Είναι επειδή είμαστε παρέα με το παιδί
κι αμέτρητες φορές- αγκαλιά απ’τη μέση
μετρήσαμε τ’άμέτρητα τ’άστρα
και κείνα που λέγανε για καλύτερα χρόνια
τα φάγαμε βγάζοντας κουβάδες με νερό
για να μπορούν να ταξιδεύουνε για πάντα
τα πλοία που δεν άραξαν
κι είναι επειδή μια και κάτω
κατεβάσαμε όλα τα ξινισμένα κρασιά
και βγάλαμε τα σωθικά μας τραγουδώντας
γεμάτα παράπονο-παιδιακίσα πράγματα-
τον Ιούλιο κάποτε
Γι’αυτό άμα κάνει κανείς μια κίνηση έτσι
για να μας χαϊδέψει
κάνουμε εμείς μια κίνηση πίσω
σα να μη φάμε ξύλο.
Γι’αυτό αν τύχει και μ’αγαπήσεις
πρόσεχε σε παρακαλώ πολύ πολύ
πώς θα μ’αγκαλιάσεις. Πονάει εδώ.
Κι εδώ. Κι εκεί. Μη! Κι εδώ.
Κι εκεί.
*Από τη συλλογή Ϊδιώνυμο”, εκ. Καστανιώτη.
Αλέξης Αντωνόπουλος, Από το “Σκοτάδι”
XVII
Νιώθω τον διακόπτη.
Τον γεύονται τα δάχτυλά μου.
Μία κίνηση χρειάζεται.
Μία κίνηση, και το έρεβος θα χαθεί.
Μία κίνηση, κι έπειτα θα δω.
Αλίμονο, δε βλέπω ποτέ.
Γιατί φοβάμαι να πατήσω τον διακόπτη.
Αυτόν. Τον διακόπτη.
Φοβάμαι το φως.
Φοβάμαι το πρόσωπό μου
κάτω από το Φως.
*Από την ποιητική συλλογή “Σκοτάδι”, εκδ. Ars Poetica, 2013
Πόλυ Χατζημανωλάκη, Alloysia trifylla
Να μυρίσω
το λεμόνι στα φύλλα
όταν συνθλίβονται
στάζουν άρωμα αστεριού πικρό
Καθρεφτίζεται τότε
στο πηγάδι
εκείνο το πράσινο αστέρι, η Μαρίνα
(Να παρηγορηθώ)
Oκτώβριος 2011
*Το ποίημα και η εικόνα πάρθηκαν από τη σελίδα της Πόλυς Χατζημανωλάκη στο facebook.
Στρατής Παρέλης, Μια ώρα καθομιλουμένη
Μια ώρα ολόκληρη. Μια ώρα καθομιλουμένη.
Έχω αφαιρέσει το υλικό βάρος της και τα λέπια
Και την κρατώ σαν ψάρι έξω απ’ το νερό.
Ο χρόνος όπως θέλω υφίσταται.
Κοιτάζω γύρω μου: δεν έχει ξημερώσει.
Τα δέντρα είναι πρησμένα από σκοτάδι και ύπνο
Και των πουλιών τα όνειρα σπιθίζουν μες το σκότος όπως οι πυγολαμπίδες στην
ωραία εξοχή
Που σου θυμίζει παιδικά σου χρόνια.
Ακούγεται το απορριμματοφόρο του δήμου, ή
Ακούγεται κι η ερημιά-
Κι η πόλη που προσπάθησε να συλλαβίσει
Λόγια και άστρα.
Στους άδειους δρόμους περιφέρονται εγωισμοί πρωτευούσης
Και λιγοστά αυτοκίνητα, με φώτα
Που τρυπούν την κοιλιά της νύχτας όπως για να φανεί
ένα πηχτό τιποτένιο επιχείρημα
Που έχει η νύχτα για να φαίνεται ότι νικά…
*Το ποίημα και η εικόνα της ανάρτησης αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο http://stratisparelis.blogspot.com
Δήμος Χλωπτσιούδης, Η οργή της πεταλούδας
ΤΟΥ ΘΕΟΧΑΡΗ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ
Στις μέρες μας, όπου το κόστος έκδοσης μιας ποιητικής συλλογής είναι υψηλό και σε συνθήκες κρίσης είναι πρακτικά αδύνατο για αρκετούς ποιητές να εκδώσουν το έργο τους, όλο και περισσότεροι καταφεύγουν σε εναλλακτικούς τρόπους έκδοσης, όπως οι ηλεκτρονικές συσκευές ανάγνωσης e-book, kindle, η μορφή αρχείου PDF. Τέτοιοι τρόποι έκδοσης βιβλίων, δίνουν την ευκαιρία και στους αναγνώστες είτε να πληρώσουν λιγότερα για να διαβάσουν ένα βιβλίο, είτε να το κατεβάσουν στον υπολογιστή τους εντελώς δωρεάν.
