Διήμερο Καβάφη: Υπέρ και κατά

k5777

TOY ΔΗΜΗΤΡΗ ΤΡΩΑΔΙΤΗ

Οι εκδηλώσεις για τον Κωνσταντίνο Καβάφη που διεξήχθησαν στο Wheeler Centre στο πλαίσιο του Φεστιβάλ «Αντίποδες», το διήμερο 22 και 23 Ιούνη, σημείωσαν επιτυχία τόσο από την άποψη προσέλευσης «επιλεγμένου» -αλλά όχι ευάριθμου, ανάλογου με το αριθμητικό εύρος της παροικίας- κοινού, όσο και από την άποψη της ποιότητας των όσων ελέχθησαν και προσφέρθηκαν στους διψασμένους να μάθουν και να ενστερνισθούν παραβρεθέντες από τους καλεσμένους πανεπιστημιακούς από ονομαστά ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα των ΗΠΑ και της Ευρώπης.

Καθ’ όλη τη διάρκεια των εκδηλώσεων υπήρχε ένα κοινό έτοιμο στη συντριπτική του πλειοψηφία να αδράξει την ευκαιρία των παρεχόμενων γνώσεων και να εντρυφήσει στα πιο βαθιά χαρακτηριστικά της ποίησης του μεγάλου Αλεξανδρινού ποιητή Κωνσταντίνου Καβάφη.

Continue reading

Dylan Thomas, Η όψη της αλήθειας

dylan-thumb

Τούτη την όψη της αλήθειας,
ίσως δεν βλέπεις, γιε μου,
βασιλιά των γαλανών ματιών σου
στην εκτυφλωτική πατρίδα της νιότης,
πως όλα χαλάσματα είναι,
κάτω από τους αδιάφορους ουρανούς,
από αθωότητα κι ενοχή
πριν σκιρτήσεις  
για ένα νεύμα της καρδιάς ή της κεφαλής,
όλα συναγμένα και σκορπισμένα είναι
μέσα στη σαβανώτρα σκοτεινιά 
σαν την τέφρα των νεκρών.
Το καλό και το κακό, δυο δρόμοι
για να ζυγώσεις τον θάνατό σου
Πλάι στην αλέστρα θάλασσα,
βασιλιά της καρδιάς σου σε μέρες τυφλές,
ξεφυσούν σαν αναπνοή,
οδύρονται μέσα από σένα κι από μένα
και τις ψυχές όλων των ανθρώπων
μες στο αθώο
σκοτάδι, και το ένοχο σκοτάδι, και τον καλό 
θάνατο, και τον κακό θάνατο, και μετά
την ύστατη στιγμή
Ππτούν σαν το αίμα των άστρων
Σαν τα δάκρυα του ήλιου,
σαν το σπέρμα της σελήνης, απομαζώματα
και φωτιά, η ιπτάμενη μεγαληγορία
του ουρανού, βασιλιά των έξι σου ετών.
Κι η βασκανία,
από την απαρχή των φυτών
και των ζώων και των πουλιών,
Ύδωρ και Φως, γη κι ουρανός,
ασκείται πάνω σου πριν κινηθείς,
και όλες σου οι πράξεις κι οι λέξεις,
κάθε αλήθεια, κάθε ψέμα,
πεθαίνουν στην αδογμάτιστη αγάπη.

Sylvia Plath, Το Τράνταγμα

68371_290866754358674_570262526_n

Ήταν ένα αλλόκοτο
αποπνικτικό καλοκαίρι,
το καλοκαίρι που σκότωσαν
στην ηλεκτρική καρέκλα
τους Ρόζενμπεργκ,
και δεν ήξερα τι έκανα
στη Νέα Υόρκη

Τζούλια Φορτούνη, Φως

(φωτ. Νικόλας Φορτούνης)

(φωτ. Νικόλας Φορτούνης)

ανάμεσα στα δέντρα
ακόμα παίζουν κρυφτό
οι παιδικοί μας ίσκιοι

τρέχουν να ξεφύγουν
απ΄ το στοιχειωμένο σπίτι
κι απ΄ την τρελή γριά
που τους καταδιώκει

 όταν άξαφνα άναβαν οι στύλοι
και γέμιζε φως ο δρόμος
μια φέτα ψωμί με ζάχαρη
κι ένα ζεστό κρεβάτι
ήταν το καταφύγιό τους

ακόμα παίζουν κρυφτό
οι παιδικοί μας ίσκιοι
τώρα ανάμεσα στα δέντρα
δεν βλέπω φως
κάτι να τρεμοσβήνει μόνο

έξω απ΄το παράθυρο
μόνιμη απειλή πια
τ΄ αστέρια

*Ποίημα και φωτογραφία της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Liquid Days (Ρευστές Μέρες) στη διεύθυνση http://liquiddaysgr.blogspot.com.au/2012/03/blog-post_09.html

Ινδιάνικα ποιήματα

ΙΝΔΙΑΝΟΣ

1.

