Γιώργος Σαραντάρης, Μιλώ

pic4

Μιλώ γιατί υπάρχει ένας ουρανός που με ακούει
Μιλώ γιατί μιλούν τα μάτια σου
Και δεν υπάρχει θάλασσα δεν υπάρχει χώρα
Όπου τα μάτια σου δεν μιλούν

Τα μάτια σου μιλούν εγώ χορεύω
Λίγη δροσιά μιλούν κ’εγώ χορεύω
Λίγη χλόη πατούν τα πόδια μου
Ο άνεμος φυσά που μας ακούει

Ντίνα Γερολύμου, Σε ψάχνω

cropped-theofilos_katsipanos_2008___26_3

στα εργοτάξια των χαμένων ελπίδων
ανάμεσα σε νταμάρια άχρωμων χαραυγών
σε λαξευμένες προσόψεις ημιτελών νοσοκομείων
σ’ εγκαταλελειμένα γιαπιά
πάνω σε φρεσκοπλημένα πεζοδρόμια
στις γωνίες που αφήνουν άδειες οι καστανάδες
σε προαύλια σχολείων τα μεσάνυχτα
σε κήπους μοναστηριών μετά τον όρθρο
και πριν τον τελευταίο ήχο της καμπάνας

σε ψάχνω.

*Αναδημοσίευση από το http://perpetualresidence.wordpress.com

Ελένη Βακαλό, Φυτική αγωγή

???????????????????????????????????????????

I

Τά φυτά έχουν άλλη απ’ τών ανθρώπων τήν αγωγή
Ότι δεν κινούνται δεν είναι μοναδικό
Ούτε πως δεν αυτοκτονούν
Τά φυτά είναι μονίμως επαναστατικά
Σκεφτείτε πως τήν ώρα τού φεγγαριού αυξάνουνε τά φυτά.

VII

Ποιες συνήθειες τών φυτών μέ τρομάζουν:
Στα ξερά τά κλαδιά όταν σκάνε τά μάτια
διπλωμένα είναι μέσα τους ένα ένα τά πράσινα φύλλα
– Ίσως είναι γι’ αυτό που δεν ξέρεις τά φυτά αν πεθαίνουν στ’ αλήθεια –
γιατί ένα κλωνάρι καινούργιο
γερό
που ανθίζει
πετάει απ’ τήν ίδια τή ρίζα
και τή θέση τού κορμού που μαραίνεται παίρνει
πάλι είναι φυτά πριν πεθάνουν ο σπόρος τους πέφτει
στην κατάλληλη εποχή θα τά δεις να φυτρώνουν
ή η ρίζα τους μένει
πιο πολλά που γεμίζουνε τότε τόν επόμενο χρόνο μάς δίνει
Η αντοχή τών φυτών μέ ξαφνιάζει
Μερικά με τή ρίζα περνούν προχωρώντας στα θεμέλια
Απ’ τόν κήπο στο πλάϊ
Μία λεύκα μάς φύτρωσε έτσι κι’ είναι τώρα μεγάλη
Τά φυτά δεν τά ορίζεις
Τά κλαδεύεις μονάχα όταν πρέπει
Τί φυτά που απλά τά νομίζουμε όλοι

IX

Συνεχίζω περνώντας τό τοπείο τών κάκτων
Στον τόπο εκείνον σήπεται
Στερημένος διεισδύσεως
Κι’ επιμονής· διεισδύσεως προς τήν άνοδο
Τόν χώρο αναπνοής
Απ’ τό πλήθος τών άλλων
Απλώς μεγαλώνοντας να ζητήσει
Σε ανάστημα σώματος
Που χωρίς τούς χυμούς ελάχιστο έχει μείνει
Ο κάκτος
Πιο μαλακός κι’ ευπρόσιτος έχει γίνει

Στα ερπετά περισσότερο μοιάζουν

*Τα ποιήματα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το Σημειωματάριο Κήπων στη διεύθυνση http://simiomatariokipon.wordpress.com/2013/06/03/%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7-%CE%B2%CE%B1%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8C/
.