Έναν εναλλακτικό τρόπο έκδοσης έχουμε και στην πρώτη ποιητική συλλογή του Δήμου Χλωπτσιούδη «Η οργή της πεταλούδας», που κυκλοφορεί ελεύθερα στο: http://deimosessays.blogspot.gr/2013/07/blog-post.html
Τάκης Σινόπουλος, Νυχτερινός μονόλογος
Γι’ αυτό λοιπόν ξαφνικά οι πορείες
κι η βουή των λαών που σηκώνονται.
Ίσως είναι το ακοίμητο μάτι της μνήμης.
Ίσως είναι το αυτί στις πέτρες που ακούει.
Όταν άξαφνα αδειάζουν ως τα πέρατα οι δρόμοι.
Όταν η φωνή στον Αισχύλο.
Και φυσάει ο αέρας — σκοτεινές ιστορίες. Τόσα χρόνια τι γαυγίζει το ορφανό σκυλί
στη διχάλα του δρόμου;
Τα σημάδια στο κορμί κι η παράλογη σκέψη —
την ακούς στο μυαλό.
Φαγωμένες οι λέξεις ένα σύνθημα ένα.
Πόσα παίρνει το μήνα ο χαφιές;
Πόσα παίρνεις εσύ;
Το ’να χέρι στην Αλβανία.
Το ’να πόδι στην Κατοχή.
Και τα λόγια που ξέρουν μονάχα το ψέμα.
Το μυαλό μπουκωμένο.
Το ψωμί το πικρό και πιο πέρα η τανάλια η Ευρώπη —
σκοτεινές ιστορίες. Μη μου πεις γιατί μας εκάρφωσες τότε.
Είχε γίνει το μούτρο σου ο παλιός
ο ξεφτισμένος τοίχος που κατουράνε οι συνταξιούχοι
σκουπίδια και πέτρες
Οι δικαστές ανεβαίνουν τη σκάλα
Και το ξέρεις όπως το ξέρω
το σκυλί που αλυχτάει στον έρημο τόπο
ό,τι κι αν πεις δεν είναι απόκριση
το ’να σχέδιο ξεσηκώνει το άλλο
ο ένας τύραννος
ετοιμάζει τον άλλο
σου πετάνε ένα κόκαλο — σκοτεινές ιστορίες.
Ποιος είσαι εσύ που περπατάς το δισάκι στον ώμο
παραμιλώντας; Χρόνο το χρόνο
σου σακατέψανε τη γενιά
προσκυνημένοι εμπόροι χωροφύλακες.
Το μούτρο σου μια ζαρωμένη εφημερίδα
Κι εκείνο το νησί που αγάπησες
όλο το Αιγαίο μια σκάφη με σκατά.
Ό,τι κι αν πεις δεν είναι απόκριση
κι απ’ τον Αισχύλο ως το Σεφέρη να φυσάει ο αέρας
η λευτεριά που πάλεψες — σκοτεινές ιστορίες.
1977, 1980
*Πηγή: Τάκης Σινόπουλος, Συλλογή ΙΙ. 1965-1980, Ερμής, Αθήνα 21997, σ. 34-35]
**Το ποίημα και η εικόνα της αναδημοσιεύονται από το ιστολόγιο Εξωτικό στη διεύθυνση http://exwtico.wordpress.com
Τάσος Δενέγρης, Ο θάνατος στην πλατεία
Τέτοιες στιγμές παράλογης κι απόκοσμης χαράς
Μπορείς να ξεχωρίσεις τον θάνατο
Οι άλλοι περνούν κάτω ανύποπτοι στην Πλατεία Κάνιγγος
Κι ο θάνατος είναι πλάι, μαζί τους
Έχει μεταμορφωθεί σε λαχειοπώλη
Κι είναι ασήμαντος με μπεζ κοστούμι
Κι αναπηρικό σήμα στο πέτο
Μόλις καταλάβει πως κανείς
Ίσως κανείς τον υποπτεύτηκε
Μεταμορφώνεται σε θυρωρό.
Πρέπει να προλάβω
Να πω αυτά που είδα
Σήμερα το πρωί από το έβδομο πάτωμα.
Τώρα βλέπω πώς δημιουργήθηκαν τα μνημόσυνα κι οι προβλέψεις
Τα κοινά τροπάρια και τα ωράρια
Οι ευκατάστατοι κι οι δειλοί
Οι συνήθειες η ανοχή τα μπορντέλα
Γι’ αυτό κανείς
Δεν μπορεί να διακρίνει
Τον θάνατο
Στην Πλατεία Κάνιγγος στις 11 το πρωί.
Εγώ πρόλαβα και την τελευταία μεταμόρφωση
Έχει ντυθεί πωλητής κι έχει μπροστά του
Ένα τραπέζι
Με κόκκινους ανεμόμυλους
Που περνούν δαιμονισμένα
Όταν σηκωθεί μικρός άνεμος.
