Olivier Simonneaux, “Caracteres” («Χαρακτήρες»)

Berlin_graffiti_on_Wall

τη στιγμή της ανάπαυλας
ένα άρμα μάχης μέσα στην ηχώ
πυροβολεί έναν άντρα γυμνό

τίποτα δεν μπορεί να παγώσει
πιο πολύ από τη ράχη ενός
βιβλίου

να επανέρχεσαι
εθελουσίως στην
κατάσταση του εμβρύου
ενός ηττημένου
σήμερα στη μαλακή
γαστέρα της
ύπαρξης

καμία σάρκα
κανένα πνεύμα
καμία αποκρυπτογράφηση
κανένα αγγείο αρχαϊκό

να μην είμαι παρά ένας εκεί που χιλιάδες
καρδιές μάτωσαν μέσα
στην αβάσταχτη νύχτα
όταν ο άνεμος βούτηξε στο
δέρμα σου

Continue reading

Oscar Wild, απόσπασμα από την Μπαλάντα της Φυλακής του Ρέντιγκ

pic3

Μα κι ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
και πρέπει αυτό απ’όλους ν’ακουστεί.
Άλλοι με κολακεία σε σκοτώνουν
Κι άλλοι με ματιά φαρμακερή
Μ’ένα φιλί σκοτώνουν οι δειλοί,
Κι οι γενναίοι άνδρες με σπαθί.

Νέοι σκοτώνουν άλλοι την αγάπη τους
Κι άλλοι σαν γενούνε γέροι.
Με χέρι Λαγνείας άλλοι τήνε πνίγουνε
Κι άλλοι με Πλούτου χέρι
Κι επειδή πιο γρήγορα παγώνει έτσι το κορμί,
Οι πονόψυχοι σκοτώνουν με μαχαίρι.

Άλλοι για λίγο ερωτεύονται κι άλλοι για πολύ.
Άλλοι τον Έρωτα πουλάνε κι άλλοι τον αγοράζουν.
Άλλοι με βουρκωμένα μάτια τον σκοτώνουνε
Κι άλλοι βουβοί τον αφανίζουν
Κι ενώ ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
Όλοι ωστόσο δεν πεθαίνουν.
…………………………………………………………………………………………..

Μαύρα μεσάνυχτα πάντα είχαμε μες στην καρδιά μας,
Και στο κελί μας μέσα αυγή,
Και τον τροχό γυρίζαμε και ξεφτίζαμε το σχοινί,
Ο καθείς στην Κόλασή του μέσα την ατομική.
Μα είναι πολύ πιο τρομερή η σιωπή
Από καμπάνας μπρούτζινης αντήχηση βροντερή.
…………………………………………………………………………………………..
Ποτέ δεν είδα άνθρωπο ν’αγναντεύει,
Με λαχτάρα τόση στη ματιά,
Αυτό που οι κατάδικοι ονομάζουν ουρανό,
Την οθόνη εκεί ψηλά τη θαλασσιά,
Και κάθε συννεφάκι που αρμενίζει
Όμοιο με πλεούμενο με ασημί πανιά.
…………………………………………………………………………………………

Δεν ξέρω αν οι νόμοι είναι άδικοι
Ούτε και δίκαιοι αν είναι ή σωστοί,
Μα κείνο που όλοι οι καταδικασμένοι το γνωρίζουνε,
Είναι πως δεν μπορούν τα τείχη να περάσουν ζωντανοί,
Και πως κάθε μέρα σαν χρόνος μοιάζει,
Χρόνος δίχως τέλος και αρχή.

*Από το βιβλίο του Oscar Wilde “Η Μπαλάντα της Φυλακής του Ρέντιγκ” (εκδ. Ελεύθερος Τύπος, στη σειρά Ξένη Ποίηση). Μετάφραση: Νίκος Β. Αλεξίου.

Γενική Ανθολογία Σύγχρονης Λατινοαμερικάνικης Ποίησης 1892-1975 (εκδ. Εκάτη, 2012)

anthologia1

Τι έγινε ο νέος που αγαπούσε τη μάνα του;
Ο άπιαστος.

Αλλά που οι γυναίκες τον ξεχώρισαν
σαν το σκυλί τον ξένο.

Αυτός που όλες τον αγαπούσαν:
οι στηθάτες παραμάνες
οι παιδούλες χωρίς στήθος
οι γυναίκες επιστήθια
οι άστηθες.
Όσες τον είδαν τον κρατάνε για πάντα.

[Κάρλος Μαρτίνες Ρίβας]

Σημείωμα (του Νέστορα Πουλάκου)

Από τις πλέον πλήρεις ανθολογίες λατινοαμερικανικής ποίησης, κυκλοφόρησαν το καλοκαίρι οι Εκδόσεις Εκάτη. Ο έμπειρος δάσκαλος και μεταφραστής Ρήγας Καππάτος σύνθεσε έναν τόμο 400 και σελίδων, περιλαμβάνοντας μια μεγάλη κι ευρεία γκάμα ποιητών ενός ολόκληρου αιώνα, από τα τέλη του 19ου έως τα μέσα (και) του 20ου αιώνα.

