Χρήστος Αρμάντο Γκέζος, Μια ώρα αρχύτερα

FERTI+ILI+loneliness

Θυμάσαι τότε στο πάρκο ξημερώματα
που είδαμε τις έγκυες να περπατούν
πιασμένες χέρι χέρι,
μ’ ένα σάπιο καρβέλι ψωμί
η καθεμιά στην άδεια τους παλάμη;

Εμείς καθόμασταν κάτω στα φύλλα τα ξερά,
τα κόκκινα του φθινοπώρου αποφάγια,
τρίβαμε τα στομάχια μας
γιατί μας είχαν πει πως κάθε ανθρώπινη ανάγκη
ικανοποιείται μ’ ένα παραπλανητικό
υποκατάστατο άγγιγμα.
Μάταια, ακόμα ένα ψέμα, μονάχα μυρμήγκια
κυλούσαν από τους αφαλούς μας.

Τα δόντια μας ερμητικά σφιχτά,
δαγκώνανε τη γλώσσα κι αίμα πότιζαν τα χείλη
μην τυχόν και ξεχυθεί ο βούρκος απ’ το στόμα μας.
Μην τυχόν και πεις τίποτα για τις γυναίκες
πόσο όμορφες σαν το φθινόπωρο ήταν,
πόσο άπιαστες σαν την άνοιξη.
Μην τυχόν και με ρωτήσεις πού πάνε;
και σου απαντήσω: μα στο νεκροταφείο, φυσικά.
Για να γεννήσουν.

*Από τη συλλογή “Ανεκπλήρωτοι φόβοι”, εκδ. Πολύτροπον.

Dimitris Troaditis, Hollow rooftop

995121_362201957239584_623641955_n

Heaven, you are the reversed
bed of a brothel,
you’re the no longer usefull
skull of a dead
your rooftop has pierced
its tiles
collapsed by a crash,
your desperation
writhed on the floor
screaming with screeching voices.

*The original poem in Greek is here https://tokoskino.wordpress.com/2012/05/16/%CF%84%CF%81%CF%8D%CF%80%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B7/
A republication is here http://gatheredavantgardepoets.blogspot.com.au/2012/12/blog-post.html

Οσίπ Μαντελστάμ, Ο αιώνας

971117_10200135976223814_167914633_n

Αιώνα μου θεριό μου, ποιός θα μπορέσει ποτέ
μέσα απ’ τις κόρες των ματιών σου να κοιτάξει
και με το αίμα του να ενώσει
τους σπόνδυλους των δυο εκατοντάχρονων;
Αίμα, δημιουργικό αίμα, πώς πάλλεις στο λαιμό
των εγκόσμιων πρσγμάτων,
κι η ραχοκοκκαλιά να τρίζει
στο κατώφλι των καινούργιων καιρών.

Τα πλάσματα σου, ως εκεί που φτάνει η ζωή
πρέπει να ξαπλώσει τη σπονδυλική του στήλη,
καθώς τ’ αόρατο το κύμα παίζει
με το δικό σου ραχοκόκκολο.
Σαν τρυφερός παιδιάστικος χόνδρος
μοιάζει ο νεαρός της Γης μας ο αιώνας.
Σαν πρόβατο για τη σφαγή
τον φέρνουνε ξανά.

Και για να χτίσουμε το νέο κόσμο
απ’ τα δεσμά να τον αρπάξουμε πρέπει
τα τσακισμένα του τα γόνατα
με φλάουτα να τα ενώσουμε.
Ο αιώνας τούτος στο κύμα λικλνίζει
τον καημό των ανθρώπων.
Ως κι η οχιά πια θ’ ανασαίνει
στο χρυσό το δικό του ρυθμό.

Μετά θ’ ανοίξουν τα μπουμπούκια
θα πρασινίσει κι όλη η γης.
Όμως είναι σπασμένη η ραχοκοκκαλιά σου,
θλιμένε μου, πανέμορφε αιώνα.
Και μ’ ένα ασημένιο χαμόγελο
θωρώντας προς τα πίσω προχωρείς
σαν το αυκίνητο θεριό
στ’ αχνάρια απ’ τις δικές του τις πατούσες.

