Λεό Φερέ, Αυτή η πληγή

1075835_499265313487128_181939278_n

Αυτή η πληγή
που κάνει τη θάλασσα να πεθαίνει σαν ένας ζωντανός καημός
που κάνει τη ζωή να βλασταίνει μες στην ερημιά
που βάφει το άσπρο λίκνο του μωρού με αίμα
που πάει και κλείνει μέσα στο μάρμαρο του τάφου
Αυτή η πληγή από όπου ήρθα!

Αυτή η πληγή
που την φιλά το χείλι σου κάθε αυγή του έρωτα
που ο πυρετός σου καίει σαν καμίνι
από όπου η ζωή σου ξεκινά με ζαρωμένα δάχτυλα
που βγάζει μια κραυγή, κάθε φορά την ίδια
Αυτή η πληγή από όπου ήρθες!

Αυτή η πληγή
που πάει και κλείνει όταν έρχεται η πλήξη
όπως μία ουλή που έθρεψε μες στη νυχτιά
και που απ’την αρχή και πάλι ξανανοίγει
όταν τα δάκρια του πόθου την τροχίζουν

Αυτή η πληγή
σαν ένας ήλιος της μελαγχολίας
σαν ένας κήπος ανοιχτός μόνο τη νύχτα
σαν ένα άρωμα παρασυρμένο απ’την παλίρροια
σαν το χαμόγελο που ζητάμε απ’τη μοίρα
Αυτή η πληγή από όπου ήρθα!

Αυτή η πληγή
ντυμένη με μετάξι κάτω απ’το μαύρο τρίγωνό της
που το επισκέπτονται τυχαίοι γεωμέτρες
για να βοηθήσουνε τις θλίψεις να χτιστούν
σκάβοντας πότε πότε βαθιά στην αμαρτία
Αυτή η πληγή από όπου ήρθες!

Αυτή η πληγή
που θα’θελαν να ράψουνε προτού τελειώσει ο πόθος
να βάλουνε τα ράμματα πάνω στην ηδονή
που θα’θελαν να την ιδούν για πάντοτε κλεισμένη
σαν μία πόρτα στον θάνατο ανοιχτή

Αυτή η πληγή που με πεθαίνει!

Αν Σέξτον, Η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας

AWADISSK+Dans+Le+Rouge

Ε, κύριε, μισό λεπτό. Από πού πάνε για το σπίτι;
Έσβησαν το φως
και το σκοτάδι κινείται στη γωνία.
Δεν υπάρχουν πινακίδες σ’ αυτό το δωμάτιο,
τέσσερις γυναίκες, πάνω από ογδόντα,
όλες τους με πάνες.
Λα λα λα, η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας
και νιώθω τη μελωδία που ακουγόταν
τη νύχτα που με αφήσαν
σ’ αυτό το ιδιωτικό ίδρυμα πάνω στο λόφο.
Φαντάσου το. Έπαιζε το ραδιόφωνο
κι όλοι εδώ πέρα ήταν τρελοί.
Μου άρεσε και χόρεψα σε κύκλο.
Η μουσική χύνεται πάνω στη λογική
και με κάποιον παράξενο τρόπο
η μουσική βλέπει περισσότερα από μένα.
Θέλω να πω, θυμάται καλύτερα.
Θυμάται την πρώτη νύχτα εδώ.
Το κρύο του Νοέμβρη σ’ άρπαζε απ’ τον λαιμό,
ακόμα και τ’ αστέρια ήταν δεμένα με λουριά στον ουρανό
κι αυτή η σελήνη, υπερβολικά φωτεινή,
χωνόταν μέσα από τα κάγκελα για να μου κολλήσει
ένα τραγούδι στο κεφάλι.
Έχω ξεχάσει όλα τ’ άλλα.
Με έδεσαν σ’ αυτήν την καρέκλα στις οκτώ το πρωί
και δεν υπάρχουν πινακίδες να δείχνουν το δρόμο,
μόνο το ραδιόφωνο που παίζει μόνο του
και το τραγούδι που θυμάται περισσότερο
από μένα. Ω, λα λα λα,
αυτή η μουσική επιστρέφει σε μένα κολυμπώντας.
Τη νύχτα που ήρθα χόρεψα σε κύκλο
και δε φοβόμουν.
Κύριε;

