Η πολιτική στα ποιήματα του Καβάφη

48kavafhs

Ο Κωνσταντίνος Καβάφης στην ποίησή του εντάσσει εικόνες πολιτικής συμπεριφοράς, ιστορικών ή φανταστικών προσώπων, άλλοτε για να αναδείξει εκείνες που ενέχουν πολιτικό ήθος και άλλοτε για να στηλιτεύσει εκείνες που αποτελούν ένδειξη εκφυλισμού. Με τον τρόπο αυτό ο ποιητής κατορθώνει να μας περάσει τα μηνύματά του με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο, αποδεσμεύοντας παράλληλα τις πολιτικές συμπεριφορές από τα σύγχρονα γεγονότα.

Μια από τις εντονότερες αποτυπώσεις σωστού πολιτικού ήθους υπάρχει στο ποίημα «Εν Σπάρτη». Στο ποίημα αυτό η μητέρα του βασιλιά Κλεομένη, η Κρατησίκλεια, αποδεικνύει ότι ένα πολιτικό πρόσωπο, ακόμη κι αν βρίσκεται σε προχωρημένη ηλικία, οφείλει να βάζει το καλό της πατρίδας του πάνω απ’ όλα. Η Κρατησίκλεια, αδιαφορώντας για τον εαυτό της, αδιαφορώντας για το γεγονός ότι είναι η μητέρα του βασιλιά, είναι έτοιμη ακόμη και να θυσιαστεί για το καλό της Σπάρτης. Την Κρατησίκλεια δεν την απασχολεί η ταπείνωση που συνοδεύει την αποστολή της ως ομήρου στην Αίγυπτο, καθώς τίποτε τέτοιο δεν μπορεί να αγγίξει μια Σπαρτιάτισσα, μια γυναίκα αφοσιωμένη στην πατρίδα της. Όπως άλλωστε δηλώνει και η ίδια πώς θα μπορούσε ένας χθεσινός Λαγίδης να καταλάβει το φρόνημα των Σπαρτιατών.

Continue reading

Μεσογειακή Ποίηση / Mediterranean Poetry

jaiderlozanowintersunsetthumbnail

Επισκεφθείτε και παρακολουθείστε έναν πολύ αξιόλογο ποιητικό δικτυακό τόπο με μεσογειακή ποίηση σε αγγλική μετάφραση στη διεύθυνση

http://www.mediterranean.nu/

Ειρηναίος Μαράκης, Τάνγκο

101

(μνήμη Έρικ Χομπσμπομ 1917 – 2012)

Ένα τάνγκο για το Γκέτο της Βαρσοβίας
ένα τάνγκο για τους νεκρούς του Άουσβιτς
ένα τάνγκο για τους Τσιγγάνους της Γερμανίας
κι ένα τάνγκο για το Μπλόκο της Κοκκινιάς.
Να χορεύεις, να χορεύουμε
στην κατακόκκινη έρημο της φθοράς
κι οι κάνες των όπλων τους
να στοχεύουν της καρδιάς μας
το απόλυτο.

Ένα τάνγκο που γεννά τις ελπίδες μιας τάξης
που ανάποδα θα φέρει τον κόσμο των βαρβάρων.
Ένα τάνγκο για την αγάπη σου
και το καυτό φιλί της ξενιτιάς.

*Το ποίημα και η φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το μπλογκ του Ειρηναίου Μαράκη Κίβδηλη Αντιόχεια στη διεύθυνση http://kivdilh-antioxeia.blogspot.gr/ Ευχαριστώ τον Ειρηναίο για το μήνυμα και την αποστολή.

Δημήτρης Τρωαδίτης, Εξώφυλλα

July 1997

Η οργή, το όνειρο και η ζωή, Ιούλης 1997, Ανεξάρτητη έκδοση

Without a perspective

Χωρίς προοπτική / Without a perspective, εκδ. Ένεκεν

Monaxia

Η μοναξιά του χρόνου, εκδ. Το Κόσκινο

Δήμος Βιλαέτης, Ο Αλκιβιάδης

2012011102092_120065170

Ω εσείς
πολίτη Αλκιβιάδη,
ολέθριε,
στον αστερισμό του Αίσχους,

με τις διαστροφές σας
τη πορεία των ρουκετών
στ’ άστρα
ευκολύνατε.

*Από την ποιητική συλλογή “Η Πράξη”, Πύργος 1985

Αντώνης Στασινόπουλος, Απόηχος

noymenia

Και τι απομένει,
αν όχι ο απόηχος
όσων με επιμέλεια πράξαμε
στους ομόκεντρους κύκλους του σύμπαντος
πουλιά ταξιδιάρκια.