Αίμα, δημιουργικό αίμα, που χτυπάς
στο λαιμό των εγκόσμιών πραγμάτων
και σφαδάζεις σαν ψάρι
στα ζεστά τ’ ακρογιάλια.
Απ’ των πουλιών το πέταγμα
στο θανάσιμο τραύμα σου, αιώνα μου,
αδιάφορο τρέχει το αίμα.

1922

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ο άνθρωπος (απόσπασμα)

images

(… )
Μαντρωμένος μες στο γήινο κοπάδι
σέρνω τον καθημερινό ζυγό μου
Καβάλλα
πάνω στο μυαλό μου
“ο Νόμος” έχει θρονιαστεί
Μια αλυσίδα κυκλώνει την καρδιά μου:
“η Θρησκεία”.

(… )
Φωνάζω…
μα δεν είναι
παρά μονάχα των κλειδιών ο θόρυβος!
Ο μορφασμός του δεσμοφύλακα.
Μου πετάει
στην αιχμή μιας ακτίνας
ένα κομμάτι σάπιο κρέας
Καγχάζουν:
“Α! Α!”
κ εγώ πλανιέμαι
μέσα στο παραλήρημα, μέσα στον πυρετό.
Η γη, μια σιδερένια σφαίρα καταδίκου
βροντοχτυπάει
στο πόδι μου αλυσσοδεμένηΜου χει τα μάτια μου κλειδώσει
το χρυσάφι.
Ποιος θάθελε να οδηγήσει έναν τυφλό;
Είμαι
κλεισμένος
για πάντα
σε μια περιπέτεια παράλογη.
(… )

Μαρία Σερβάκη, Το πίσω φως της μέδουσας (απόσπασμα)

nemo-ride-jelly-fish

Αγάπη μου!
Τούτη η μαβιά γραμμή
στο βλέμμα σου
που συνεχίζεται.
Τούτη η ανάλγητη ομορφιά
Που στένεψε τη νύχτα στα μαλλιά σου.

Πέφτοντας απ’ του καιρού τα χρώματα
Τοπίο ανέκφραστο ακόμα
Καθώς η πρώτη κάποτε
Αντήχησε
Ευτυχία
Στην ερημιά.
Ζη ο βυθός.
Τα σκότη εκτυφλωτικά ορίζοντας ο δαίμονας
Αυτός τα δέντρα επιστρέφει πάλι.
Μελίσσι ανθισμένο ως τι λυγαριές
Ως τα γερτά χρυσάνθεμα
Ο χρόνος μαίνεται …

Χώμα ! – καθώς το χώμα τώρα σ’ αγαπώ …
Παιδί – τώρα; παιδί; ή φεγγάρι;
Και τούτος με το φόνο γεννημένος.
Κι ο άλλος με την ομορφιά προωρισμένος.
Κ’ ευθύς αιχμάλωτη να δυναμώνει μες στα μπράτσα μου
Η λυγισμένη αυγή
άνοιξη
αίμα
από
Άνοιξη σε
άνοιξη
Τα ακατάλυτα χέρια σου
Ή
Στ’ αφηνιασμένα κλήματα
σταγόνα π’ άφησε ο νοτιάς;

*Από τη συλλογή “Ο άλλος κήπος”, 1977.
**Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com.au/2008_07_27_archive.html

Μίλτος Σαχτούρης, Ο ουρανός

2682266532_530006de62

Πουλιά μαύρες σαΐτες τής δύσκολης πίκρας
δεν είν’ εύκολο πράμα ν’ αγαπήσετε τον ουρανό
πολύ μάθατε να λέτε πως είναι γαλάζιος
ξέρετε τις σπηλιές του το δάσος τους βράχους του;
έτσι καθώς περνάτε φτερωτές σφυρίχτρες
ξεσκίζετε τη σάρκα σας πάνω στα τζάμια του
κολλούν τα πούπουλά σας στην καρδιά του
Και σαν έρχεται η νύχτα με φόβο απ’ τα δέντρα
κοιτάτε τ’ άσπρο μαντίλι το φεγγάρι του
τη γυμνή παρθένα που ουρλιάζει στην αγκαλιά του
το στόμα της γριάς με τα σάπια τα δόντια του
τ’ άστρα με τα σπαθιά και με τους χρυσούς σπάγγους
την αστραπή τον κεραυνό τη βροχή του
τη μακριά ηδονή του γαλαξία του