Ήταν ο άνεμος που τους έδωσε ζωή.
Είναι ο άνεμος που βγαίνει από το στόμα και μας δίνει ζωή.
Όταν πάψει να φυσάει πεθαίνουμε.
Στο δέρμα και στις άκρες των δαχτύλων μας βλέπουμε τα ίχνη του ανέμου.
Μας δείχνουν που φυσούσε ο άνεμος όταν πλάστηκαν οι πρόγονοί μας…

2.

Απ’ τη μεριά του νότου έρχονται τα πουλιά.
Άκου τον ήχο των περαστικών κραυγών τους.
Ρίχνω μπροστά το σώμα μου.
Απ’ το εμπρός μέρος της γης ξεχύνεται το φως.
Τη δύναμή σου, Μανιτού δώσε μου…

Continue reading

«Να έχεις» ή «να είσαι» με δυο ποιήματα…

Spiritual_Tree_dsc06786_duo_nevit

Όταν κοιτάξω προσεκτικά
Βλέπω ν’ ανθίζει η ναζούνα
Πλάι στο φράχτη

Γιαπωνέζος ποιητής Basho (1644-1694)

…………………………………
areiospagos1

Λουλούδι στη σχισμάδα του τοίχου
Σε τραβάω απ’ τη σχισμάδα
Σε κρατάω εδώ στο χέρι μου
Ολάκερο με τη ρίζα
Μικρό λουλούδι – αν μπορούσα να καταλάβω
Τι είσαι, κι εσύ και η ρίζα σου
Ολάκερο εσύ
Θα ‘ξερα τι είναι ο θεός κι ο άνθρωπος

Άγγλος ποιητής Alfred Tennyson (1809-1892)

Fernando Pessoa, Από τα ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρο Καέϊρο

f-p

ΧIII

Ανάλαφρος, ανάλαφρος, πολύ ανάλαφρος

Ο άνεμος περνάει ανάλαφρος.

Φεύγει μετά, πάντα ανάλαφρος.

Τι σκέφτομαι δεν ξέρω.
Και ούτε να το μάθω επιζητώ.

XΧΧ

Αν θέλουν να έχω μυστικισμό, εντάξει, τον έχω.

Είμαι μυστικιστής, αλλά μονάχα με το σώμα.

Η ψυχή μου είναι απλή και δεν σκέφτεται.

Ο μυστικισμός μου συνίσταται στο να αρνείται τη γνώση.

Μόνο να ζω θέλω, κι αυτό να μην το σκέφτομαι.

Δεν ξέρω τι είναι φύση: την τραγουδώ.

Ζω στην κορφή ενός λοφίσκου,

Σ’ ένα ασβεστωμένο σπίτι, μοναχικό.

Κι αυτός είναι ο ορισμός μου.

ΧΧΧVI

Υπάρχουν ποιητές που είναι τεχνίτες

Και δουλεύουν τους στίχους

Όπως οι μαραγκοί το ξύλο!

Τι λυπηρό να μην ξέρεις ν’ ανθίζεις!

Να’ χεις να βάζεις στίχο σε στίχο, όπως αυτός

Που χτίζει έναν τοίχο

Και βλέπει αν στέκει καλά

Και τον γκρεμίζει αν δεν είναι έτσι!

Αλλά το μόνο έργο τέχνης είναι η Γη μας

Που αλλάζει, και πάντα η ίδια είναι και πάντα ωραία…

Το  σκέφτομαι, όχι όπως ο οποιοσδήποτε σκέφτεται,

Αλλά όπως αυτός που αναπνέει.