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Το κόκκινο φεγγάρι

hqdefault

Πίσω απ’ τους μουντούς μπερντέδες των δέντρων
-κάτι στο χώμα ανάμεσα στη βίαιη γονιμότητα και στο σάπιο κρέας-
κόκκινο το φεγγάρι ανεβαίνει σαν φόβος πια και μόνο.
Ο σκύλος, με το στομάχι του βαρύ απ’ όλη την τρυφερότητα
της άσπορης καρδιάς μου, αδειάζει τα σωθικά του στο μαύρο χώμα.
Το σπίτι μουγκό, φιμωμένο με γάζες-ενοχές, γάζες-μνήμες·
ξανθές γυναίκες χαμογελούν και χάνονται κάτω από πεσμένους
σοβάδες. Άντρες γυμνοί μελαγχολούν στο άδειο της νύχτας.
Όλα ανασαίνουν βαριά σαν να’ χαν καταπιεί το κώνειο
κι η παραλυσία να προχωρούσε αργά, όπως το ασημένιο φώς
στις πλάκες.
Ξαφνικά σαν μπουντρούμι φαίνεται η ζωή
κι η κάθε εποχή ν’ αρχίζει μια νέα, τη δικιά της καταστροφή.
Μες’ απ’ τον άλογο πόνο του ζώου, τρεμουλιαστή ανέβαινε η ώρα·
σπάνια είχε ποτέ κανείς τόση μικρή ελπίδα.
Μύρισαν δάκρυα τα χόρτα κι όπως έμπαινε μια άνοιξη
κάπου… από κάπου, το πεύκο, στο σκοτεινό του μέλλον βυθισμένο,
ελάχιστ’ από τους κίτρινους ανθούς θελγόταν.
Κάποιος άνεμος σηκώθηκε βάρβαρος
σαν βιαστικός εραστής χωρίς φαντασία
κι όλα τα ποιήματα που είχα ακούσει στη ζωή μου
ξανάρχονταν από μακριά να με κηδέψουν.
Κι ήταν σαν να ταξίδευα με τρένο,
ν’ άφηνα πίσω μου τη γη κάποιου κεφιού
και να’ μπαίνε το σώμα μου σε μελανό δρυμό.
Έφταιγε ο σκύλος που υπόφερε, έφταιγαν κι εκείνα τα ποιήματα,
πού σαν φαντάσματα τριγύριζαν στον κήπο·
αλλιώς τα ήξερα, όταν ένας άγγελος, που θα’ χει κιτρινίσει πιά,
τα σκέπαζε με δάχτυλα μακριά κι έχυνε
μια άλιωτη μυρωδιά στα πρόσκαιρα στιχάκια.
Τώρα μοιάζει με παραίσθηση πώς πράγματα αιώνια
σαν τις πέτρες, στις ρομαντικές σκηνές της ζωής μας, καταδέχτηκαν
να παίξουν ένα ρόλο. Ανάτειλε ο φόβος
μια κόκκινη σήψη. Λές: έχει προχωρήσει
κι εσύ έχεις κλείσει τα μάτια.

Γρηγόρης Σακαλής, Δύο ποιήματα

1044216_4879252502149_283222788_n

Κάθε μέρα

Ρυτιδιασμένα μάτια
βλέμμα θολό
σακατεμένη αγάπη που
αγκομαχάς κάθε μέρα,
σε στενά υγρά δρομάκια
εκπορνεύεσαι
απ’ ανθρώπους μικρούς
τρέχει το αίμα σου
ρυάκι θολό στον κατήφορο
καθώς πεθαίνεις
άλλη μια φορά
για να ξαναγεννηθείς.
Αύριο.