Άμυ Λόουελ, Ποιήματα για την Άντα Ράσελ

393964_406547082728556_147169361_n

ΜΙΑ ΔΕΚΑΕΤΙΑ

Όταν ήρθες ήσουνα σαν το κόκκινο κρασί και το μέλι
Κι η γεύση σου φλόγιζε με τη γλύκα της το στόμα μου.
Τώρα είσαι σαν το πρωινό ψωμί,
Τραγανό κι ευχάριστο.
Χόρτασα πια τη γεύση σου• με δυσκολία σε δοκιμάζω•
Μ’ έχεις όμως θρέψει καλά.

ΟΠΑΛΙ

Είσαι ο πάγος κι η φωτιά
Τ’ άγγιγμά σου φλογίζει τα χέρια μου όπως το χιόνι…
Όταν είμαι κοντά σου
Η καρδιά μου γίνεται μια παγωμένη λιμνούλα
Που λάμπει από σκιρτήματα πυρσών.

Βισλάβα Σιμπόρσκα, Κεραυνοβόλος έρωτας

946428_4827798895841_1660603042_n

Και οι δυο πιστεύουν ακράδαντα
ότι τους ένωσε ένα ξαφνικό πάθος.
Ωραία είναι μια τέτοια βεβαιότητα
όμως η αβεβαιότητα είναι ακόμα πιο ωραία.
Αφού δεν έτυχε ποτέ να συναντηθούν νωρίτερα
είναι σίγουροι
πως τίποτα δεν έχει συμβεί ανάμεσά τους.

Ομως τι έχουν να πουν γι’ αυτό οι δρόμοι, οι σκάλες,
οι διάδρομοι –
μήπως έχουν προσπεράσει εκεί ο ένας
τον άλλον ένα εκατομμύριο φορές;
Θέλω να τους ρωτήσω
μήπως δεν θυμούνται –
μια στιγμή τους πρόσωπο με πρόσωπο
σε κάποια περιστρεφόμενη πόρτα;

Ισως μια «συγγνώμη» που ψέλλισαν μέσα στο πλήθος;
Ενα κοφτό «λάθος νούμερο» που πρόφτασαν στο ακουστικό;
Ομως εγώ ξέρω την απάντησή τους.
Οχι, δεν θυμούνται.
Θα έμεναν τώρα κατάπληκτοι να ακούσουν
ότι η Σύμπτωση έπαιζε παιχνίδια μαζί τους
εδώ και χρόνια.
Oχι ολότελα έτοιμη ακόμα
να γίνει το Πεπρωμένο τους
τους έσπρωχνε τον ένα δίπλα στον άλλο
μετά ξεμάκραινε τον έναν απ’ τον άλλο,
έφραζε το μονοπάτι τους
καταπνίγοντας ένα χαμόγελο,
και μετά παραμέριζε αναπηδώντας.

Υπήρξαν σημάδια και σινιάλα,
ακόμα κι αν δεν μπορούσαν να τα διαβάσουν
από τότε.
Ισως τρία χρόνια νωρίτερα
ή μόλις την περασμένη Τρίτη,
μήπως κάποιο φύλλο φτερούγισε
απ’ τον έναν ώμο στον άλλον;

Κάτι έπεσε τότε και το μάζεψαν.
Ποιος ξέρει, μήπως η μπάλα που χάθηκε
μες στις λόχμες της παιδικής μας ηλικίας;
Υπήρξαν ρόπτρα και κουδούνια στις πόρτες
όπου ένα άγγιγμα είχε σκεπάσει
ένα άλλο από τα πριν.
Υπήρξαν βαλίτσες τσεκαρισμένες πλάι πλάι
στις αποσκευές.

Μια νύχτα, ίσως, είδαν το ίδιο όνειρο
που θόλωσε στο πρωινό.

Κάθε αρχή
είναι τελικά μόνο ένα επακόλουθο
και το βιβλίο των συμβάντων
μένει πάντοτε μισάνοιχτο.

