Βοτανικός μας Κήπος
Κυρίως για ανα-ψυχή

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης (έργο της Louise Richardson) αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο της ποιήτριας στη διεύθυνση http://purplestigmes.blogspot.gr