Κοιτάζω τα λουλούδια και γελάω…

Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνουν ούτε κι εγώ αν τα καταλαβαίνω…

Γνωρίζω όμως ότι η αλήθεια μαζί τους και μαζί μου είναι

Στην κοινή μας θεότητα

Που μας αφήνει να φύγουμε, να ζήσουμε για τη Γη,

Ευτυχισμένοι στα χέρια τις εποχές να σηκώνουμε

Ν’ αφήνουμε τον άνεμο να μας αποκοιμίζει

Και στα όνειρά μας, όνειρα να μην έχουμε.

Όποιος  έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει.

Ρ.Φ. Μπρίσσεντεν, Καβάφης

assets_LARGE_t_420_54176673

Μοναχικέ γερο-σχολαστικέ, στο αδειανό σου σπίτι
ονειρεύεσαι το φανταχτερό παρελθόν με τους αδέξιους
ήρωες, στις μεγάλες ζεστές νύχτες της Αλεξάνδρειας –
τον Αντώνιο που τσακίστηκε στο Άκτιο, τον νεαρό Καισαρίωνα
που δικάστηκε χωρίς απολογία, ξεχασμένους χαρτοπαίχτες,
βασιλιάδες, ποιητές, αθλητές όλους στα σημαδεμένα περιθώρια
της ιστορίας- και προσεχτικά παρουσιάζεις σαν μεταξωτά
φουλάρια τυλιγμένα σε λεπτό χαρτί τις λιγοστές σου αναμνήσεις
τις συναντήσεις της νιότης σου στα σοκάκια, όλα σου
τα τυχαία αγόρια τα χαμένα – με τι αξιοπρέπεια πικρή
αυτή την έρημο αναπολούσες με τις σπάνιες οάσεις της!
Μα ήτανε σίγουρα πηγάδια: το νερό τους σου ‘δωσε
ζωή, σού βρεξε το λαρύγγι και σ’ έκανε όλο
να τραγουδάς στ΄ ατέλειωτο ταξίδι σου για την Ιθάκη.

*Μετάφραση: Μάριος Βύρων Ραΐζης

**Από το βιβλίο του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, Με τον τρόπο του Καβάφη – 20 ξένα ποιήματα, εκδ. κεγ, Θεσσαλονίκη 1999

Κλείτος Κύρου, Εισβολή

1131_10200449622377150_861045082_n

Οι στρατιώτες φεύγαν σκυφτοί με σπασμένες τριάδες
Από τα δυτικά προάστια της χώρας
Γυναίκες με μπόγους στους ώμους
Αστοί φορτωμένοι χρυσάφι και τρόμο
Τα βαπόρια σφυρίζαν με απόγνωση
Οι επιβάτες συνωθούνταν χλομοί και αμφίβολοι
Το λιμάνι καιγόταν σσν δέντρο Χριστουγέννων
Αλλόφρονες δρόμοι
Ανοχύρωτη πόλη ψιθύριζαν κηρύχτηκε ανοχύρωτη
Το βράδυ φύσηξε μια ορφανή πειθαρχία
Συναχτήκαμε σε σπίτια συγγενικά
Κι ακούγαμε τις ανατινάξεις να κλυδωνίζουν
Τα ξάρτια της νύχτας
Πλαγιάσαμε κατόπι σ’ ένα πέτρινο μεταίχμιο
Πληγώσαμε τη σκέψη
Κάναμε υποθέσεις
Μπροστά σ’ ένα γρίφο με αυστηρή θωριά
Αλήθεια πώς θα ξημερωνόμασταν
Κανένας δε φαντάστηκε
Κανένας δε μάντεψε
Κανένας
Η μέρα πουλήθηκε το άλλο πρωί στις οχτώ
Μα δε φρόντισε κανείς να παραχώσει λίγον ήλιον στο χώμα
Το γέλιο στέγνωσε
Τ’ αστέρια σκουριάσαν
Τα δάχτυλα λιγοστέψαν
Στην καρδιά μας απλώθηκε ένας κάκτος
Νιώθαμε μόνοι τόσο μόνοι
Λες και μας αρνήθηκε μια γυναίκα
Μια γυναίκα πικρή
Μια γυναίκα ακατάληπτη
Μια γυναίκα που χαμογελούσε
Κι όμως ψιθύριζε ανελέητα
Το όχι

*Από τη συλλογή “Αναζήτηση – Αναμνήσεις μιας αμφίβολης εποχής” (1949) Πηγή: Κλείτος Κύρου, Εν όλω / Συγκομιδή 1943-1997 (1997) Εδώ αναδημοσιεύεται από το http://kleitoskyrou.wordpress.com