*Από την έκδοση «Μια ποιητική διαδρομή», μετάφραση-σχόλια-επιμέλεια: Βασίλης Καραβίτης, εκδόσεις Σοκόλη, 2003

Sylvia Plath, Ποίημα για γενέθλια: 6. Κάψιμο μαγισσών

may68-1-e1369905930500

Στην αγορά στοιβάζουν ξερά κλαδιά.
Μια συστάδα σκιών είναι φτηνό πανωφόρι. Κατοικώ
Το κέρινο ομοίωμα του εαυτού μου, το σώμα μιας κούκλας.
Η αρρώστια ξεκινά εδώ: είμαι στόχος για μάγισσες.
Μόνο ο διάβολος μπορεί να καταβροχθίσει τον διάβολο.
Τον μήνα που τα φύλλα κοκκινίζουν σκαρφαλώνω σ’ ένα κρεβάτι που φλέγεται.

Είναι εύκολο να κατηγορείς το σκοτάδι: το στόμα μιας πόρτας,
Την κοιλιά του κελαριού. Έσβησαν την ακτινοβολία μου.
Μια μαυροφόρα με κρατά σ’ ένα κλουβί για παπαγάλους.
Τι μεγάλα μάτια που έχουν οι νεκροί!
Έχω στενές σχέσεις μ’ ένα μαλλιαρό πνεύμα.
Καπνός ανεβαίνει δαχτυλιδωτά από το στόμιο αυτού του κενού δοχείου.

Αν παραμείνω μικρή, δεν θα μπορώ να κάνω κακό.
Αν δεν κινούμαι, δεν θα αναποδογυρίσω τίποτα. Αυτό είπα,
Κουρνιάζοντας κάτω απ’ το καπάκι, μικροσκοπική και αδρανής σαν κόκκος ρυζιού.
Το ένα μετά το άλλο ανάβουν τα μάτια της κουζίνας.
Είμαστε γεμάτοι άμυλο, μικροί λευκοί μου σύντροφοι. Μεγαλώνουμε.
Πονάει στην αρχή. Οι κόκκινες γλώσσες θα διδάξουν την αλήθεια.

Μητέρα των σκαθαριών, μόνο χαλάρωσε του χεριού σου το σφίξιμο:
Θα πετάξω μέσα από το στόμα του κεριού σαν άκαυτη νυχτοπεταλούδα.
Δώσε μου πίσω το σχήμα μου. Είμαι έτοιμη να ερμηνεύσω τις ημέρες.
Που ζευγάρωνα με τη σκόνη στη σκιά μιας πέτρας.
Οι αστράγαλοί μου λάμπουν. Η λάμψη ανεβαίνει στους μηρούς μου.
Χάνομαι, χάνομαι μέσα στον χιτώνα όλου αυτού του φωτός.

[1959]

Μετάφραση: Χάρης Βλαβιανός.

Ο βίος και το έργο του Κ. Π. Καβάφη

kavafis-lefkoma02

Της Ελπίδας Πασαμιχάλη

πηγή: http://www.bookpress.gr

“Στο μεσόφωτο του αρχοντικού σπιτιού του προσπαθούσα να διακρίνω τη μορφή του. Ανάμεσα μας είναι ένα μικρό τραπεζάκι, γεμάτο ποτήρια με χιώτικη μαστίχα και ουίσκι – και πίνουμε. Μιλούμε για πλήθος πρόσωπα κι ιδέες, γελούμε, σωπαίνουμε και πάλι αρχίζει με κάποια προσπάθεια, η κιυβέντα. Εγώ πολεμώ να κρύψω στο γέλιο τη συγκίνηση και τη χαρά μου. Να ένας άνθρωπος μπροστά μου άρτιος, που τελεί τον άθλο της τέχνης με υπερηφάνια και σιωπή, αρχηγός αρημίτης, κι υποτάσσει την περιέργεια, τη φιλοδοξία και τη φιληδονία στον αυστηρό ρυθμό μιας επικούρειας ασκητικής. (….) Η φωνή του είναι γεμάτη ακκισμούς και χρώμα -και χαίρουμαι με τέτοια φωνή να διατυπώνεται η πονηρή, όλο κοκεταρία βαμμένη, στολισμένη γραία αμαρτωλή ψυχή του.(…) Ο Καβάφης είναι από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού. Με διπλά ξεθωριασμένα φύλλα με μακρύ ασθενικό κοτσάνι, δίχως σπόρο”. Αυτό το υπέροχο, γλαφυρό, διεισδυτικό και ουσιαστικά προφητικό κείμενο φέρει την υπογραφή του Νίκου Καζαντζάκη και είναι μέρος άρθρου που δημοσίευσε στη εφ. Ελεύθερος Λόγος (15 Απριλίου 1927) με τίτλο “Ο Αλεξανδρινός ποιητής Καβάφης. Από τα τελευταία άνθη ενός πολιτισμού”, μετά από επίσκεψή του στο σπίτι της οδού Λειψίας και συνάντησή του με τον ποιητή.