Σ’ αυτή την παράξενη χαρά
Σ’ αυτή την κατάσταση που τα νεύρα δεν υπακούουν το μυαλό
Κι η μνήμη εξαρθρώνεται και περπατάει ελεύθερη
Σαλτιμπάγκος σ’ εναέρια κόλπα
Σ’ αυτήν την παράλογη χαρά
Με το σώμα νικημένο από τον ίδιο
Παντοδύναμο κι αυτοτελές
Μπορείς να δεις καθαρά στις υγρές φυλακές τής ερημιάς τής γυναίκας
Να συλλάβεις τους σπονδύλους τού ρυθμού
Και να πιάσεις τον θάνατο
Ανήμπορο και δειλό
Ν’ αποφεύγει την σύγκρουση.
27 Ιανουαρίου 1966
*Από τη συλλογή Θάνατος στην Πλατεία Κάνιγγος (1975)
**Αναδημοσίευση από το http://www.translatum.gr/forum/index.php?topic=36116.0#ixzz28mHqdhq6
Υβ Μπονφουά, Οι λάμπες
Η Ιζόλδη κατοικεί μες στην υπόγεια μισοσκότεινη
αίθουσα.
Το φόρεμά της έχει χρώμα ίδιο με των νεκρών την
προσμονή,
είναι το πιο σβησμένο θαλασσί τούτου του κόσμου,
φθαρμένο, αποκαλύπτοντας την ώχρα των γυμνών
βράχων.
Η Ιζόλδη είναι μονάχη, εκείνοι που έρχονται είναι
σκοτεινοί,
σκύβουν με λάμπες πάνω απ’ το κορμί της.
Στ’ αλήθεια λένε, η Ιζόλδη πέθανε,
η Ιζόλδη η λυπημένη πέθανε, έτσι λένε.
*Μετάφραση: Τάκης Σινόπουλος.
Τσέσλαβ Μίλος, Ars Poetica
Πρόσβλεψα πάντα σ’ ένα σχήμα πιο άνετο,
ελεύθερο από τις απαιτήσεις της ποίησης ή της
πρόζας,
που θα μας βοηθούσε να καταλάβουμε ο ένας τον
άλλον δίχως να εκθέτει
τον ποιητή ή τον αναγνώστη σε υπέρτατες αγωνίες.
Στην ίδια τη φύση της ποίησης υπάρχει κάτι το
άπρεπο:
κάτι που προβάλλει και δεν γνωρίζαμε πως είχαμε
εντός μας,
γι’ αυτό κλείνουμε τα μάτια, σαν να ‘χει ορμήσει μια
τίγρης
εμπρός μας, στο φως μας, χτυπώντας την ουρά της.
Δίκαια, γι’ αυτό, λένε πως την ποίηση υπαγορεύει ένα
δαιμόνιο
αν και είναι υπερβολή να ισχυρίζεται κανείς πως
πρέπει να ‘ναι άγγελος.
Είναι δύσκολο να μαντέψουμε πούθε πηγάζει η
περηφάνια των ποιητών,
αφού τόσο συχνά ντροπιάζονται από την αποκάλυψη
της αδυναμίας τους.
Ποιος άνθρωπος στα λογικά του θέλει να είναι
κατοικία δαιμόνων,
που φέρονται σαν να βρίσκονται σπίτι τους, μιλούν
γλώσσες πολλές,
και ανικανοποίητοι που κλέβουν μονάχα τα χείλη ή
το χέρι του,
προσπαθούν ν’ αλλάξουν και τη μοίρα του για τη
δική τους βολή;
(1911)
*Μετάφραση: Μαρλένα Γεωργιάδη
Δημήτρης Τρωαδίτης, Ο εμφύλιος έχει πια κριθεί
Πασχίζεις να καταργήσεις όσα δεν καταργούνται
συμπράτεις ακόμα και με τον εχθρό σου
για να πετύχεις έστω μιαν αναπνοή
την υποψία μιας αθώρητης οπτασίας
που τρίζει στ’ αυτιά σου και παγιδεύει τα μηνίγγια σου
σέρνεις τα βήματά σου σε μέρη άγνωστα
με οδικές αρτηρίες εγκατάλειψης
και δέντρα απομιμήσεις
με μόλις σχηματισμένες τις θωριές τους
όλα όσα βρίσκονται στην άλλη όχθη
ανακηρύσσονται αντίπαλοί σου
και πηγαινοέρχονται φρουροί σε μεθορίους
αμετανόητοι και απειλητικοί
όπως τα κυρτά σπαθιά στα χέρια των Αγαρηνών
ούτε να κοντοσταθείς δεν μπορείς
θα μοιάζει προδοσία αναίμακτη
με τις φλέβες ξέμακρες από το είναι σου
προσπαθείς να διαβείς την τάφρο
που σε χωρίζει από τη ζωή
αλλά τα μονοπάτια καίγονται
και μένεις μετέωρος
με αισθήματα τρεμάμενα
επιφάνειες που τρεκλίζουν
και συνθήματα που δεν απηχούν
Ο εμφύλιος έχει πια κριθεί…