Και καθίσαμε γυρω από το τραπέζι
οι αγαπημένοι με κρασί,
η σκέψη στο τελευταίο ταξίδι.
Κουβεντιάσαμε τα όνειρα,
μας συνεπήρε ο χορός των κυμμάτων.

Και παραδοθήκαμε
στης νύχτας τη σαγήνη,
ωσάν πέπλο μας τύλιγε
των άστρων το φέγγισμα.

Αργύρης Μαρνέρος, Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή

7adf09

Στο χάσμα που ανοίγεται ανάμεσα
Στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις
Εκεί ανάμεσα θα βρεις τον ποιητή
Ν’ ανθίζει εκεί να πελεκάει τις πέτρες
Τις πολύχρωμες για το ουράνιο γιοφύρι
Εκεί ανάμεσα ο θεμέλιος λίθος
Πάνω στο στήθος να πατάει τον ποιητή
Έτσι θα έχει ανθρώπινη ανάσα το γιοφύρι
Ανάμεσα στα γράμματα στις λέξεις στις προτάσεις.

*Από την ποιητική συλλογή “Αίθουσα αναμονής” (2003).

Ζ. Δ. Αϊναλής, Μυθολογία (απόσπασμα)

my8ologia

Ζ. Δ. Αϊναλής, ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ, εκδόσεις ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ
Ένα ποιητικό μυθιστόρημα
Εκδόσεις-περιοδικό ΠΑΝΟΠΤΙΚόΝ
http://www.panopticon.gr
Σχέδιο εξωφύλλου: Χρήστος Αϊναλής

Απόσπασμα από το βιβλίο

Ε, λοιπόν από μικρός είχα την μάλλον παράδοξη δοξασία πως ένα κι ένα δεν κάνουν κατ’ ανάγκη δύο, πως δύο και δύο δεν κάνουν κατ’ ανάγκη τέσσερα. Εκεί όπου οι άλλοι βλέπαν δύο εγώ δεν έβλεπα παρά ένα και ένα κι έτσι αδυνατώντας να δω ένα σύνολο ως άθροισμα πορευόμουνα προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι αφού όλοι οι άλλοι νομοτελειακά στο ένα κι ένα αντιλαμβάνονταν δύο εγώ πρέπει μοιραία να ήμουν παράφρων. Γιατί όμως να ήμουν εγώ ο τρελός; Τι είχαν οι άλλοι περισσότερο από μένα κι η δική τους εντύπωση βάραινε περισσότερο απ’ τη δική μου; Γιατί ετούτη η μαζική πίεση, ο φασισμός ν’ αναγνωρίσω τη λογική τους; Γιατί να μην είναι κάλλιστα όλοι οι άλλοι τρελοί; Ε, πώς να το κάνουμε τώρα, αφού ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο! Ένας φυσικός νόμος δεν μπορεί να στηρίζεται στην νομοτελειακή αλληλουχία αιτίου αιτιατού αν το κάθε εγώ βλέπει διαφορετικά αποτελέσματα να εκπηγάζουν από διαφορετικά αίτια έτσι κι εγώ αποφάσισα πως δεν θα αναγνώριζα για νόμο φυσικό παρά ότι εγώ όριζα ως νόμο φυσικό. Βέβαια, αυτό προξενούσε ορισμένα προβλήματα διότι όταν εγώ έλεγα γυναίκα εκείνοι καταλάβαιναν άλογο. Τελικά μεγαλώνοντας ανακάλυψα πως ήμουνα θύμα μιας σκοτεινής διαπλανητικής συνωμοσίας. Ζούσα σ’ έναν κόσμο παρανοϊκών που από μιας αρχής το είχανε βάλει στόχο να τρελάνουν και μένα. Στερώντας μου την επικοινωνία θέλανε να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με κάνουνε να λέω τη γυναίκα γυναίκα και το άλογο άλογο. Κλείνοντας μου το στόμα θέλανε να μου κλείσουν όλους τους δρόμους όλες τις εναλλακτικές και ή να με φυλακίσουν στον κόσμο τους να με αυλίζουνε τις μέρες με λιακάδα ή να μ’ αφήσουνε να σαπίσω ελεύθερος αλλά μόνος μου στο δικό μου. Δεν θα τους περάσει όμως. Βάλθηκα λοιπόν να αποκαλύψω την ειδεχθή τους απάτη αποδεικνύοντας τους ότι ένα κι ένα δεν κάνουνε δύο καθόσον εγώ ο ίδιος που αντικρίζοντας με βλέπανε έναν δεν ήμουν στην ουσία ποτέ ένας παρά πολλοί μαζί συγκολλημένοι σ’ έναν. Αν κατάφερνα να τους κάνω να λένε δύο, τρία, πέντε, δέκα όταν θα αναφερόταν σε μένα θα είχα πετύχει το σκοπό μου διότι βέβαια ένα κι ένα δεν μπορούν ποτέ να κάνουνε δύο όταν το ίδιο το ένα δεν είναι ένα αλλά τουλάχιστον δύο. Τώρα όσο περνάνε τα χρόνια πείθομαι ολοένα και περισσότερο πως ένα και ένα δεν μπορεί δεν πρέπει να κάνουνε δύο αλλά ένα και ένα και πως δύο και δύο δεν πρέπει να κάνουνε παρά ένα και ένα και ένα και ένα. Έτσι χτίζω πετραδάκι πετραδάκι το δικό μου πλανήτη δίνοντας στέγη σ’ όλους τους αποκλεισμένους παράφρονες που επιμένουν να λένε το ένα κι ένα ένα κι ένα. Κι όταν θα γίνουμε ένα ωραίο μεγάλο σύνολο από μονάδες και πια δεν θα έχουμε ανάγκη τη φυλακή τους θα τραγουδήσουμε όλοι μαζί με μια φωνή το χαρούμενο τραγούδι της αντεστραμμένης βαρύτητας τους όπου όλα θα είναι αληθινά και ένα και ένα θα κάνουνε ένα και ένα κι οι γυναίκες άλογα θα μας παίρνουνε καλπάζοντας μακριά τους τρυφερά κουβαλώντας μας μες στην αγέρινη αγκαλιά τους.