Τέλος

Συντριμμένος
βαδίζει τον δρόμο του ολέθρου
οι λέξεις βγαίνουν ματωμένες
ζωντανές κι άλλες νεκρές,
δύσκολη γέννα,
θέλουν να πλυθούν
θέλουν χάδια
θέλουν αέρα
και το φιλί της ζωής
θα χτίσουν το θάνατό του
έτσι
μέσα σε λέξεις θέλει
να πεθάνει
μέσα στις λέξεις του
μόνος
όπως έζησε
πενήντα χρόνια τώρα
με λίγα κεράκια εξαιρέσεις
τη μαγκούφα ζωή του
δαφνοστεφανωμένος
ποιητής
που σύρθηκε ατέλειωτα
στο χώμα
ηττημένος νικητής
ετοιμάζει την αναχώρησή του
πλέον
αφού τον νίκησε
το χτικιό του κόσμου
αυτόν
τον δυνατό κι αγέρωχο
κάθε μέρα λίγο – λίγο
κόκκο με κόκκο
γύρισε τούμπα την κλεψύδρα του
και είπε: ¨Φτάνει πια!
Δεν αξίζει να γράφω
τίποτα για κανέναν!¨
Ερινύες τώρα τα
παιδικά του όνειρα
οι αγάπες τα θέλω
περνούν μπροστά του
τάχιστα
όλη του η ζωή
κι η ψυχή του
κονεύει να βγει
εκεί σ’ ένα καλύβι ερημικό
που διάλεξε να ζει και να πεθάνει.

*Ο Γρηγόρης Σακαλής γεννήθηκε και ζει στο Στήμαχο Νάουσας. Σπούδασε Νομικά στο Α.Π.Θ. Έχει εκδώσει τις συλλογές ¨Κίβδηλος Καιρός¨ (2008) και ¨Θαμμένος στην άμμο¨ (2010) από τις εκδόσεις Πλανόδιον. Έχει συμμετάσχει σε ανθολογία των εκδόσεων Ενδυμίων 2012.

Έρμα Βασιλείου, To Caswell

Hlakati+Arachne01

You are the eyes of my face
face of my body
the body of my soul, you are
my naked he song,
soul of this book of mirrors
book of life of a trivial being
a trifle life of writings
endures my écritures of love

the Colosseum is made of famish eyes
taste my love of musings
of mes amours et
caresses,
dream of what has not been conceived
dancing shamrocks and harps
my mercies’ mercy and mercis joining in a lemma,
king, or lion, or frivolous miracle
until tomorrow, to sorrow and joy we walk

consume me, it hurts to be alive

*Από τη συλλογή “PAIN PERDU – ερωτικοί στίχοιτου παρμένου και του άπαρτου”. Εκδ. Αφροδίτη
(Μελβούρνη, 2013)

Kenneth Trimble, Δύο ποιήματα

images

Άγρια ζώα και φαντάσματα

Τα άγρια ζώα αφήνουν τα ίχνη τους
σαν τα φαντάσματα

Στην
πόλη, ακούραστες ψυχές
αφυπνίζονται από όνειρα.

Τρεις
Kookaburras κάθονται σ’ ένα φράχτη
τα μάτια τους παρακαλετά
κίνδυνος, κάτω από τις στάχτες
του φεγαριού.

Ο φίλος μου
πέθανε νωρίς το πρωί
ένας γρήγορος θάνατος και η βροχή
πέφτει από τον ουρανό

Νύχτα

Κρατούσα
έναν πέτρινο
Βούδα
ένα σιδερένιο
Ιησού
και έναν σανδαλοφόρο
Κρίσνα
Αλλά ήθελα
περισσότερα.

Ήθελα
να
δω το θεό,
αλλά
όλα
όσα είδα
ήταν
νύχτα.

*Από τη συλλογή “The Barking Mad Poems”, εκδ. Littlefox (Μελβούρνη, 2013)
**Μετάφραση: Δημήτρης Τρωαδίτης

Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, Ολότελα δικός του

BLUE+skyby+KALAFATIS+IMG

Πολύ δυσκολεύτηκε να τη μάθει.
Περίπλοκη κι αυτή η μηχανή.
Απλωνότανε γύρω του,
μπλεκόταν μαζί του,
γινόταν ένα με το σώμα του,
κάνοντας τα χέρια του μοχλούς,
τα πόδια του άξονες,
γδούπους δικούς της τους χτύπους της καρδιάς του.
Και μοναχά εκείνος ο κρυφός σπαραγμός,
που έκανε κάποιες στιγμές
τα μάγουλά του να γυαλίζουν,
επέμενε να μένει
ολότελα δικός του
κάθε λεπτό της βάρδιας.