Ο Βαλλιέχο και ο Γουέρτα, ο Ιμπάνιεθ και ο Καδένας, ο Ρόκα και ο Μοντέχο, είναι ορισμένοι από τους ποιητές, όλων των τάσεων, των ρευμάτων, των γενεών, των σχολών, των ομάδων, που έδρασαν στην ποίηση της ηπείρου αυτής. Επιπλέον, υπάρχουν και πολλοί νεότεροι ποιητές που είναι άγνωστοι στο ελληνικό κοινό.

Πρόκειται για ένα πολύ καλό ανάγνωσμα, όπως και για ένα απαραίτητο συμπλήρωμα της ελληνικής βιβλιογραφία της ποίησης αυτής.


*Αναδημοσίευση από το http://www.vakxikon.gr/content/view/937/4200/lang,el/

Elisabeth Hames-Brooks, Sukunan

59917297

Desa of Java,
precious jewel of sawah and rice farmer,
your example of the environmental
as you separate and recycle
and with panache stitch sachet packets,
it heartens us that mankind could
eliminate the haze in the sun’s ray,
quickening the spirits of the fields
and of the worn stones of streams.


*The villagers in Sukunan, Sleman, Java, Indonesia, embarked upon a recycling project stimulating interest from neighbouring areas (see The Jakarta Post Sat June 12, 2004, Vol. 22). Sukunan villagers Iswanto and his wife were instrumental in this as was Dr Lea Jellinek, Visiting Fellow of the Melbourne Institute of Asian Languages and Societies, The University of Melbourne. This piece was inspired by her presentation at the Monash Asia Institute in April 2006. For further information on the Sukunan project: (see: http://arts.monash.edu.au/mai/research/sukunan/support.php).

Χλόη Κουτσουμπέλη, Το είδωλο

b182039-1

Σε κάθε καθρέφτη
υπάρχει πάντα ένα είδωλο
που κρύβεται από πίσω
Κανείς ποτέ δε νοιάζεται γι’ αυτό
Γυάλινη γλυστράει η ζωή του
Κανείς δεν το αγγίζει
ούτε κι αυτό αναγνωρίζει
τον ξένο που κάθε φορά
στέκεται μπροστά του
Μηχανικά μιμείται τις κινήσεις
Όταν ο ξένος σηκώνει το δεξί
αυτό κινεί το αριστερό
όταν ο ξένος βήχει
αυτό κουνάει άηχα τα χείλη
Μόνο όταν το σπίτι ερημώνει
το είδωλο παίρνει το ξυράφι
το ακουμπά στις φλέβες των καρπών του
έτσι για να νιώσει ότι είναι ζωντανό
Γι’ αυτό με προσοχή κοιτάξτε τους καθρέφτες
Αν είστε τυχεροί μπορεί και να το δείτε
Πίσω από το πρόσωπο σας
Το είδωλο που ουρλιάζει.

*Από την ποιητική συλλογή της “Στον αρχαίο κόσμο βραδιάζει πια νωρίς”, εκδ. Γαβριηλίδης, 2012

Ν. Καρούζος, Δύο ποιήματα

m7809ljkjlkl

Ἡ νύχτα μὲ συμφέρει

Πράγματι ἡ νύχτα μὲ συμφέρει.
Πρῶτα-πρῶτα ἐλαττώνει τὶς φιλοδοξίες· ὕστερα
διορθώνει τὶς σκέψεις· ἔπειτα
συμμαζώνει τὴ θλίψη καὶ τὴν κάνει ὑποφερτότερη
τὴ σιωπὴ μὲ σέβας ἀνατέμνει·
ἐξαίρει τὴν ὄσφρηση μὰ προπάντων ἡ νύχτα περιζώνει.

Ὁ δεύτερος θάνατος

Homo erectus ἀπόμακρη ἀφετηρία τῆς Ἰλιάδας
δὲν ἤτανε καλύτερα νὰ ῥεμβάσεις μὲ τὰ τέσσερα;
Δὲ σοῦ ῾φτανε τὸ ἀηδόνι νὰ ἐκκλησιάζεται
στοὺς ἀφροδίσιους κλάδους τῶν δέντρων;
Τί διάολο τὴν ἤθελες τὴν ἔκλυτη ᾨδὴ τοῦ ποιητῆ
στὰ σωθικά του τὰ πικρὰ τὰ αἱματοτσακισμένα;
Τώρα τὴ χάνεις δυὸ φορὲς τὴν ὀμορφιὰ
σ᾿ ἕνα φριχτὸ ξερίζωμα οὐρλιάζοντας ζωὴ καὶ τέχνη
Ἂχ μάνα μου τί κατρακύλισμα στὸ μεγαλεῖο…
Θά ῾τανε ἡ ἄγρια στύση στοχάζομαι
ποὺ σοῦ ῾δωσε ὦ homo erectus τὴν αἴσθηση
νὰ σηκωθεῖς ὁλόρθιος σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο.