Ξαναδιαβάζοντας αυτό το κείμενο σήμερα, 150 χρόνια από τη γέννηση και 80 χρόνια από τον θάνατο του κορυφαίουΑλεξανδρινού ποιητή, δεν μπορεί να μην θαυμάσει κανείς τη διορατική ματιά του Καζαντζάκη και την αναφορά στην “γεμάτη ακκισμούς και χρώμα φωνή” του, ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ίδιας της καβαφικής ποίησης, στο οποίο αρκετά χρόνια αργότερα εστίασε και ο Βρετανός ποιητής Γ.Χ. ΄Ωντεν. Στο ερώτημα “Τι είναι εκείνο που υπάρχει στα ποιήματα του Καβάφη;” απαντά «Είναι κάτι που θα μπορούσα μόνο να το ονομάσω, πολύ ανεπαρκώς, έναν τόνο φωνής, μια προσωπική εκφορά… Διαβάζοντας ένα ποίημα του Καβάφη νιώθω ότι αυτό το ποίημα αποκαλύπτει ένα πρόσωπο που βλέπει τον κόσμο από μια μοναδική προοπτική».

Continue reading

Γιάννης Βαρβέρης, Ο ενικός, χτυπήματα στην πλάτη

GUNS+time

Εδώ γνωρίζω ηλικιωμένους
που αν τους ρωτήσεις απαντούν
και μόνον τ’ απαραίτητα
σε μια γλώσσα παλιά
ευγενική σανσκριτική ακατανόητη
κι ύστερα πάλι φυγαδεύονται
στη μερική τους άνοια, μακρινοί.

Πόσα μπορείς να μάθεις από τα σπαράγματα
των φράσεων
και σε τι άνθρωπο σοφό μπορείς να εξελιχθείς
απ’ τα στεγνά τους μάτια που απλανή θρηνούν
επειδή κώφευσαν
τίποτε απ’ όλ’ αυτά δε διδαχτήκαν
τα παιδιά τους –
κάτι σφριγώντα κούτσουρα λαλίστατα
που μας κυκλώσαν και παραμονεύουν
με τα ντενεκεδένια δούρεια δώρα
της οικειότητας.

Georges Bataille, Ποιήματα

6a0133f4ebe468970b014e8b6f84f9970d-500wi

Του θανάτου
καπέλο
τρίχινο
η πάχνη
η αδελφή
μ’ ένα λυγμό
ευχαριστημένος

*

Η ασπρίλα της θάλασσας
και του φωτός η χλωμάδα
γλύφουν τα γυμνά σκόρπια κόκαλα

η απουσία
του θανάτου
χαμογελά.

*

Σιχάθηκα
τον αραχλιασμένο ετούτον ουρανό
τα μελίγγια μου
σωμένα απ’ την αδυναμία
φέγγουν
είμαι νεκρός
και τα κρίνα
αποπνέουν τα διηθημένα υγρά
οι λέξεις λείπουν

λείπω επιτέλους κι εγώ.