*Από τη συλλογή ¨Με το πρόσωπο στον τοίχο”.
**Ο Μίλτος Σαχτάρης διαβάζει http://www.youtube.com/watch?v=8ZaGLGQ-HrE

Ο Καβάφης και η κριτική

http://goodmusipresszita.blogspot.com/2012/03/constantine-p-cavafy-ithaka.html

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΔΑΣΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ – 06/06/2003

Δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι ο ποιητής Κ.Π. Καβάφης αδικήθηκε ή αγνοήθηκε από την κριτική, κατά το διάστημα των περίπου πενήντα χρόνων (1886-1932) της δημόσιας ποιητικής παρουσίας του. Εισέπραξε επαίνους, πρώιμες και εύστοχες ερμηνευτικές παρατηρήσεις για τα ποιήματά του, τα οποία εκτοξεύονταν δίκην προκηρύξεων από την οδό Λέψιους ή δημοσιεύονταν σποραδικά σε ποικίλα περιοδικά και εφημερίδες, όχι μόνον της Αλεξάνδρειας και του Καΐρου, αλλά και της Αθήνας και του εκτός εθνικού κέντρου Ελληνισμού. Οι οπαδοί άναψαν θυμιάματα και λιβανωτούς· οι αντίπαλοι τον αντιμετώπισαν με πλήρη άρνηση -πολύ συχνά με ιδιαίτερα κακόβουλα σχόλια, καταφεύγοντας σε εξωλογοτεχνικές αξιολογήσεις. Ενα έργο σαν το δικό του, που εκόμιζε τόσα καινοφανή στοιχεία σε μιαν εποχή κατά την οποία ο μοντερνισμός δεν είχε ακόμη εμφανιστεί στην Ελλάδα, ήταν λογικό και αναμενόμενο να προκαλέσει συγκρούσεις, εντάσεις και διαφωνίες.

«Αν η φράση του Ζιντ για τον Ανατόλ Φρανς “δεν πολυπιστεύω στην επιβίωση εκείνων πάνω στους οποίους ο κόσμος όλος συνεννοείται” μπορεί να έχει ακόμα κάποιο νόημα, η περίπτωση του Καβάφη έρχεται αναμφίβολα να το επικυρώσει. Σ’ όλες τις λογοτεχνίες, και στη δική μας όχι λιγότερο, η “συνεννόηση” πάνω στους μεγάλους δεν ήταν ποτέ ο κανόνας. […] Αλλά η περίπτωση του Καβάφη δεν έχει βέβαια προηγούμενο: σ’ αυτήν η ασυνεννοησία είναι μια έννοια σχεδόν ανώδυνη· θα μπορούσαμε καλύτερα να μιλάμε για σύγχυση». Ετσι άρχιζε, εδώ και σαράντα ακριβώς χρόνια, ο Παν. Μουλλάς το διεξοδικό μελέτημά του «Ο Καβάφης και η άρνηση. Σταθμοί της αντικαβαφικής κριτικής», που δημοσίευσε ψευδωνύμως στην Επιθεώρηση Τέχνης, στηριγμένος προφανώς στις καθοδηγητικές ενδείξεις της Βιβλιογραφίας Κ.Π. Καβάφη του Γ.Κ. Κατσίμπαλη.