Γιώργος Δάγλας, Έτσι

%CE%9F%CE%BB%CF%85%CE%BC%CF%80%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C%CF%82+%CE%9F%CE%BC%CE%AC%CE%B4%CE%B1+%CE%92%CF%8C%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%85+2007-2008

Όπως ακριβώς σου το λέω:
Στέκεται αντίκρυ στο τρένο
με τα πόδια ανοιχτά
καταμεσίς στον κάμπο.
“Έλα”, λέει,
κι ύστερα, σαν περάσει απέναντι
χορεύει μπλουζ και γελάει.
“Ο έρωτας είναι ένα βεγγαλικό”, λέει,
κι ανάβει τσιγάρο.
Φτύνω.
Προχωράω σύρριζα στα θέατρα και τα πορνεία.
Τραγουδάω φάλτσα.
Ο έρωτας είναι η ζωή μας,λέω.

*Από τη συλλογή «Το μαύρο χιόνι» εκδ. Ελλέβορος.

Octavio Paz, Κάτω από τη φωτεινή σου σκιά

00+BAJO+TU+CLARA+SOMBRA

Ι
Κάτω από τη φωτεινή σου σκιά
σαν τη φλόγα ζω στον αέρα,
στης Αφροδίτης την εντατική μαθητεία.

ΙI
Να μιλήσουμε γι’ αυτήν.
Ανακινεί πηγές την ημέρα,
κατοικεί τα μάρμαρα τη νύχτα.
Του ποδιού της το ίχνος
το ορατό είναι κέντρο της γης,
του κόσμου τα σύνορα,
αλυσοδεμένος και ελεύθερος τόπος περίλεπτος·
μαθήτρια πουλιών και νεφελών
να γυρίζει κάνει τον κόσμο·
η φωνή της, χαραυγή χωμάτινη,
τη διάσωση μάς αγγέλλει των νερών,
την επιστροφή της φωτιάς,
τον γυρισμό του σταχυού,
τις πρώτες λέξεις των δέντρων,
τη λευκή των φτερών μοναρχία.

Δεν την είδα που γεννήθηκε στον κόσμο,
το αίμα της όμως πυρπολείται κάθε νύχτα
με το νυχτερινό αίμα των πραγμάτων,
στον δε παλμό της ξαναρχίζει
των παλιρροιών η μουσική
που σηκώνουν τους αιγιαλούς του πλανήτη,
ένα παρελθόν νερού και σιωπής
και τις πρωταρχικές μορφές της γόνιμης ύλης.

Να μιλήσουμε γι’ αυτήν,
για την ολόδροσή της συνήθεια
νά ’ναι απλή καταιγίδα, κλαράκι παντρύφερο.

ΙΙΙ
Κοίτα του κόσμου τη δύναμη,
της σκόνης τη δύναμη κοίτα, κοίτα το νερό.

Κοίτα τις σιωπηλές φλαμουριές γύρω-γύρω,
άγγιξε το βασίλειο ετούτο που ’ναι σιωπή και οποί,
άγγιξε το δέρμα της που ’ναι ήλιος και βροχή και χρόνος,
κοίτα τα πράσινά της κλαριά στον ουρανό κατάγναντα,
άκου τα φύλλα της πώς τραγουδάνε σαν νεράκι.

Και κοίτα μετά το σύννεφο,
το αραγμένο σε χώρο με χωρίς παλίρροιες,
αφρός ορατός και πανύψηλος
αόρατων ουρανίων ρευμάτων.

Κοίτα του κόσμου τη δύναμη,
την τεταμένη κοίτα μορφή της,
το ασύνειδο, πάμφωτο κάλλος της.