*Μετάφραση: Νίκος Κοντομήτρος

Τάκης Σινόπουλος, Φίλιππος

watcher-ken-walker

Ἐδῶ στοχάζομαι δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος
σὲ τούτη τὴν ἀκίνητη κοιλάδα.
Πολλά τοῦ τάξαμε ἀπὸ λάφυρα κι ἀπὸ σειρῆνες.
Μὰ κεῖνος ἤτανε στραμμένος σ’ ἄλλα ὁράματα.
Μιὰ ἀπέραντη πατρίδα ὀνειρευότανε. Ποῦ εἶναι τὸ πρόσωπό σας
τὸ ἀληθινό σας πρόσωπο; μοῦ φώναξε.
Ἔφυγε κλαίγοντας ἀνέβηκε τὰ λαμπερὰ βουνά.
Ὕστερα τὰ καράβια ἐφράξανε τὴ θάλασσα.
Μαύρισε ἡ γῆ τὴν πῆρε ἕνας κακὸς χειμώνας.
Μαύρισε τὸ μυαλὸ ἕνα μακρὺ ποτάμι τὸ αἷμα.
Δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Φυσάει ἀπόψε δυνατά.
Μεσάνυχτα στὴ Λάρισα τὸ ἔρημο καφενεῖο.
Ἡ φάτσα τοῦ συναχωμένου γκαρσονιοῦ κι ἡ νύχτα σαρωμένη
φωτιὲς παντοῦ καὶ πυροβολισμοὶ
μιὰ πολιτεία φανταστικὴ κι ἀσάλευτη
δέντρα πεσμένα στὶς οἰκοδομές.
Ποιὸ εἶναι τὸ δίκιο τοῦ πολεμιστῆ
ὁ ἀγώνας ποὺ σὲ πάει σ’ ἄλλον ἀγώνα;
Δὲ θὰ ξανάρθει ὁ Φίλιππος. Ἀμετανόητος πάντα πείσμωνε.
Οἱ σκοτεινὲς μέρες τοὔφταιγαν τὰ ἐρειπωμένα πρόσωπα.
Τὸ αἷμα του ἀκούγοντας ἀνέβηκε τὰ λαμπερὰ βουνά.
Κι ἀπόμεινα
μονάχος περπατώντας καὶ σφυρίζοντας
μέσα στὴν κούφια Λάρισα. Καὶ τότε
ὡς τὴ Μακεδονία βαθιὰ σαλεύοντας ἠμίκλειστη
μὲς στὸ πλατὺ φεγγάρι τοῦ χειμώνα
μιλώντας μόνο περὶ σώματος ἡ χηρευάμενη
κυρία Πανδώρα.
Πέθανε χτικιάρης ὁ ἄντρας της τὶς μέρες τοῦ σαράντα τέσσερα.

Γιώργος Φιλιππίδης, Μελίσσα

filipidis

ΙΙΙ

Τώρα παλεύω
τη συνταγή
για να είσαι άτρωτη όσο γίνεται,
για να είσαι ευάλωτη όσο γίνεται,
οργώνοντας τα λιβάδια
της ψυχής σου,
εξορύσσοντας
μαργαριτάρια Μελίσσας
απ’ τα φαιά σφαλιστά όστρακά του
εγκεφάλου σου.
«Θέλω τόσο να είμαι μαζί σου απόψε
το βράδυ».
«Έλα στις έντεκα»·
πόσο γλυκιά καραμέλα
ήταν η γλώσσα μου
αυτή η ενδεκάτη ώρα,
έφθασα· πάλι αυτό το στυφό
προαίσθημα·
«πρέπει να φύγεις», ξαφνικά ήσουν ολο-
τελα ξένη,
στάθηκα μπροστά στη μηχανή
για να φύγω,
ήθελα αλήθεια να
γύριζα πίσω
– πού;
Σε φώναξα έξω·
«Δεν έχω όρεξη», λες,
«δε θέλω να συζητήσω»,
με λούζει ένα ηλεκτρικό
φως από κάπου,
είμαι ο ήρωας
που πρέπει να δράσει·
και σε χτύπησα.
Ένα ρίγος τινάχτηκε απ’
το βλέμμα σου
σμίγοντας χιόνια, εμένα
ματώνοντας, ματώνοντας «ψεύτη!»