***

Ο Ζ. Δ. Αϊναλής γεννήθηκε το 1982 στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία: Ηλεκτρογραφία, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006, Αποσπάσματα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2008, Η σιωπή της Σίβας (e-book), Βακχικόν, Αθήνα, 2011. Έχει μεταφράσει Antonin Artaud: Πούτσα και ξύλο, Ουαπίτι, Αθήνα 2011, καθώς και στο πλαίσιο του εκτενούς αφιερώματος στον Artaud «Εξέγερση και Ουτοπία», Πλανόδιον, τ. 49, Αθήνα, 2010 (σε συνεργασία με τους Ήλιο Chailly & Ειρήνη Παπαδοπούλου). Επίσης έχει μεταφράσει δοκίμια των William Wordsworth και Samuel Taylor Coleridge στον τόμο Ρομαντική Αισθητική. Οι ποιητές των Λιμνών και η Σχολή της Ιένα, Κριτική, Αθήνα, 2011 (σε συνεργασία με τον Μιχάλη Παπαντωνόπουλο). Έχει επιμεληθεί και προλογίσει την έκδοση Μιχάλης Τάτσης, Με το καδρόνι στα χέρια, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2011. Ποιήματα, πεζά, μεταφράσεις και δοκίμια του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά.

Βύρων Λεοντάρης, Ο νεκρός της οθόνης

bergman_5

Έτσι όπως έγυρε στην τελική του πτώση
αρπάχτηκε από την οθόνη που έπεσε κι αυτή μαζί από πάνω
του
μανδύας διάτρητο σκοτάδι.
Τρέξαμε τον σηκώσαμε και στα κρυφά περάσαμε στην έξοδο
κινδύνου
έμπαζε από παντού αναφυλλητό
η νύχτα της Αθήνας ξέβραζε ναυάγια τραγουδιών και σάπια
φώτα
κι η σκάλα φρέαρ στο πουθενά.

Ίλιγγοι και στροφές η κάθοδος.
Χυμούσε από ψηλά να μας τον πάρει ο ουρανός
και κάτω μας λυσσομανούσαν υποχθόνια πνεύματα
κάθε σκαλί μάς σκαμπανέβαζε σαν κύμα
— κι η σκάλα ανέβαινε; κατέβαινε; —
μα εμείς γερά κρατούσαμε
παληοί της συντεχνίας
μανουβραδόροι σε λιμάνια και σταθμούς
σε αναχωρήσεις και αφίξεις
για τα μεγάλα βάσανα και τα βαριά τα πένθη
βαστάζοι των αβάσταχτων κι ασήκωτων του κόσμου.