Άγγιξε το δέρμα μου, το από πηλό, από διαμάντια,
άκου τη φωνή μου ήχο σε πηγές υπόγειες,
κοίτα το στόμα μου σε τούτη την άραχλη βροχή,
το μέλος μου σε τούτη την απότομη δόνηση
οπού ο αέρας τούς κήπους πάει και γυμνώνει.

Τη γυμνότητά σου άγγιξε στου νερού τη γυμνότητα,
γυμνώσου από σένανε, και βρέξε, βρέξε μέσα σου,
και κοίτα τα πόδια σου, δες τα σαν δύο ρυάκια,
και κοίτα το σώμα σου, δες το σαν μεγάλο ποτάμι,
και δύο δίδυμα νησιά είναι τα στήθη σου,
το αιδοίο σου τη νύχτα είναι αστέρι,
αυγή, φως ροδαλό ανάμεσα σε κόσμους δύο τυφλούς,
θάλασσα βαθιά που κοιμάσαι σε δύο ανάμεσα θάλασσες.

Του κόσμου κοίτα τη δύναμη:
τον εαυτό σου γνώρισε έχοντας ήδη γνωρίσει εμένα.

IV
Ένα σώμα, ένα σώμα μόνο, μόνο ένα σώμα,
ένα σώμα σαν ημέρα χυμένο
και νύχτα που καταβροχθίστηκε όλη·
κάποιας κόμης το φως
που όμως ποτέ δεν κατευνάζει
της αφής μου τον ίσκιο·
ένα λαρύγγι, μια κοιλιά που ξημερώνει
σαν τη θάλασσα που παίρνει φωτιά
ευθύς μόλις αγγίξει του όρθρου το μέτωπο·
αστράγαλοι, γέφυρες του θέρους·
μηροί νυκτερινοί που παν και βουλιάζουν
στην πράσινη μέσα μουσική της εσπέρας·
ένα στήθος που υψώνεται
και γκρεμίζει, ισοπεδώνει τους αφρούς·
ένας λαιμός, ένας μόνο λαιμός
και κάτι χέρια τόσο μόνα,
λόγια, κάτι λόγια που όλο κατεβαίνουν
σαν άμμος πεσμένη πάνω σε άλλην άμμο…

Γίνε αυτό που με ξεπερνάει, με υπερβαίνει,
νερό και χάρμα σκοτεινό,
θάλασσα γίνε που γεννιέται ή πεθαίνει·
αυτά τα χείλη και τα δόντια,
αυτά τα πεινασμένα μάτια
με γυμνώνουν από τον ίδιο τον εαυτό μου
κι έπειτα με αναρπάζει
η μαινόμενη χάρη τους και με σηκώνει
προς τους γαλήνιους ουρανούς
όπου και πάλλεται η στιγμή:
των ασπασμών η ακρώρεια,
του κόσμου η πλησμονή και των μορφών του.

V
Άσε κι άλλη μια φορά να σε πω,
να σε ονομάσω, γη και χώμα.
Η αφή μου επεκτείνεται
στη δική σου διψασμένη,
μακρύ, δονούμενο ποτάμι
που ποτέ δεν έχει τέλος
και πλέει ανάμεσα από φύλλα δάχτυλα
αργά-αργά κάτω απ’ τον πυκνό πράσινο ύπνο σου.

Γυναίκα δροσερή πλασμένη από υπνοβάτες ποταμούς,
περίπτερό μου από πουλιά και ψάρια,
γήινη εσύ περιστέρα μου,
από γάλα, από γάλα που σκληρύνθηκε,
ψωμί μου, αλάτι μου, θάνατέ μου,
προσκεφάλι αιμάτινο:
σ’ έναν έρωτα τεράστιον, αχανή σε θάβω.

*Μετάφραση: Γιώργος Κεντρωτής.

**Το ποιημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Το Αλωνάκι της Ποίησης στη διευθυνση http://alonakitispoiisis.blogspot.com