Continue reading

Τζόϋς Μανσούρ, Όλα τα βράδια

images

Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
την αγάπη μου σου διηγούμαι
στραγγαλίζω ένα λουλούδι
η φωτιά αργοσβήνει
χωνεμένη από θλίψη.
Μες στον καθρέφτη που η σκιά μου αποκοιμιέται
κατοικούνε πεταλούδες.
Όλα τα βράδια σαν είμαι μόνη
μελετώ το μέλλον στων ετοιμοθάνατων
τα μάτια
την ανάσα μου ανακατώνω με της
κουκουβάγιας το αίμα
και με τους τρελούς μαζί η καρδιά μου
πιλαλάει κρεσέντο.

*Μετάφραση: Έκτωρ Κακναβάτος.

Αλέξης Αντωνόπουλος, Από το “Σκοτάδι”

KARAVI+Ken-Wong

XXXIX

Τα όνειρα είναι πιο εύκολα από τη ζωή.

Μπορείς να δεις την αδελφή σου να βιάζεται
τη σπονδυλική σου στήλη να ξεριζώνεται
το αποκεφαλισμένο σώμα του γιού σου να τρώγεται
μπορείς να βιώσεις όλη την αρρώστια της Κόλασης,
αλλά σε λίγα λεπτά το όνειρο έχει τελειώσει.

Κι εσύ
στο κρεβάτι σου
με μια καινούργια ευκαιρία
να ονειρευτείς καλύτερα όνειρα.

*Από την ποιητική συλλογή “Σκοτάδι”, εκδ. Αrs Poetica, 2013.

Nanja Noterdaeme, Τρία καλοκαιρινά ποιήματα

2942156541_1_3


Συνάντηση 4

Κομποσκοίνι στα σύννεφα
ένα ένα
ταξιδεύουν
τα καράβια
στον ουρανό.
Και χωρίς σκοινί
με το νερό αγκαλιά
στα πελάγη κολυμπώ.

Βουνά, πλαγιές
ελιές μαύρες
πράσινες τσακιστές
εμφανίζονται στο βάθος.

Ψηλά η στεριά
κι εσύ
αιώνιος
ταξιδιώτης
με όλες τις δύνες
και δυνατότητες
να συναντήσεις
καινούριες ακτές
και περαστικούς ανθρώπους,
θα τους πεις
για σένα και θα σου πουν
γι’ αυτούς.

Περί αριθμών

Να είχα εκατομμύρια καλοκαίρια
και τσέπη ελαφριά
παρά ένα εκατομμύριο χειμώνες
και τσέπη φουσκωμένη.

Θα πήγαινα να στρώσω
μια ψάθα για χίλιες νύχτες
και μια μέρα
στην σκιά της σπηλιάς αριστερά.

Τη μέρα θα ψάρευα πρωί πρωί
ενάμιση κιλό ψαράκια
και θα τα έψηνα σε μια πέτρα
στο ζενίθ του καλοκαιριού

Το μεσημέρι θα κοιμόμουν
ένα μέτρο και 15 πόντους
κάτω από μια συκιά
και το βράδυ για φαγητό,
ηλιοβασίλεμα μπόλικα.

Τη νύχτα θα άλλαζα σκιές με
το φεγγάρι αγκαλιά,
θα έκανα τρεις χιλιάδες βουτιές
μέσα σε όνειρα – φτερά.

Να είχα εκατομμύρια καλοκαίρια
μια βάρκα κι ένα μαχαίρι
να κόψω τις ουρές από τα
χίλια δυο βάσανα
που περπατάνε σαν καβούρια,
-κοίτα τα στρατεύματα!-
και με τσιμπάνε ασταμάτητα.

Το βιβλίο των βιβλίων

Το βιβλίο των βιβλίων
σκέφτηκε ο παντοπώλης
που θα με έκανε
εκατομμυριούχο
να ήταν αθάνατο.
Να μπορούσαν όλοι
να λένε: « αυτό είναι το
βιβλίο που έψαχνα εδώ και
χρόνια».

Και τελικά στη μέση του καλοκαιριού
το βρήκε μια τουρίστρια
στα ράφια του παντοπωλείου.

Άξιζε εκατομμύρια καλοκαίρια
και μέσα του
τεντωνόταν
όοοολος
ο χρόνος
του κόσμου.