… Αγέρωχος, αγαλματένιος μες στην πίκρα του
άσπρα κοράλλια οι ξεραμένοι αφροί στα χείλη του
η θάλασσα απ’ τα μάτια του φευγάτη
ολόσωμος μέσα στη νύχτα φωσφορίζων
σήματα κρυπτογραφικά απόκοσμα μηνύματα.

Όχι, θα τον αφήναμε στον έλεο του κοινού
σε ασθενοφόρους κριτικούς και περιπολικούς
δημοσιογράφους
για την των παθημάτων κάθαρση…
Aσ’ τους να ψάχνονται οι περίοπτοι θεατές στην αίθουσα
όταν ανάβουνε τα φώτα κι ασβεστώνονται οι ψυχές.
Ίσαμε εδώ η μέθεξη.
Μας παίξατε, κύριοι, στην τέχνη και μας χάσατε.

… Κι έτσι, τρεκλίζοντας, αγκαλιαστά μπουκάραμε
απρόσκλητοι
στο Poetry Bar.
Κονιάκ!… και μη μου λες εμένα “κλείνουμε” παλιορουφιάνα
Ποτήρι και στον φίλο μας… Και μακριά τα χέρια απ’ τον
συναγερμό.
Τώρα θα δεις τι θα πει μεθύσι των νεκρών.
Δεν είμαστε ποιήματα για απαγγελία και πώληση αλλά για
αυτοπυρπόληση.

Κάθε πρωί εξαφανίζουνε τις στάχτες μας.

Βύρων Λεοντάρης

*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://poetrybar.blogspot.com.au/2009/11/blog-post_29.html

Carlos Pellicer, Ώρες Ιουνίου

Carlos PELLICER

Γυρίζω σ’ εσένα, μοναξιά, κενό νερό,
νερό των εικόνων μου, τόσο νεκρό,
σύννεφο των λόγων μου, τόσο ερημικό
νύχτα της ανείπωτης ποίησης.
Για σε το ίδιο αίμα –δικό σου και δικό μου-
ρέει η ψυχή του κανενός πάντα ανοιχτά.
Για σένα η αγωνία είναι σκιά στην πόρτα
που δεν ανοίγει ούτε τη μέρα ούτε και τη νυχτιά.

Ακολουθώ την παιδική ηλικία στη φυλακή σου, και το παιχνίδι
που εναλλάσσει θανάτους κι αναστάσεις
από την μια εικόνα στην άλλη ζει τυφλό.

Κραυγάζουνε ο άνεμος, ο ήλιος κι η θάλασσα σε ταξίδι.
Εγώ κατασπαράζω τις καρδιές μου
και παίζω με τα μάτια του τοπίου.
Ο Ιούνιος μού ’δωσε τη φωνή, τη σιωπηλή
μουσική να σιγάσω ένα συναίσθημα.
Ο Ιούνιος παρασέρνεται τώρα σαν τον άνεμο
κι η ψυχή άδικα βιάστηκε να ευχαριστηθεί.
Στο χρόνο τής θανής μου κάθε μέρα
οι συνέπειες της φωνής μού είπαν τόσα
και τόσο σιωπηλά, που κάποιες μέρες
ζήσαν στη σκιά αυτού τού τραγουδιού.
(Εδώ η φωνή ραγίζει κι ο τρόμος
για την τόση μοναξιά τις μέρες τις γεμίζει.)
Σήμερα κλείνει χρόνος, Ιούνιε, που μας είδες,
άγνωστους, μαζί, για μια στιγμή.
Οδήγησέ με σε κείνο το λεπτό από διαμάντι
που συ μες σ’ ένα χρόνο έκανες πέρλα θλιβερή.

Σήκωσέ με ως το σύννεφο που ήδη υπάρχει,
σώσε με από τα σύννεφα, εμπρός.
Κάνε νάναι το σύννεφο η καλή στιγμή
που μού ‘δωσες, Ιούνιε, και σήμερα έχει ενός χρόνου ζωή.

Δίπλα στον ουρανό τη νύχτα θα περάσω
για να διαλέξω σύννεφο, το πρώτο
σύννεφο που απ’ τ΄όνειρο θα βγει, από τον ουρανό,
τη θάλασσα, τη σκέψη και την ώρα,
τη μόνη ώρα που εμένανε προσμένει
Σύννεφο των λόγων μου προστατευτικό!

*Μετάφραση: Αμαλία Ρούβαλη 2011
** Από το http://amarouv.blogspot.gr/p/blog-page_11.html