Fernando Pessoa, Από τα ποιήματα του ετερώνυμου Αλμπέρτο Καέιρο

images
 
«Όποιος έχει λουλούδια ανάγκη τον Θεό δεν έχει»
 
XLII

Η άμαξα πέρασε από το δρόμο κι έφυγε
Κι ο δρόμος δεν έγινε ούτε πιο άσχημος ούτε πιο όμορφος.

Έτσι και με των ανθρώπων τη δράση, σε όλο τον κόσμο.

Δεν αφαιρούμε και δεν προσθέτουμε τίποτα.

Περνάμε και ξεχνιόμαστε.
Κι ο ήλιος έρχεται κάθε μέρα στην ώρα του  
7-5-1914

Όταν έρθει η Άνοιξη
Ίσως πια να μη βρίσκομαι στον κόσμο.

Σήμερα, να μπορούσα θα’ θελα

Την Άνοιξη σαν πρόσωπο να την σκεφτώ.

Θα μπορούσα έτσι να φανταστώ πως κλαίει για μένα

Βλέποντας πως το  φίλο το μοναδικό της έχει χάσει.

Μα η Άνοιξη δεν είναι ούτε πράγμα,
ούτε ένας τρόπος να μιλάς.

Ούτε τα λουλούδια, ούτε τα πράσινα φύλλα επιστρέφουν

Υπάρχουν  νέα φύλλα, νέα λουλούδια

Υπάρχουν νέες, μυρωδάτες μέρες.

Τίποτα δεν γυρίζει, δεν επαναλαμβάνεται

Επειδή είναι πραγματικό το κάθε τι.
7-11-1915

Ίσως αυτή να είναι

Η τελευταία μέρα της ζωής μου.

Το χέρι το δεξί μου σήκωσα τον ήλιο χαιρετώντας.

Μα δεν τον χαιρετούσα για αντίο.

Ήμουν χαρούμενος

Που να τον δω ακόμα μια φορά μπορούσα.

–Αυτό ήταν όλο.
 
Μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης

*Από το βιβλίο Fernando Pessoa,  Ποιήματα, εισαγωγή-μετάφραση Γιάννης Σουλιώτης, εκδόσεις Printa: Ποίηση για Πάντα,  2007.

Ted Reilly, Αύριο

brunos_sculpture3

Αν κολλήσεις το κεφάλι μου πάνω από τα σύννεφα, ο ήλιος θα με τυφλώσει
Για μια πεισματάρικη και εγωιστική απόλαυση.
Υποτίθεται ότι δεν πρέπει να το κάνουμε αυτό,
Κάνε ερωτήσεις, χώσε τη μύτη σου, ψάξε τριγύρω για φυσικές αιτίες.
Τουλάχιστον αυτά μας έχουν πει.

Ωστόσο, οι Βαβυλώνιοι παρατήρησαν πώς χόρευαν ο Ήλιος και οι πλανήτες,
Οι Αζτέκοι σκάλιζαν πέτρινα ημερολόγια που τους διέσωσαν.
Έχω παραχωρηθεί στο γιδοβοσκό, που δήθεν προλέγει την τύχη μου
Όμως ακόμα δεν ξέρω τι θα φέρει το αύριο.

Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

*Ο εκπαιδευτικός Δρ Ted (Edward) Reilly μένει και εργάζεται στο Geelong της Βικτώριας (στην Αυστραλία). Έχει δημοσιεύσει ποιήματα, σχολικούς οδηγούς, άρθρα λογοτεχνικής κριτικής κ.ά. Προεδρεύει του Geelong Writers Group και είναι υπεύθυνος έκδοσης του περιοδικού τους Azuria.

Ρωξάνη Νικολάου, Η μελαγχολία των κλαδιών

110

Εκλάμψεις νομισμάτων φίλησαν τις ανεμώνες.
Φίλησαν τον κύκλο των κυπαρισσιών.

Ένα σκυλί συνόδεψε τη σκόνη του φορτηγού.

Στα μαλλιά μου στάζει μελαγχολία κλαδιών
η προ τελευταία ανάσα των φύλλων.

Ανοίγει το νερό της διάτρησης ο κλειδούχος των χωμάτων
κάνει τα χέρια του χωνί, φωνάζει τα παιδιά.
Στις φούχτες τους εναποθέτει τις ύστατες φωλιές.

Καλπάζει με τ’ άλογό του προς τους γκρεμούς.

*Από τη συλλογή “Η Φρουρά Του Κήπου” (2000-2007). Το ποίημα αναδημοσιεύεται από το ιστολόγιο της ποιήτριας στη διεύθυνση hliodendron.blogspot.com

Julia Fortouni, Yellow-necked

Sandy+Skoglund

Every summer
Is a slain bird
Watermelon seeds spouted from inside
Memory of a carefree and a bygone joy

But all its bowels are yellow
Its wings and beak
Libation to wear
Of the upcoming winter
For little ones to be born the next summer
Flying in swarms
The yellow-necked
Above the sea shore
Spitting all the pips

And us under colorful beach umbrellas
Pretending the unsuspecting bathers

For dying all the summers
All the yellow birds on their time

Translation: Dimitris Troaditis

*Greek original is published here http://purplestigmes.blogspot.gr/2013/07/blog-post_5798.html Also the image is coming by the same blog.